Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Ρίχτο, λοιπόν!


Λέξεις αόρατες πλησιάζουν κι απομακρύνονται.
Ηχούν, σιωπούν, πνίγονται ή επιπλέουν.
Λέξεις θέλουν να μπουν στη σειρά. Θάνατος.
Λέξεις επιμένουν να με ξυπνάνε από παιδί. Μεγάλωσα.
Μεγάλωσα. Σφαλιάρα. Απότομα. Δεν ήθελα. Δεν ήθελα…

Μεγάλωσα απότομα, τότε που θα’ θελα απλώς να καλοπερνάω με τους φίλους μου.
Θάνατος. Μεγάλωσα απότομα. Δεν ήθελα.
Στα γόνατά του μ’ έπαιξε μια νύχτα.
Κι αντί να γονατίσω στυλώθηκα βράχος γερός. Δεν ήθελα.

Τώρα, τώρα αναπληρώνω την παιδικότητα.
Τώρα, παιδί ξανάγινα. Μαλάκωσε η ψυχή, το χώνεψε.
Λαξεύω την πέτρα μου τρυφερά. Μεταμορφώνομαι. Παιδί.
Για πάντα παιδί θα μείνω, το ξέρω πια.

Μα πες μου, πώς να αντέξω με τα μάτια ενός μικρού παιδιού τον θάνατο που πλησιάζει ακόμα μια φόρα;
Πώς;
Δεν θέλω να πετρώσω για να αντέξω.
Δεν θα αντέξω αν δεν πετρώσω.

Και συ που φεύγεις σιγά σιγά, τίποτα δεν θυμάσαι πια.
Και γω που μένω, καθώς μεγαλώνω επιστρέφω εκεί που μου μ’ είχες καθισμένη στα δυο σου γόνατα κι ο θάνατος ήταν πέεερα μακριά.
Δεν τον ήξερα.
Δεν τον ήξερα τον γαμημένο!
Και δεν ήθελα.
Δεν ήθελα να τον γνωρίσω ποτέ.

Ό,τι με κατέστρεψε, αυτό το ίδιο με όρισε αρχηγό.
Ό,τι ξεριζώθηκε από μέσα μου, αυτό το ίδιο ρίζωσε τα δυο μου πόδια στη γη.
Ό,τι με ξέκανε, αυτό το ίδιο επιστρέφει εδώ μπροστά μου και χαμογελάει ειρωνικά.
«Τώρα ; τι θα με κάνεις τώρα ; » μου λέει.

Δεν ξέρω. Δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο γιατρουδάκος ο χρόνος πάλι θα κάνει τη δουλεία του έτσι όπως ξέρει.
Το μόνο που ξέρω, είναι πως μεγάλωσα και τώρα ίσως να μπορώ καλύτερα να προστατέψω το παιδάκι που μέσα μου ονειρεύεται τη ζωή.

Ίσως…
Ίσως και να μπορώ καλύτερα.

Και το ξέρω ρε ύπουλε, πως μόνο μια δοκιμή θα σε πείσει.
Ρίχτο λοιπόν…!
Ρίχτο να παίξουμε.

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Διαιρεμένη καρδιά


ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ…
Άραγε εγώ πού να ‘μαι;

Αλήθεια, η καρδιά φτιάχτηκε για τους άλλους;


Μέσα στο σώμα μου κατοικεί το κρησφύγετο των ερώτων μου.
Κι όταν καρδιοχτυπά δυνατά, είναι που ΕΣΥ πολεμάς με τα άλλα μου ΕΣΥ.

Είναι που προσπαθείς να τα εκμηδενίσεις, να τα αποδυναμώσεις, να τα εξαφανίσεις.

Μα πόσο μ’ άρεσε που απόψε, κρυμμένη μες την αγκαλιά σου άκουγα την καρδιά σου δυνατά.
Πόσο μ’ άρεσε που ήμουν εγώ εκεί μέσα της, παλεύοντας να αφανίσω τα δικά σου διαιρεμένα κομμάτια της.

Τώρα, ξέρω που κατοικώ.


Δεν μένει παρά να κλείσω τα μάτια και να με πάρει ύπνος βαθύς, φορώντας μου στο πρόσωπο ένα χαμόγελο που θα ξενυχτίσει αυτό αντί για μένα.

Κι όταν ξυπνήσω το πρωί, θα είναι ακόμα εκεί να προσθέτει λίγο ακόμα βάθος στις ρυτίδες των χρόνων μου.
Κι όταν ξυπνήσω, θα είσαι ακόμα εκεί να προσθέτεις λίγο ακόμα βάθος στις στιγμές των κατακόκκινων ερώτων μου.