Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Στο κενό του καταρράκτη


Στέκομαι στο κενό του καταρράκτη.
Ανάμεσα στο βράχο και το ζεστό νερό που πέφτει με δύναμη από ψηλά.
Αυτή η δύναμη είναι που γεμίζει και το δικό μου κενό.
Κρατώντας ένα σκοινί γέρνω το κεφάλι και το αφήνω να χτυπηθεί απ’ το νερό.
Ενίοτε και το νερό πονάει.
Μα αν έτσι προκύπτει η κάθαρση του νου, ο πόνος γίνεται απόλαυση.
Τα μαλλιά καλύπτουν το πρόσωπο. Τα μάτια δεν μπορούν να κρατηθούν ανοιχτά.
Όταν νιώθεις κάτι τόσο έντονα η όραση ίσως και να περισσεύει. Ή απλώς…δεν μπορείς να τα’ χεις όλα…
Το νερό δεν έχει ρυθμό. Μα αν είχε, αυτός θα’ ταν δεκαπεντασύλλαβος.
Η έλλειψη ρυθμού με κάνει να μην ξέρω τι να περιμένω.

Επιστρέφω το κεφάλι στο κενό του καταρράκτη.
Είναι κάτι τέτοια κενά που χωράνε μονάχα ένα μουσκεμένο κορμί και τίποτα άλλο. Δεν υπάρχουν σκέψεις. Παρά μονάχα οι προβληματισμοί του παρόντος.
Να προσέξω μην γλιστρήσω και πέσω. Να κρατάω καλά το σκοινί. Να ξαναβάλω το κεφάλι κάτω απ’ το νερό; Τι όμορφός που υψώνεται ο βράχος! Πόσο να καθίσω εδώ, που δεν θέλω να φύγω ποτέ;

Ανάμεσα από αυτές τις σκέψεις, υπάρχουνε σιωπές.

Το κενό του μυαλού μοιάζει με το κενό του καταρράκτη.
Οι κραυγές της ψυχής γίνονται ο μανιασμένος ήχος του νερού που πέφτει από ψηλά.
Σιωπή.
Τώρα γίνεται θηρίο ένα απ’ τα θαύματα της φύσης.
Νομίζω πως αυτό το κενό που υπάρχω εκεί για λίγο, είναι το μόνο μέρος που δεν θα μπορούσα να βάλω τα κλάματα ποτέ!
Παρά μονάχα θα ήμουν ολόκληρη ένα δάκρυ, που κυλάει απ’ το κρανίο μου μέχρι τα πέλματά μου.
Λυτρωτικός αγωγός ανθρώπινου σχήματος.

Δεν ξέρω αν με χρειάζεται η φύση για να διαχέει τα συναισθήματα που μου προκαλεί. Το μόνο που ξέρω είναι πως εγώ την χρειάζομαι για να με βάζει στη θέση μου.

Τόσο μικρή, τόσο τιποτένια, τόσο μηδαμινή μέσα στο μεγαλείο του πλανήτη Γη.

Τι ξεκούραση του νου, Θε μου! Να νιώθω ασήμαντη!
Άλλο «ένα κορμί άθικτο, ένα κορμί καθαρό», εκεί, μέσα στο κενό, ξαναγεννιέται!

Δεν υπάρχουν θέλω, δεν υπάρχουν πρέπει, δεν υπάρχουν όνειρα, δεν υπάρχουν τύψεις, δε υπάρχουν άγχη.
Τα έχει πάρει όλα η ορμή του αποφασισμένου νερού που ο μονόδρομός του είναι να πέφτει με ορμή στο κενό από ψηλά.
‘Ενα άλλο κενό, που αν δεν κρατηθώ καλά απ’ το σκοινί, θα πέσω και γω εκεί.
Μα δεν μου περνάει απ’ το μυαλό. Τι παράξενο!
Κρατιέμαι γερά.

Να ζήσω θέλω!

Επιστρέφω στις γούρνες ανάμεσα στα βράχια.
Εκεί το νερό δεν πέφτει με τόση ορμή.
Ασφάλεια.
Εκεί, το νερό χαϊδεύει και πιτσιλάει παιχνιδιάρικα.
Εκεί, το χαμόγελο και τα μάτια τα κλειστά, ευχαριστούν την ευτυχία που ήρθε και με βρήκε.
Ρέει η χαρά κάτω από έναν ανοιξιάτικο ήλιο, μέσα σε μια γούρνα με ζεστό νερό, πλάι σ’ έναν καταρράκτη μαγικό.
Η αναπνοή δυσκολεύει. Το θειάφι ζαλίζει. Το σώμα ζητάει να βγει έξω. Ν’ αρχίσει να περπατάει στις γλιστερές πέτρες.
Η στιγμή του αποχωρισμού πλησιάζει.

Το μυαλό θέλει να μείνει ακόμα εκεί.
Γιατί εκεί το μυαλό αναπαύθηκε.
Η καρδιά θέλει να μείνε εκεί, γιατί εκεί η καρδιά ευτύχισε.

Σωματικό δοχείο. Ξεκίνησε να γεμίζει με χαμόγελα και ευτυχία. Ας μην το βρωμίσω σύντομα.
Όλα τα πρέπει και τα θέλω, τώρα τα βλέπω αλλιώς.


6 ώρες μετά…


Στο σπίτι πάλι. Στη σπηλιά μου.
Μ’ένα κάρο μπιχλιμπίδια τριγύρω μου.
Χρώματα κι αρώματα. Ζωές και φαντασίες βαλμένες σε δεκάδες βιβλία. Τραπέζια και καρέκλες και ο υπολογιστής και μουσικά όργανα κι ένας σκύλος και λουλούδια στη βεράντα και νερό να τρέχει απ’τη βρύση, να ποτίσει τους βολβούς που φύτεψα πριν λίγες μέρες μέσα στο χώμα, μέσα στη γλάστρα. Κάτι ν’ ανθίσει, να το προσέχω!
Κι αυτό είναι η ζωή μου.

Κι αυτό είναι ένα χέρι που κρατάει το μολύβι και γράφει, ενώ το σώμα είναι σαν άυλο έπειτα από τόσο νερό πάνω του.
Το σώμα είναι ακόμα εκεί ξαπλωμένο στα βράχια. Και το μυαλό ήδη επέστρεψε στις συνήθειές του.
Καταρράκτης από θέλω, πρέπει, νιώθω, είμαι…

Είμαι και πάλι ο αρχηγός που θα ορίσω.
Δεν κρατάω πια το σκοινί.
Δεν φοβάμαι.

Και μάλλον πέφτω τελικά.

Στο κενό. Στο κενό…

Στο χώρο…



Άχ πόσο θα’ θελα να ένιωθα και πάλι κουκκίδα μηδαμινή και τιποτένια!
Να μείνω εκεί για πάντα, στο κενό του καταρράκτη.

Μέρος τοπίου να γίνω. Άγαλμα γλιστερό να γίνω. Βράχος.
Να γεμίσω βρύα και λειχήνες.
Με στόμα ανοιχτό να ξερνάω νερό εις τους αιώνες των αιώνων.
Και η καρδιά μου να χτυπάει εκεί για πάντα, σε ρυθμό δεκαπεντασύλλαβο.
Μα να μην το ξέρει κανείς.


Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Έτσι είναι η αγάπη


Μια ουρά που κουνιέται ασταμάτητα.
Πέρα δώθε η χαρά. Κι είναι αρκετό για να σκάσεις ένα χαμόγελο στο παρόν σου, που περιμένει εναγωνίως να ευτυχίσεις.

Έτσι είναι η αγάπη.
Δυο μάτια καθαρά. Απέναντι απ’ τα μάτια σου.
Απλώνεις το χέρι και θέλεις ν’ αγγίξεις, ό,τι σε καθησυχάζει.

Ομορφιά μου…
Με όσες λέξεις κι αν σε στολίσω, όσα χάδια κι αν σου προσφέρω, ποτέ δεν θα καταφέρω ν’ ανταποδώσω αυτή σου την πίστη.

Όσο φαΐ κι αν σου δώσω, όσες βόλτες κι αν σε πάω, όσα γλυκόλογα κι αν σου πω, ποτέ δεν θα καταφέρω να σ' αγαπήσω τόσο, όσο εσύ μ' αγαπάς.

Γιατί ο άνθρωπος, σκύλε μου μονάκριβε είναι σκληρός, είναι γενναίος, είναι πεισματάρης, είναι αδύναμος, είναι δειλός, είναι υπεράνω.
Γιατί ο άνθρωπος, σκύλε μου αγαπημένε, είναι καταδικασμένος .
Η νοημοσύνη του τον μετατρέπει σ’ έναν νάρκισσο χωρίς ουρά.
Και για να καταφέρει να εκφράσει αυτό που εκφράζεις εσύ μ’ ένα πέρα δώθε της ουράς σου, χρειάζεται να περάσουν χρόνια και χρόνια μοναξιάς.


Η ανάγκη της επιβίωσης.
Με χρειάζεσαι για να σου γεμίσω ένα πιάτο φαΐ κι άλλο ένα με φρέσκο νερό.
Νερό Τροφή Χάδι Βόλτες Αφόδευση Ύπνος
Οι ανάγκες της επιβίωσης.

Τα ίδια χρειάζομαι και γω για να επιβιώσω, ζώο μου καλό!
Τόσο απλά, τελικά.

Είσαι τυχερό ζώο γιατί σ’ αγαπώ μ’ έναν δικό μου τρόπο.
Είμαι τυχερό ζώο, γιατί μ’ αγαπάς.

Αρκεί.
Στ’ αλήθεια, αρκεί.

Μα πόσο σε ζηλεύω.
Σε ζηλεύω για την ευθύτητά σου στην αντανάκλαση των ενστίκτων σου.
Στην σωματοποίηση των αισθημάτων σου.
Μα παρόλα αυτά, υπακούς στους νόμους του είδους μας.
Κι εμείς σ’ αυτούς υπακούμε.
Και μην φανταστείς πως φταίμε.
Το είδος μας φέρει μια ακατανόητη μανία αυτοκαταστροφής.
Είναι τα πάθη του, βλέπεις.

Πως εσύ κοιτάς με λαχτάρα το κόκαλο και σου τρέχουν τα σάλια;

Κι αναρωτιέμαι, πώς είμαι ακόμα ζωντανή, ζώντας μαζί σου στο ίδιο σπίτι.
Αναρωτιέμαι αν ένιωσες ποτέ την ανάγκη μέσα στην πείνα σου, τα βράδια όταν κοιμάμαι, να με κατασπαράξεις με τα τεράστια δόντια σου.


Πως αντέχεις την τόση αδικία.
Που όταν μου γλείφεις τις πληγές, σωπαίνω και δακρύζω.

Κι εγώ, είμαι πολύ άνθρωπος για να σου γλείψω τις πληγές σου.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

πέντε δέκα δεκαπέντε είκοσι εικοσιπέντε τριάντα τριαντ...ψιτ ψιτ, μ' ακούς;

Μου είπε να πάω να μαζέψω τα παιχνίδια μου γιατί νυχτώνει και πρέπει να φύγουμε.
Έπλαθα ιστορίες σ' ένα λιμανάκι πλάι στη θάλασσα.
Κάτι ψαρόβαρκες, κάτι καΐκια και κάτι ιστιοπλοϊκά. Ούτε άμμος, ούτε χώμα, ούτε κρυψώνες. Μόνο μια μικρή έκταση τσιμέντου ανάμεσα σε καφενεδάκια και ψαροταβέρνες. Κάτι bibibo με βγαλμένα χέρια και πόδια και ρούχα πολλά.


Δεν μου αρέσουν. Μα δεν έχω φίλους να παίξω κυνηγητό, μήλα, κρυφτό…
Αγαλματάκια ακούνητα αμίλητα κι αγέλαστα γύρω μου παντού. Δεν χάνουν με τίποτα. Ακούνητα αμίλητα κι αγέλαστα αυτοσχεδιάζουν παγωμένα στον κόσμο μου μέρα και νύχτα. Αλλάζουν θέσεις στο ανοιγόκλεισμα των ματιών μου. Τους συνήθισα να μην χάνουν.
Σήμερα κάποιοι γεννήθηκαν. Μελλοντικοί άνθρωποι. Σήμερα κάποιοι πέθαναν. Κι αν έχουν μια θέση στο google search είναι τυχεροί.
Μα τι γίνεται με αυτούς που ξέρω μόνον εγώ; Αυτούς που αγάπησα. Αυτούς που εμπιστεύτηκα, αυτούς που στην μηχανή αναζήτησης του μυαλού μου θα έχουν πάντα την πρώτη θέση;
Φωτογραφίες. Ακούνητες αμίλητες και γελαστές. Ξυπνάνε ιστορίες.

Παίρνω αμπάριζα και φεύγω!
Πάω να μαζέψω τα παιχνίδια μου. Κομμάτια μιας ηλικίας τόσο σεβαστής, που τρομάζω.

Σήμερα γνώρισα έναν άνθρωπο.
Δεν ακούει απ’ το ένα αυτί τίποτα.
Όταν ήταν μωρό, απ’ τον πολύ τον πυρετό κόντεψε να πεθάνει, τον βρήκαν οι γονείς του σε μπλε χρώμα μέσα στην κούνια. Δεν ανέπνεε. Η μητέρα του τον σήκωσε και κατεβαίνοντας τις σκάλες μέσα στον πανικό της, έπεσε και το τράνταγμα έδωσε ξανά ανάσα στο μωρό. Σώθηκε. Το μόνο που επηρεάστηκε απ’ όλο αυτό το περιστατικό, ήταν κάποιο σημείο στον εγκέφαλό του, που είχε να κάνει με την απώλεια ακοής του αριστερού αυτιού.

Εγώ, σε αυτό το αυτί, θέλω μια μέρα να του ψιθυρίσω πως τον αγαπώ.