Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

ΕΔΩ




Η ώρα άλλαξε. Έφτασε επιτέλους κι αυτή η μέρα. Πάντα τη γούσταρα. Η μέρα μεγαλώνει. Λιγοστεύουν οι σκοτεινές ώρες. Δεν σε παίρνει να πέφτεις για πολύ ακόμα. Η μέρα σε κρατάει ζωντανό.
Κι ο καιρός άλλαξε. Τα χρόνια πέρασαν, περνούν και μια βόλτα απόψε στα Εξάρχεια μ’ έκανε να χαμογελάω συγκαταβατικά εισπνέοντας με κατανόηση την κατρουλίλα. Τόσο γνώριμη...
Η κατρουλίλα αυτή είναι η μόνη απόδειξη ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει τελικά. Ούτε καν εγώ. Περνάω απ’ τη Ζαϊμη και βγαίνω στη Στουρνάρη. Εδώ Πολυτεχνείο! Εικόνες στο μυαλό καρέ καρέ απ’ το παρελθόν μου. Πού να ζούσα και το ’73…!
Πέρα δώθε τη Στουρνάρη με έναν φάκελο τεράστιο να σέρνω πάντα μαζί μου- όλα τα σχέδια για το μέλλον μου τα είχα κλεισμένα εκεί- και μια τσάντα στον ώμο με χρώματα και όνειρα. Κι όλο το πείσμα μου το σκόρπιζα στα ίδια βρωμερά πεζοδρόμια. Κι είχα για παρέα την φαντασία μου και τίποτα άλλο.
Με μια πεποίθηση ότι για όλα όσα αγωνίζομαι θα ανταμειφθώ κάποια στιγμή, δεν μπορεί…

Και ναι. Τα κατάφερα. Δεν μπορώ να πω. Τα κατάφερα ως ένα μεγάλο βαθμό. Παρόλο που η μυρωδιά μιας σχεδόν απολαυστικής κατρουλίλας με συνόδευσε μέχρι και σήμερα και μέσα από την μπόχα μπορούσα πάντα και ν’ αγαπήσω και να παλέψω και να σταθώ στα πόδια μου, παρόλα αυτά είναι κάτι που με πληγώνει βαθιά. Πολύ βαθιά, σαν να’ χει ποτίσει αυτή η γλυκόξινη οσμή όλο μου το περίβλημα.
Με πληγώνει βαθιά που αυτός ο κόσμος δεν φτιάχτηκε για μένα. Ούτε και γω φτιάχτηκα γι’ αυτόν τον κόσμο. Ο κόσμος μου με πληγώνει βαθιά. Κι ο φασισμός, ο ίδιος κι απαράλλαχτος φασισμός έχει μεταμφιεστεί τόσες πολλές φορές κι ακόμα δεν έχει καταφέρει να κρυφτεί, να με ξεγελάσει πως ψόφησε για πάντα.
Τα χρόνια πέρασαν σαν τις αφίσες που κολλάνε η μια πάνω στην άλλη στις κολώνες. Σαν τα συνθήματα τα γραμμένα ξανά και ξανά σε χιλιοβαμμένους τοίχους.
Φωνές πάνω από άλλες φωνές ζητάνε αλληλεγγύη και δικαιοσύνη και ελευθερία.
Τόσα και τόσα χρόνια ζητάνε.

Αυτό το «τίποτα δεν γίνεται» εισχωρεί και στην προσωπική μου ζωή, θέλει δεν θέλει.
Αυτό το ανεκπλήρωτο όνειρο μιας κοινωνίας που θα με παρασύρει μαζί της.
Καμία κοινωνία δεν με παρασέρνει μαζί της. Αντίθετα. Με διώχνει. Με απομακρύνει. Την απεχθάνομαι. Μου ‘ρχεται αναγούλα. Με κατουράει. Ξερνάω.


Το μόνο που καταφέρνω να κάνω είναι να την πλάθω και να την χρωματίζω έτσι όπως εγώ την φαντάστηκα κάποτε. Και μ’ αρέσει τόσο μα τόσο πολύ να ζω εκεί μέσα. Άγρια χέρια παλεύουν με τις εμμονές μου και προσπαθούν
να με βγάλουν έξω στην πραγματικότητα.
Δεν θέλω. Δεν θέλω. Δεν μου αρέσει.
Ποια είναι η πραγματικότητα ; Μπερδεύομαι. Το χάνω.
Είπα πως δεν θα βάλω κανένα ερωτηματικό απόψε, μα δεν τα κατάφερα.
Δεκάδες ερωτηματικά κυκλοφορούν μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
Με ακολουθούν από δωμάτιο σε δωμάτιο.
Με βρίσκουν τελικά να στέκομαι μπροστά απ’ τον καθρέφτη.
Ποια είναι η πραγματικότητα;

Εδώ έξω πρέπει να πάψεις ν αγαπάς! Τ’ ακούς;

Εδώ έξω έχει μαρμάρινα πεζοδρόμια και ακριβά αυτοκίνητα, μεγάλα σπίτια με μεγάλους κήπους, με καθαρόαιμα σκυλιά. Λουλούδια πάντα στο βάζο. Το ψυγείο τίγκα, το μπάνιο να μυρίζει dettol, Σαββατοκύριακο στη Ρώμη για ψώνια και ένα εισιτήριο για Ν. Υόρκη στο συρτάρι.
Οι κακοί στις φυλακές και οι καλοί ελεύθεροι.
Οι άντρες πια δεν έχουν τρίχες ούτε αρχίδια και οι γυναίκες ξύνουν το μουνί τους με ψεύτικα νύχια.

Εδώ πρέπει να πάψεις ν΄αγαπάς! Τ’ ακούς;



Δεν θέλω ρε! Εσύ τ’ ακούς;
Άσε με απόψε εδώ. Στην Στουρνάρη. Ν’ αποθεώνω την αυθεντικότητα του κατρουλιού και ν΄αγαπώ εκείνο το κορίτσι που περπατάει μόνο του παρέα με τα πιο όμορφα όνειρα ενός δικού του κόσμου.




Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Μάθε τέχνη κι άστηνε κι άμα πεινάσεις φάτηνε



1977 μακαρόνια στην κατσαρόλα σου. Ενωμένα. Δυνατά!
Όταν η μούχλα γίνεται τέχνη δεν μπορείς να τη φας στο πιάτο.
Παρόλα αυτά θαυμάζεις το αποτύπωμα του χρόνου που περνάει, ενώ ταυτόχρονα τσιγαρίζονται ισόποσα εγκεφαλικά κύτταρα κάπου εκεί ψηλά στο κρανίο. Γεννιούνται σκουλήκια που μασουλάνε τις άσχημες σκέψεις σου και θα ορκιζόσουνα πως ξεπερνάνε σε ποιότητα ακόμα και την πιο εύγευστη κατάχρηση.
Σε gourmet εποχές ένα τέτοιο γεύμα θα χόρταινε επίσης, ακόμα και τα πιο τρελά σου όνειρα, θα φλέρταρε με την πιο γουστόζικη φαντασία.
Θέλω να τα… ταριχεύσω. Να τα βάλω σε κουτάκι από plexiglass και να το στολίσω στην κουζίνα. Να μου θυμίζει τον παλιό κακό καιρό, τότε που τα μυαλά κουβάρια μου, μου έκρυβαν την άκρη της αρχής και την άκρη του τέλους. Τώρα ξέρω!
Ο ομφάλιος λώρος μου μετουσιώνεται σε ομφάλιο ρόλο. Μπορώ να διαλέξω για κύριο πιάτο ό,τι λαχταρώ! Κύριε Πιάτε, το ξέρω καλά πως στον πάτο σερβίρετε την πιο νόστιμη σαλτσούλα. Θα πάρω δύο. Μια για μένα κι άλλη μια για μένα πάλι. Έτσι μου αρέσει, δεν φαντάζομαι να σας τις στερήσω…? Ε? Ε?? Ε???
Στις πιο γκρίζες σκέψεις μου χιονίζει και στις πιο ηλιόλουστες, εμφανίζονται δροσερές σκιές. Σε μια τέτοια δροσερή σκιά κάθομαι τώρα. Ρεμβάζω και χαμογελώ!
Σε λίγο θα σκάσω και στα γέλια, περιμένετε!
Φέρτε μου και μια μπουκάλα κρασί. Από κείνο το βεραμάν. Το ξέρω ότι το φυλάγατε στην κάβα σας για κάτι τέτοιες μοναδικές στιγμές. Χικ!

Και που είσαστε, γκαρσόν?
Φέρτε και το λογαριασμό. Ναι από τώρα.! Μετά… Ποιός ζει, ποιος πεθαίνει?
Θα μεθύσω κι ύστερα θα φάω το έργο τέχνης μου.
Έτσι αποφάσισα εντέλει.
Καλή όρεξη.
Φχαρστώ!


Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Εύθραυστη μα τόσο κόκκινη...

Σαν να χειμώνιασε πάλι. Βροχή και αέρας. Έχει ενδιαφέρον πως μπλέκονται οι εποχές κι οι διαθέσεις. Θα νόμιζες πως όλα αυτά τα μπουμπούκια στα δέντρα θα σκόρπιζαν, μα όχι. Είναι όλα στη θέση τους και αντιστέκονται. Θέλει αγώνα για να βγάλεις καρπό.
Τα χόρτα αρχίζουν και ψηλώνουν στο δάσος. Σε λίγο δεν θα μπορείς να κάτσεις κάτω απ ‘τις αμυγδαλιές. Και κει, τα μονοπάτια στενεύουν. Ένα είναι το αγαπημένο μου. Μ’ αρέσει να το παρατηρώ χρόνο με το χρόνο, εποχή με την εποχή. Είναι που όσο τα χόρτα ψηλώνουν τόσο αυτό μικραίνει μα συγχρόνως διαχωρίζεται τόσο ξεκάθαρα. Και κείνα τα χόρτα που ψηλώνουν, σε λίγο θα βγάλουν κατακόκκινες παπαρούνες. Άπειρες κατακόκκινες παπαρούνες! Πόσο μ’ αρέσει εκείνο το μονοπάτι…
Την πρώτη φορά που αντίκρισα τις τόσες μαζεμένες παπαρούνες, ένα κατακόκκινο χαμόγελο μου φόρεσαν στο στόμα. Τόσες πολλές μαζί και τόσο εύθραυστες! Τα πέταλά τους, τέσσερα, θαρρείς και ζευγάρωσαν δυο πεταλούδες κι απ’ την τόση αγάπη την κόκκινη, μείναν εκεί σε μια εποχή μαζί, κι ύστερα σκόρπισαν τα πέταλα και χώρισαν για πάντα. Μα ο καρπός έπεσε στο χώμα, εκεί απ’ όπου όλα αρχίζουν κι όλα τελειώνουν για να ξαναρχίσουν και να ξανατελειώσουν και πάει λέγοντας…
Κάποτε, πριν χρόνια σε ένα παιχνίδι στη δραματοθεραπεία με είχαν ρωτήσει τι θα διάλεγα να είμαι αν έπρεπε να επιλέξω μέσα από τον κόσμο των φυτών.
Είχα επηρεαστεί τότε από μια εκδρομή σ’ ένα καλυβάκι κάπου στο Καρπενήσι που ήμασταν περικυκλωμένοι από λογιών λογιών δέντρα και φυτά. Θα ήθελα να είμαι Έλατος. Όχι έλατο. Εκεί κατάλαβα την διαφορά. Ο Έλατος είναι απλά…τεράστιο έλατο σχεδόν γιγάντιο!
Βαθιές ρίζες σε χώμα υγρό που μεγαλώνουν σταθερά. Έχουν εμπόδια αλλά τα βρίσκουν με τα γύρω φυτά και ο καθένας παίρνει το χώρο του.
Όταν θ’ άρχιζα να μεγαλώνω θα φοβόμουν μήπως δεν καταφέρω να πάρω τον χώρο που θα χρειαζόμουν, ή, θα φοβόμουν μήπως και μ’ έκοβαν για να με κάψουν.
Μέχρι στιγμής, ζω.
Κορμός ψηλός, σταθερό δέντρο. Πράσινο σκούρο που σε αυτή τη φάση της άνοιξης ξεπετάγονται ανοιχτόχρωμες νέες πράσινες φουντίτσες στη συνέχεια των σκούρων.
Φως ανάμεσα στα κλαδιά.
Υγιές δέντρο. Θέλει να φτάσει όσο πιο ψηλά γίνεται.
Το μόνο του ελάτομα… και στην γλώσσα μας, ελάττωμα, είναι που θέλει δίπλα του κι άλλους έλατους, στο ίδιο ύψος, ν’ ακουμπούν τα κλαδιά του.
Στην πραγματικότητα αυτή η επιλογή ήταν μια επιλογή μεγαλεπήβολη.
Αγέρωχη δύναμη εις τους αιώνες των αιώνων.

Αν με ρωτούσες τώρα, παπαρούνα θα σου’ λεγα…
Εύθραυστη μα τόσο κόκκινη…
Αγγειόσπερμο, δικότυλο, ποώδες φυτό του αγρού που ανθίζει την άνοιξη και σκορπίζει τη άνοιξη. Νομίζω μάλιστα πως τα πέταλά της βαστούν στο μίσχο μια εβδομάδα μονάχα.

Καλή εβδομάδα.