Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Το Μυαλό Και Η Αμυγδαλιά

ΦΟΒΑΤΑΙ το μυαλό να στείλει εντολή στο χέρι να αρχίζει να γράφει. Φοβάται να διαβάσει μετά, με τι επέλεξε να ξεκινήσει, να συνεχίσει, να τελειώσει.
Τι να διαλέξει λοιπόν;
Διαλέγει ν’ αρχίσει με την αμυγδαλιά.
Αυτήν που συνάντησε πριν λίγες ώρες.
Τη διάλεξε ανάμεσα από κάμποσες αμυγδαλιές που ζούσαν σε μια συστάδα, στο βάθος ενός πράσινου λιβαδιού.
Πλησίαζε η άνοιξη, κι αυτές είχαν ήδη αρχίσει ν’ ανθίζουν.

Αφού διέσχισε το λιβάδι ξεχώρισε μια απ' όλες και την πλησίασε. Αγκάλιασε τον κορμό της και κείνη του χάρισε ό,τι είχε και δεν είχε.

Από τις ρίζες που τρέφονταν απ’ τη γη, μέχρι και τα μπουμπούκια της που ζωντάνευαν απ’ τον ήλιο, μια ιστορία είχε γραφτεί. Του την έβαλε στο μυαλό και το μυαλό σιγά σιγά την μετέφερε στο σώμα.
Το σώμα ανατρίχιασε ολόκληρο. Μάλλον όχι ολόκληρο. Μονάχα το μπροστινό μέρος που είχε την επαφή με τον κορμό του δέντρου.

Ένα κλαδί ξέφευγε λίγο πιο δίπλα απ’ το κρανίο του. Το ένιωσε σαν ανοιγμένο χέρι και κούρνιασε το πρόσωπό του αφήνοντας ένα μικρό κενό για να μπορεί να αναπνέει. Τότε όλη η μυρωδιά του ζωντανού ξύλου και το άρωμα των ολάνθιστων μπουμπουκιών πέρασε –μικρό αεράκι- απ΄ τη μύτη του.
Κι ήταν εκείνη ακριβώς η στιγμή που ένιωσε χαμένος στις πιο μοναδικές του αγκαλιές.

Τη δυνατή αγκαλιά της μάνας.
Την στοργική αγκαλιά του πατέρα.
Την αδελφική αγκαλιά του καλύτερού του φίλου.
Την περήφανη του παππού.
Την -λίγο πριν το παραμύθι- της γιαγιάς.
Την αδελφική του αδελφού.
Την ατρόμητη της αδελφής.
Την αχόρταγη του μικρού παιδιού.
Την ζεστή και τρυφερή μετά από έρωτα…

Δεν ήθελε να φύγει. Δεν ήθελε να φύγει με τίποτα από την αγκαλιά της ζωής.

Μα όλοι ξέρουμε πως έπρεπε να φύγει, έτσι δεν είναι;

Τότε άρχισε να κλαίει. Μικροί λυγμοί τράνταζαν όλα τα κλαδιά του δέντρου.
ΦΟΒΟΤΑΝ το μυαλό να στείλει εντολή στα χέρια να ξεσφίξουν τον κορμό, στα πόδια να πισωπατήσουν, στο σώμα, να στραφεί προς την αντίθετη κατεύθυνση και να επιστρέψει.

Να επιστρέψει που…;

Να επιστρέψει στο σπίτι, να κλείσει πίσω του την πόρτα, να πάει να χωθεί κάτω απ’ τα σκεπάσματα, να κλείσει τα μάτια και να ονειρευτεί πως ξεκινάει να διασχίζει ένα πράσινο λιβάδι που στο βάθος του φαίνεται μια συστάδα από…


…από λευκάνθιστες αμυγδαλιές.

Θα συνεχίσει…



Αλίμονο…

Θα συνεχίσει…

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Θα ζήσω. Έτσι δεν είναι;



Που δεν έχετε ποτέ σας ονειρευτεί μια σκιά που να μην σας τρομάζει…
Ατρόμητοι σε μια αντανάκλαση ενός εαυτού δίχως όρια.
Μου μίλησαν για σύνορα μα ποιος ορίζει την ορατότητα σε αυτό το παιχνίδι;
Οι λέξεις κρύβονται πίσω από συναισθήματα. Κι εκεί που πας να τολμήσεις να πεις πως πρωτόγνωρα είναι, η αυστηρή δασκάλα η κυρία λογική σε επαναφέρει και σε αναγκάζει να αριθμήσεις τα θέλω σου.
Πρωτόγνωρα είναι. Πρωτόγνωρα είναι;
Ναι ρε κυρία, πρωτόγνωρα είναι, έχεις κανένα θεματάκι και δεν το ξέρω;
Ναι, μου απαντάει. Μην με κακολογείς, εγώ πάω να σε προστατέψω και συ με κακολογείς, με αμφισβητείς, με πολεμάς.
Όχι, κυρία, δεν σε πολεμάω. Σε έχω μάθει τόσο καλά και σε σέβομαι και προσέχω και φροντίζω και όλα καλά κι όλα ωραία αλλά… μη με ταλαιπωρείς άλλο καημένη λογική. Δεν θέλω άλλο. Όχι.
Ποτέ δεν σε αγάπησα, απλώς σε σεβάστηκα. Ποτέ δεν σε κατάλαβα…
Χάρισέ μου ένα διάλειμμα σε μια παιδική χαρά. Να παίξω, να τρέξω, να λαχανιάσω.

Που δεν έχετε ονειρευτεί ότι εδώ είναι όλα…
Στο ξεσκαρτάρισμα τα μάτια ανοιχτά και η καρδιά σε σκοπιά να φυλάει την τύχη της.
Γαμώ την τύχη μου γαμώ, που δεν άντεξα να μην σαβουριαστώ σε καταστάσεις που δεν άξιζαν ούτε ένα δάκρυ. Την τύχη μου, που ανέξοδα τόσα χρόνια ποντάρει σε σκοροφαγωμένες τσόχες. Σε σημαδεμένες ιστορίες. Σε μαυροκόκκινες στιγμές χωρίς φαντασία.

Με κέρασαν την πιο όμορφη φαντασία κι ήθελα κι άλλο.
Γλυκό του κουταλιού σε εποχές που σιχαίνονται το πετιμέζι.
Όσο πιο λίγο τρως τόσο πιο πολύ απολαμβάνεις.
Όσο πιο λίγο δοκιμάζεις τόσο περισσότερο έρχονται στα όνειρά σου τα μακροβούτια της απόλαυσης.

Κυρία λογική θαρρώ πως αγάμητη είσαστε. Και μας παραφουσκώνετε χρόνια και χρόνια με το ίδιο βιολί.
ΡΕ ΔΕ ΜΠΑ νΑ…

Ω ναι!



-Με σιχαίνεσαι που σε ξεμπροστιάζω έτσι;
-Όχι. Σε παραδέχομαι. Που τολμάς να με προσβάλεις.
-Πλάκα μου κάνεις;
-Όχι. Σε ζηλεύω που δεν χαμπαριάζεις. Κι ας ξέρω πως έχεις άδικο.
-Άδικο;
- Ναι. Άδικο.
-Και που ξέρεις πως έχω άδικο ρε κυρία;
-Θα δεις πως αν δεν ερωτευτεί η λογική το συναίσθημα και το συναίσθημα τη λογική, δεν πρόκειται ποτέ να νιώσεις την γαλήνη.

-Εδώ και είκοσι λεπτά έχω λόξυγκα. Τον σιχάθηκα.
Κρατώ την αναπνοή μου μα δεν λέει να φύγει.
Μπορεί να με ξεκάνει, μα θα ζήσω, έτσι δεν είναι;

-Έτσι είναι…
-Πόσο σίγουρη είσαι;
-Εντελώς σίγουρη.
-Εντελώς σίγουρη ε;;
-Ναι…