Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

anchor



Δεν ξέρω αν συμμετέχει το μυαλό, αν συμμετέχει η καρδιά, αν συμμετέχει η διάθεση να συνταιριάξει η μουσική με τα συναισθήματα.


Η μουσική. Η μουσική. Οι μουσικοί. Οι οργανοπαίχτες. Τα όργανα. Οι χορδές. Τα πλήκτρα. Η φωνή. Οι ήχοι. Οι τόνοι. Τα ημιτόνια. Οι παύσεις. Οι παύσεις. Οι παύσεις… Η σιωπή….
Σε μια τέτοια σιωπή ήρθα και σε βρήκα στα καμαρίνια. Κρυμμένος. Κρυμμένος. Ευτυχισμένος. Φοβισμένος. Ευτυχισμένος. Τρομαγμένος. Ευτυχισμένος. Συγκλονισμένος. Εσύ. Τόσο εσύ όσο ποτέ άλλοτε. Τόσο εσύ. Εκεί πάνω. Στη σκηνή. Ύστερα από …δεν ξέρω και γω πόσα χρόνια…δεκαετίες…ξανά. Πάνω στην σκηνή…ξανά… Σαν να μην κατέβηκες ποτέ…είπες…Σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα, ούτε μια ώρα… Άλλη ζωή. Στην ίδια πάντα μέσα. Άλλη ζωή…Ο κόσμος σ’ αγαπάει ακόμα. Ο κόσμος…πάντα σ’ αγαπούσε. Σε έχασε. Σε έχασε. Τον έχασες. Χάθηκες. Μα εκείνο, δεν χάθηκε ποτέ. Εκείνο το ψίχουλο γεμάτο από ψυχούλα. Εκείνο το ψίχουλο που μπορεί να χορτάσει γενιές ολόκληρες. Εκείνο, δεν χάθηκε ποτέ. Σε βρήκε, το βρήκες. Στην ώρα του. Στην καλή του ώρα. Πάντα υπάρχουν οι πιο κατάλληλες στιγμές για να γίνονται τα πράγματα.
Ήρθα και σε βρήκα. Μικρό παιδάκι πενήντακάτι χρονών. Μικρό παιδάκι. Ξέσπασες στα καμαρίνια. Μικρό παιδάκι, του έδωσαν ξανά το αγαπημένο του παιχνίδι να παίξει. Πάρε το μικρόφωνο φίλε μου καλέ. Μικρό παιδάκι με την βεβαιότητα του χρόνου που ξέρει να πατά στα πόδια του καλά και να παίρνει αγκαλιά τον σοφό άνθρωπο να τον βγάλει και πάλι στη σκηνή.
Ήρθα και σου μίλησα για την αγάπη. Η αγάπη φίλε μου. Η αγάπη ξέρει από μόνη της να επιβιώνει, να απελπίζεται, να κολυμπά σε βαθιά νερά, να χαχανίζει, να αναδύεται, να εξιστορεί, να ρεμβάζει, να ησυχάζει, να δοκιμάζει, να αποφασίζει. Η αγάπη φίλε μου, όταν σ’ αγκαλιάζει δεν σ’ αφήνει εύκολα κι ας αντιστέκεσαι. Η αγάπη φίλε μου, η αγάπη δεν τελειώνει. Δεν σβήνει, δεν υποχωρεί, δεν τσαντίζεται η αγάπη. Η αγάπη φίλε μου, κατάδικέ μου φίλε, είναι καταδικασμένη να μη μπορεί να εξαπατά τους μέσα μας εαυτούς. Γι αυτό και όταν κάτι το αγαπάμε αληθινά, πάντα έρχεται η στιγμούλα εκείνη η υπέρλαμπρη που μας το εμφανίζει αυτό το αγαπημένο, μέσα από στάχτες, μέσα από σκόνες, μέσα από φόβους, μέσα από τα σωθικά μας και μας το ρίχνει στα μούτρα, να! Δες το. Δες το ! Δες το! Είναι εδώ! Γύρω σου, μέσα σου παντού σου.
Κι ύστερα, απλώνεις το χέρι τρυφερά και χαρίζεις το πιο μονάκριβο χάδι που χάρισες ποτέ.

Έτσι ήρθα και σου μίλησα για την αγάπη κι ας μην το ήξερες. Κι ας μην το κατάλαβες. Έτσι ήρθα δίπλα σου και σου χάιδεψα το πρόσωπο. Πως ν΄ αντισταθώ, όταν το πιο εύθραυστο κομμάτι ενός ανθρώπου συνθλίβεται εμπρός μου, πώς ν ‘αντισταθώ…

Η αλήθεια. Η αλήθεια είναι αυτό που πάντα αναζητούσα και πάντα δυσκολευόμουν να βρω. Μα, την αλήθεια μάλλον την συναντάς τελικά εκεί που δεν την περιμένεις. Αστράφτει δειλά δειλά πίσω από σύννεφα. Πίσω από λέξεις κι από βλέμματα. Πίσω από μικρές μικρές στιγμές. Η αλήθεια είναι το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο. Γιατί μέσα της κρύβεται όλη η αγάπη.
Εκεί, δεν χωράνε ούτε αμφιβολίες, ούτε ανασφάλειες. Και δεν στο επισφραγίζει αυτό κανείς, απλά τη νιώθεις. Εισχωρεί μέσα σου τόσο ομαλά που σε γεμίζει με μια αναντικατάστατη ανακούφιση. Μια ξεκούραστη ηδονική σοφία. Και έτσι απλά, δημιουργούνται οι σχέσεις. Οι σχέσεις που αντέχουν στον χρόνο. Οι σχέσεις που έχουν τόσο δυνατή μνήμη…

Ακόμα κι αν δεν σε ξαναδώ ποτέ, μόνο που θα’ χω νιώσει την αλήθεια σου, θα φτάνει για μια ολόκληρη ζωή να θυμάμαι πως μοιράστηκες αυτό το κάτι, το τόσο δικό σου κάτι, και έφτανε και περίσσευε που ήμουν απλώς κι εγώ εκεί. Απλώς, απλούστατα, ήμουν εκεί την στιγμή που έπρεπε να είμαι απλώς εκεί και πουθενά αλλού. Πουθενά αλλού. Εκεί…

Με ρώτησες γιατί αγωνιώ. Γιατί;
Και σου απάντησα. Αγωνιώ γι ‘ αυτό που ξέρω. Και γι’ αυτό που θα’ θελα και οι άλλοι να ξέρουν. Το τόσο δεδομένο, το τόσο προφανές. Αγωνιώ για το αν είναι σε θέση να το αναγνωρίσουν. Έτσι, θα είναι μια επιβεβαίωση γα μένα πως δεν είμαι τρελή. Κι έχω τόση πολλή ανάγκη να νιώσω αυτόν τον καιρό πως δεν είμαι τρελή…
Μη φοβάσαι, μου έγνεψες. Θα μου πεις τώρα, πως γνέφεις στον άλλον το μη φοβάσαι. Ναι, μου το έγνεψες, πλάι στον καθρέφτη, εκεί στα καμαρίνια. Στον καθρέφτη που δεν κοίταξε κανένας απ’ τους δυο. Δεν χρειάστηκε. Δεν χρειάστηκε. Ήσουν ο καθρέφτης μου και ήμουν ο καθρέφτης σου. Δεν χρειάστηκε.

Σκούπισε τα μάτια. Βγαίνεις. Anchor.
Σε ζητάνε. Τους ζητάς. Πήγαινε. Θα πάω και γω, να σε δω, να σε ακούσω, να σε χαρώ. Θα πάω να σε χαρώ, να σε θαυμάσω, να σε χορτάσω, να σε χειροκροτήσω.
Θα πάω…
Κι αύριο, που θα νιώθεις τόσο μισός, τόσο λίγος, τόσο γεμάτος, τόσο άδειος, θα είμαι κάπου εκεί έξω να γνωρίζω καλά πως ακόμα κι αν πιστεύεις πως δεν πρόκειται να σε καταλάβει ποτέ κανείς, εγώ θα είμαι πεπεισμένη πως ξέρω το πιο κρυφό σου μυστικό.
Είναι όταν ο εαυτός γνωρίζει τον εαυτό του άλλου…έτσι απλά.
Απλούστατα.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

"Πόσο γαλήνια..."


του ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ (1871-1945)
μετάφραση: Νίκος Σπάνιας



Πόσο γαλήνια είν’ η ώρα και το πρόωρο τέλος της εσπέρας πόσον αβρά χρωματισμένο.
Παραθυρόφυλλα σπρωγμένα βίαια δεξιά και αριστερά, με ρωμαλέα κίνηση κολυμβητή βυθίζομαι στην έκσταση του χώρου.
Είναι άδολο. Είναι παρθενικό, είναι γλυκό και άγιο.
Από παντού σε χαιρετώ αρχή κάθε διαφάνειας.
Τι γεγονός για το πνεύμα, αυτό το αχανές.
Θα’ θελα πάνω απ΄ όλα, να σ’ ευλογήσω, αν ήξερα μονάχα…
Στ’ άνδηρα, περιπλεγμένα τρυφερά από φυλλωσιές, στο κατώφλι της πρώτης ώρας, στο κατώφλι του εφικτού, κοιμούμαι και ξυπνώ, είμαι μέρα και νύχτα, προσφέρω τρυφηλά μιαν άσωστη αγάπη, έναν ανυπολόγιστο τρόμο.
Η ψυχή μου σβήνει τη δίψα της στου χρόνου τον κρουνό, πίνει λίγο λυκόφωτο και λίγη χαραυγή, νιώθει πως είναι μια γυναίκα νικημένη από τον ύπνο, ένας άγγελος καμωμένος από φως… κοινωνεί με τον εαυτό της, πέφτει σε μια κατήφεια και πετά με τη μορφή πουλιού σ’ ένα ημίγυμνο ύψος όπου ο βράχος του-χρυσός και σάρκα- διαπερνά το κυανό της νύχτας.
Πολύ υψηλά κάτι άστρα μοναχικά, τρεμίζουν, υποφώσκουν.
Αυτό το απολειφάδι πάγου είναι το φεγγάρι.
Γνωρίζω κάλλιστα πως ένα ασπρομάλλικο αγόρι αποστηθίζει αρχαίους θρήνους, ημιθανές, ημίθεο, πάνω στο ουράνιο αυτό αντικείμενο καμωμένο από μια σπιθόβολη, θανάσιμη ουσία, κρύα και τρυφερή που βαθμηδόν διαλύεται.
Το κοιτάζω λες και δεν έχω μέσα μου καρδιά.
Η νιότη μου πάλαι ποτέ ένιωθε δάκρυα ν ‘αναβλύζουνε την ίδια τούτην ώρα και κάτω από την ίδια μαγγανεία της λιπόθυμης σελήνης.
Η νιότη μου ατένιζε την ίδια αυγή και ατενίζω τον ίδιον εαυτό μου στο πλευρό της νιότης μου.

Διαιρεμένος πώς να προσευχηθώ;
Πώς να προσευχηθείς σαν ένας άλλος εαυτός αφουγκράζεται την προσευχή σου;
Να γιατί πρέπει να προσεύχεται κανείς με λέξεις άγνωστες.
Απόδωσε αίνιγμα στο αίνιγμα, αίνιγμα για αίνιγμα.
Ανέβασε κάθε μυστήριο εντός σου σε αληθινό μυστήριο.
Υπάρχει κάτι εντός σου που ισοδυναμεί με ό,τι σε ξεπερνά…