Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Μνήμες

























Ούτε που θυμάμαι αυτό που δεν ήθελα να ξεχάσω.
....................................................................

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Από τη ρίζα ως την άκρη





Ήθελε να δικαιολογηθεί ακόμα κι αν του υπενθύμισαν πως είναι αθώος.
Μπορεί να ήταν και γυναίκα, δεν ξέρω.
Το μόνο που κατάλαβα ήταν πως τα μαλλιά έπαιξαν σημασία σε όλη αυτή την ιστορία που ξεκίνησε από κάπου πιο χαμηλά απ’ όσο είναι τώρα.
ΟΙ περισσότεροι (ως συνήθως είναι περισσότεροι αυτοί) πίστευαν πως πρόκειται για απλές τρίχες, μα εκείνος, -μπορεί να ήταν και εκείνη, δεν ξέρω- πίστευε πως τα μαλλιά ήταν ένα άλλο σώμα, ξέχωρο απ’ το σώμα.

Φύσηξε, μου είπανε.
Σχήματα πολλά.
Τα σύννεφα και τα μαλλιά, το χώμα,
τα δρομοσκουπίδια που πάντα καταλήγουν στην ίδια γωνιά.

Όλα άλλαξαν μορφή.
Αν η ύπαρξη δεν είναι εύπλαστη, τότε τι είναι;

Πολλές φορές οι λέξεις ζυγίζουνε τόνους παρεξηγήσεων.
Μιλάς ας πούμε για την ύπαρξη, και αμέσως εμφανίζεται ένα ταμπελάκι
από πάνω της, με μια κοστολογημένη απόφαση.

Όλα άλλαξαν μορφή.
Κι αυτή, πανάλαφρη αποφάσιζε το μέλλον.

Καθένας πανάλαφρος ψηλά πετά.
Μα πώς γίνεται το μέλλον προσγειωμένο να τον περιμένει για πάντα.

Αθώος ήτανε.
Το σώμα ξέχωρο από κάτι μακριά μαλλιά.
Η ρίζα πάνω, παιχνιδιάρικες φουντίτσες κάτω.
Γύρισε ανάποδα να φυτευτείς στο χώμα.
Τι πιο καλόγουστη προσγείωση.
Αθώα ήτανε.
Κάποια μακριά μαλλιά, ξέχωρα απ’ το σώμα.
Το πρόσωπο βουβό στο μαξιλάρι κι οι άκρες τους να ψάχνουνε το πάτωμα.
Αναρριχητική η ανάγκη τους.

Τι όνειρο να είδε άραγε εκείνο το βράδυ;


Κάποιος, κάπου, ψάχνει ακέφαλος να βρει μια συνδετική επαφή.


Φύσηξε, μου είπανε.
Ένα ύφασμα τυλιγμένο σαν κασκόλ διαχώριζε μια ηλιόλουστη χαίτη απ’ τις τρίχες.
Και κει που ο αέρας ξεφούσκωνε το σχεδόν σκασμένο του πείσμα,
ήρθε ένα χέρι και χάιδεψε το μάγουλό της.
Μπορεί να ήταν και το μάγουλό του, δεν ξέρω.
Οι αρσενικές ανάγκες διαχωρίζονται από τις θηλυκές μ’ ένα αέρινο ύφασμα.

Πνίγηκε, μου είπαν.
Εκείνη;
Εκείνος;


Δεν ξέρω…

Το μόνο που έμαθα και γω τελικά, είναι πως ήταν αθώοι.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Τείχη

























Κωνσταντίνος Καβάφης

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Διαλογάκια




Όμορφα όλα κι ωραία με σιρόπι αλήθειας κι αναμμένο ζεστό καλοκαίρι.
Το φυλάω για να σβήσει, ένας χρόνος καινούριος ν’ αρχίσει
και ΝΑ μια σοφή!

Φοουού!


«-Εσύ; Πώς τα πας με την κρίση;
-Μια φέτα καρπούζι στο χέρι μου αρκεί.»



«-Παλιοτζίτζικα πάλι τεμπελιάζεις;
-Tζι τζι τζι τζιτζιτζί τζιτζιτζί!»


«-Γέμισα με άμμο το κουβαδάκι σου πειράζει να φτιάξω εγώ το καστράκι μου, να περιμένεις εσύ;
-Τσου!, μέχρι να το χτίσεις πάω να κάνω μια βουτιά ok?»


«-Πάρε με αγκαλιά mi amor.
-Do you love me ε; ε; εεε;
Do you ρε; Do you;
-Νo entiendo mi amor άμπλα μου en εσπανιόλ!»


Σιγά μη δεν καταλαβαίνεις τι σε ρωτάει ρε μάγκα!

«-Θέλεις να μεταμορφωθείς σε κάτι;
-Όχι γιατί να θέλω μια χαρά είμαι. Δεν νομίζεις;
-Χμμ…»



«-Είδα στο όνειρό μου ότι έκανα έκτρωση, είναι καλό τώρα αυτό;
-Μάλλον θα σημαίνει ότι ξελαφρώνεις από κάτι που όμως ταυτόχρονα σε φορτίζει συναισθηματικά.»



«-Ξέρεις πως μεταμορφώνεται η αγάπη; Κι αν μεταμορφώνεται πώς επιβιώνει και πού;
-Δεν ξέρω. Λες ο έρωτας άραγε να ήταν κάμπια κι αυτός πριν βγάλει φτερά;»



«-Σταματήστε τις προσευχές σας για μένα! Ίσως μόνο τότε μπορέσω να σωθώ!
-Καλά ντε! Πώς κάνεις έτσι, εμείς για καλό τα λέμε!
»


«Πιστεύεις σε μένα;
-Υes, I Do ρεε!

I do!!!»

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Ρίχτο, λοιπόν!


Λέξεις αόρατες πλησιάζουν κι απομακρύνονται.
Ηχούν, σιωπούν, πνίγονται ή επιπλέουν.
Λέξεις θέλουν να μπουν στη σειρά. Θάνατος.
Λέξεις επιμένουν να με ξυπνάνε από παιδί. Μεγάλωσα.
Μεγάλωσα. Σφαλιάρα. Απότομα. Δεν ήθελα. Δεν ήθελα…

Μεγάλωσα απότομα, τότε που θα’ θελα απλώς να καλοπερνάω με τους φίλους μου.
Θάνατος. Μεγάλωσα απότομα. Δεν ήθελα.
Στα γόνατά του μ’ έπαιξε μια νύχτα.
Κι αντί να γονατίσω στυλώθηκα βράχος γερός. Δεν ήθελα.

Τώρα, τώρα αναπληρώνω την παιδικότητα.
Τώρα, παιδί ξανάγινα. Μαλάκωσε η ψυχή, το χώνεψε.
Λαξεύω την πέτρα μου τρυφερά. Μεταμορφώνομαι. Παιδί.
Για πάντα παιδί θα μείνω, το ξέρω πια.

Μα πες μου, πώς να αντέξω με τα μάτια ενός μικρού παιδιού τον θάνατο που πλησιάζει ακόμα μια φόρα;
Πώς;
Δεν θέλω να πετρώσω για να αντέξω.
Δεν θα αντέξω αν δεν πετρώσω.

Και συ που φεύγεις σιγά σιγά, τίποτα δεν θυμάσαι πια.
Και γω που μένω, καθώς μεγαλώνω επιστρέφω εκεί που μου μ’ είχες καθισμένη στα δυο σου γόνατα κι ο θάνατος ήταν πέεερα μακριά.
Δεν τον ήξερα.
Δεν τον ήξερα τον γαμημένο!
Και δεν ήθελα.
Δεν ήθελα να τον γνωρίσω ποτέ.

Ό,τι με κατέστρεψε, αυτό το ίδιο με όρισε αρχηγό.
Ό,τι ξεριζώθηκε από μέσα μου, αυτό το ίδιο ρίζωσε τα δυο μου πόδια στη γη.
Ό,τι με ξέκανε, αυτό το ίδιο επιστρέφει εδώ μπροστά μου και χαμογελάει ειρωνικά.
«Τώρα ; τι θα με κάνεις τώρα ; » μου λέει.

Δεν ξέρω. Δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο γιατρουδάκος ο χρόνος πάλι θα κάνει τη δουλεία του έτσι όπως ξέρει.
Το μόνο που ξέρω, είναι πως μεγάλωσα και τώρα ίσως να μπορώ καλύτερα να προστατέψω το παιδάκι που μέσα μου ονειρεύεται τη ζωή.

Ίσως…
Ίσως και να μπορώ καλύτερα.

Και το ξέρω ρε ύπουλε, πως μόνο μια δοκιμή θα σε πείσει.
Ρίχτο λοιπόν…!
Ρίχτο να παίξουμε.

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Διαιρεμένη καρδιά


ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ…
Άραγε εγώ πού να ‘μαι;

Αλήθεια, η καρδιά φτιάχτηκε για τους άλλους;


Μέσα στο σώμα μου κατοικεί το κρησφύγετο των ερώτων μου.
Κι όταν καρδιοχτυπά δυνατά, είναι που ΕΣΥ πολεμάς με τα άλλα μου ΕΣΥ.

Είναι που προσπαθείς να τα εκμηδενίσεις, να τα αποδυναμώσεις, να τα εξαφανίσεις.

Μα πόσο μ’ άρεσε που απόψε, κρυμμένη μες την αγκαλιά σου άκουγα την καρδιά σου δυνατά.
Πόσο μ’ άρεσε που ήμουν εγώ εκεί μέσα της, παλεύοντας να αφανίσω τα δικά σου διαιρεμένα κομμάτια της.

Τώρα, ξέρω που κατοικώ.


Δεν μένει παρά να κλείσω τα μάτια και να με πάρει ύπνος βαθύς, φορώντας μου στο πρόσωπο ένα χαμόγελο που θα ξενυχτίσει αυτό αντί για μένα.

Κι όταν ξυπνήσω το πρωί, θα είναι ακόμα εκεί να προσθέτει λίγο ακόμα βάθος στις ρυτίδες των χρόνων μου.
Κι όταν ξυπνήσω, θα είσαι ακόμα εκεί να προσθέτεις λίγο ακόμα βάθος στις στιγμές των κατακόκκινων ερώτων μου.



Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Holy Spirit



Λοιπόν όλα ξεκίνησαν από ένα παραισθησιογόνο ελιόψωμο!

Ύστερα από τελευταίες έρευνες διαπιστώθηκε ότι ο φούρνος που το προμηθεύτηκε η συνοδηγός μου στην πραγματικότητα ήταν ένα εργαστήριο ελευθέρων πειραμάτων με επίκεντρο την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία. Το πείραμα θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε κλίμα υγρό και τα πειραματόζωα θα έπρεπε να βρίσκονται τις περισσότερες ώρες σε κατάσταση ΖΕΝ για να διαπιστωθεί αν τελικά το πλαστικό στη ζωή μας είναι συνυφασμένο με τις ατομικές μας ανάγκες ή έχει καθιερωθεί τόσο πολύ στην ανθρώπινη πραγματικότητα, που απλώς δεν μπορούμε να το βγάλουμε απ’ τη ζωή μας.
Βέβαια, η συνοδηγός μου και γω, είχαμε πλήρη μεσάνυχτα του ότι είχαν επιλέξει εμάς ως πειραματόζωα, συν του ότι πρέπει να επισημάνω ότι μας παρακολουθούσαν κρυφές κάμερες και κοριοί οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί εν αγνοία μας πάνω στον αγαπητό συνεπιβάτη σκύλο που είχαμε μαζί μας στην εξόρμηση αυτή.
Το τετραήμερο είχε ως θέμα «Yoga στην άγρια φύση».

Κάπου κοντά στην γέφυρα της Χαλκίδας ξεκίνησε η περιπέτειά μας διότι έκοψε λόρδα και έτσι κατασπαράξαμε με μεγάλη ευχαρίστηση το πεντανόστιμο κατά τ’ άλλα ελιόψωμο μια και ξέραμε πως για τις υπόλοιπες 3 μέρες θα έπρεπε να τρεφόμαστε μονάχα με καμένες μελιτζάνες, λασπωμένα ζυμαρικά πασπαλισμένα με φαγόπυρο, ζυμωτό ψωμί με άψητο λιναρόσπορο, καροτόσουπα με βιολογικό αρακά τυλιγμένο με μια λεπτεπίλεπτη κρούστα πεπονιού και επίσης, άφθονα σαλατικά ανακατεμένα με ανομοιογενή σπερματοζωάρια μαυρομάτικων φασολιών.

Η βροχή είχε ξεκινήσει από τα μέσα της διαδρομής και γνωρίζοντας ότι η διαμονή μας θα ήτο σε σκηνές σταματήσαμε για να προμηθευτούμε το περιβόητο νάυλον που φυσικά ήταν αυτό όπου θα καθόριζε -χωρίς βέβαια επαναλαμβάνω να το γνωρίζουμε- το όλο πείραμα.

Νάυλλο! Το πλαστικό στη ζωή μας και πέρα βρέχει!

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, σαν να μην μπορούσαμε να ελέγξουμε τις πράξεις μας, φτάνοντας στο κτήμα όπου θα μας φιλοξενούσαν για το σεμινάριο «Yoga στην άγρια φύση» αρχίσαμε να στήνουμε τις σκηνές τοποθετώντας νάυλλο παντού. Νάυλλο από κάτου, νάυλλο από πάνου, νάυλλο στου πλάι, πέρα δώθε νάυλλο. Νάυλλο στο παντού μας. Νάυλλο στην ψυχή μας, νάυλλο κάτω από τα μαύρα σύννεφα που έριχναν βροχή με το τουλούμι.
Οι συνεκδρομείς μας είχαν ήδη φτάσει μα οι συνεκδρομείς μας δεν είχαν φάει ελιόψωμο κι έτσι δεν τοποθέτησαν πουθενά κανένα νάυλλο. Βλέποντας όμως με πόση αποφασιστικότητα και μανία θεωρούσαμε απαραίτητη την τοποθέτηση του νάυλλο στον υπάρχοντα χώρο μας, αποφάσισαν να μας μιμηθούν, πήγαν και προμηθεύτηκαν από το κοντινό χωριό κι αυτοί, κι έτσι στο τέλος καταλήξαμε όλοι να έχουμε σκηνές φτιαγμένες από ναύλλο.
Ο σκύλος έτρεχε εκστασιασμένος γύρω απ΄ολους μας και έπειτα από βραχυκύκλωμα που δημιουργήθηκε στους κοριούς που έφερε πάνω του, κάθε φορά που ο δάσκαλος της yoga του μίλαγε, εκείνος έκανε αμέσως τη στάση σκύλου και ταυτόχρονα μια αστραπή έπεφτε απέναντι στην καταπράσινη πλαγιά του βουνού.


Όσο για μας, ούτε λόγος για «yoga στην άγρια φύση» την πρώτη μέρα.
Αποφασίσαμε να επισκεφτούμε το κοντινό χωριό Βλλαχιά και να τσακίσουμε δυο κιλά παϊδάκια με πατάτες τηγανιτές και τέσσερα κιλά κρασί με τον δάσκαλο να μας μιλά για την αγάπη και τον έρωτα, για μια Νατάσσα και μια Χαρά, για όλους τους φόβους μας που πρέπει να γίνουν δύναμη και να υπερνικήσουν όλες τις δυσκολίες και την αρνητική στάση, για την πληρότητα και την ευδαιμονία μιας ανώτερης κατάστασης που θα την προσεγγίσουμε μονάχα αν αφεθούμε ελεύθεροι στην ανιδιοτελή αγάπη. Για μια μακαριότητα που θα κατακτήσουμε έχοντας μια βαθιά επίγνωση…και μπλα μπλα μπλα μέχρι που του κόλλησε το παϊδάκι στο δόντι και αναζήτησε την οδοντογλυφίδα, μέχρι που η νύστα μας επισκέφτηκε στωικά, μέχρι που παρήγγειλα δύο λίτρα κρασί σε πλαστικό μπουκάλι για να τα πάρουμε μαζί μας και να φύγουμε σκασμένοι και γεμισμένοι νιώθοντας την πληρότητα στην στομαχική κοιλότητα του εξαγνισμένου μας σώματος.

Επιστρέφοντας στο κτήμα είπαμε πως, ήπιαμε που ήπιαμε δεν φτιάχνουμε και κανένα μοχίτο μια και υπήρχε άφθονος δυόσμος στο παρτέρι και μια και η ιδιοκτήτρια δεν έστηνε καρτέρι παρά έστριβε κάτι μπάφους σε μια πριβέ σκηνή κάπου παραπέρα.
Η βροχή έπεφτε ακατάπαυστα και ξέχασα να πω πως μέσα στο κτήμα είχε και ένα σπίτι. Η μάλλον είχε κάτι στρώματα μια κουζίνα ένα WC και ένα τζάκι, δυο πολυθρόνες και 352 τσουμπλέκια περιστοιχισμένα από 4 τοίχους.
Σε αυτό το σπίτι ποτέ δεν κατάλαβα εντελή πόσοι μπορούσαν να κοιμηθούνε και με τα δυο βλέφαρα κλειστά. Η διανυκτέρευση στο σπίτι δεν ήταν μέσα στο πακέτο «Yoga στην άγρια φύση». Μπορούσαμε βέβαια να χρησιμοποιήσουμε το WCδάκι. Αλίμονο…
Τέλος πάντων αφού ήπιαμε και τα μοχίτο μας λέμε δεν πάμε να ρίξουμε και κανέναν υπνάκο. Και έτσι κι έγινε. Ρίξαμε τον ομορφότερο ΚΑΝΕΝΑΝ υπνάκο το κόσμου κάτω από αστραπόβροντα και καρεκλοπόδαρα.
Και δω πρέπει να επισημάνω πως ανάμεσα στις σκηνές και τα νάυλλα υπήρχε η πιο υγρή απόσταση που μέχρι τώρα έχει δημιουργηθεί ποτέ, ανάμεσα στον κεραυνοβολημένο έρωτα μεταξύ του νάυλλο και της σκηνής. Αυτά τα 10 εκατοστά νερού χώριζαν τα δυο ερωτευμένα πλαστικά.
Και μεις έπρεπε να συγκρατήσουμε την ευδαιμονία που νιώθαμε μέσα μας και να μην αρχίσουμε τα καντήλια και τα γαμοσταυρίδια. Έπρεπε με πλήρη επίγνωση να βρούμε μια λύση έτσι ώστε να καταφέρουμε να οριζοντιώσουμε το σκεβρωμένο μας σώμα έστω για λίγες ώρες διότι σε 6 ώρες έπρεπε να σηκωθούμε και να κάνουμε «Υoga στην άγρια φύση».
Με σουγιά και με μαχαίρι, έτσι ο κόσμος προχωρεί!
Ξύπνησα τον δάσκαλο και ζήτησαν τον σουγιά του. Έβαζα το χέρι κάτω από τη σκηνή και χάραζα μαχαιριές στο ματωμένο νάυλλο για να απορροφηθεί το νερό από τη γη. Η σκηνή αλώβητη έκλαιγε σιωπηλά. Η δυνατή βροχή κάλυπτε τους λυγμούς της και συνάμα έκανε μουσκίδι τα 5 μπλουζάκια που φορούσα το ένα πάνω απ’ τ’ άλλο για να μην πάθω κρυοπαγήματα. Το τζίν μπλε παντελόνι μου είχε γίνει καφέ απ΄το σούρσιμο στο χώμα. Πρέπει νοητά να ξεκοίλιασα πεντέξι μαλάκες εκείνο το βράδυ.
Η ψάθα και η κουρελού που είχα στρώσει στον υποθάλαμο της σκηνής για να κοιμηθεί ο σκύλος μου, είχαν γίνει μούσκεμα κι έτσι αναγκάστηκα να τον κοιμίσω μέσα στη σκηνή. Η μυρωδιά του βρεγμένου σκύλου και οι κλανιές που αμόλαγε γιατί είχε κρυώσει καθώς εδώ και ώρες ήταν βρεγμένος, με έκαναν για λίγα λεπτά να λιποθυμήσω και να ξεκουράσω έστω για τόσο λίγο το κουρασμένο μου κορμί. Τα ντοκουμέντα υπάρχουν διότι οι κρυμμένες κάμερες ήταν αδιάβροχες. Τα στοιχεία βρίσκονται στο εργαστήριο ελευθέρων πειραμάτων και έχω βάλει δικηγόρο για αποφύγω μια πιθανή αναπαραγωγή τους στο YouTube.

Την άλλη μέρα με ξύπνησαν στις 8 λέγοντάς μου πως είναι 11. Έβρεχε ακόμα.
Η «Yoga στην άγρια φύση» έγινε μέσα στο πολυμορφικό σπίτι του κτήματος. Ο ένας πάνω στον άλλον υποδυόταν πως βρισκόταν σε άσκηση του σώματος και του νου. Κάποιος απ’ όλους βρώμαγε. Θα’ ταν τα στεγνωμένα κα ξαναφορεμένα ρούχα. Άπλωνες το χέρι και έπιανες το βυζί της διπλανής σου. Έκανες στάση στα χέρια και μετά τα τίναζες κι έφευγαν κομμάτια από ξεραμένες καμένες μελιτζάνες. Στην ώρα της χαλάρωσης τα κινητά χτυπούσαν και μια κοπελιά χτύπαγε το φραπόγαλο στο φλιτζανάκι.

Οκ. Ως εδώ τα άσχημα. Διότι απ’ το απόγευμα ο ήλιος βγήκε και άλλαξαν όλα. Τώρα μπορούμε να πούμε πως το πρόγραμμα ξεκινάει από την αρχή. Παντού ρούχα και πετσέτες απλωμένα για να στεγνώσουν.

Το ίδιο βράδυ είχα την πρώτη μου επαφή με τον μεγάλο δάσκαλο Κρισναμούρτι. Δεν ήξερα ότι καθόμουν πάνω του για πάνω από μια ώρα, πίνοντας ένα τσαγάκι και μιλώντας με τους συνεκδρομείς. Ήταν μια καρεκλίτσα απ’ αυτές της παραλίας και είχε ένα μαξιλαράκι. Και κάτω από το μαξιλαράκι είχε το βιβλιαράκι του σοφού δασκάλου. Ξαφνικά ένιωσα μια απίστευτη λαχτάρα να επισκεφτώ το WCδάκι. Είχα το γνωστό πρόβλημα της προσαρμογής στο νέο περιβάλλον και η κοιλιά μου είχε γίνει τούμπανο.
Καθώς επέστρεψα ανακουφισμένη και χαμογελαστή διέκρινα την άκρη του βιβλίου που εξείχε από το μαξιλάρι. Στην αρχή ένιωσα ντροπή. Έπειτα μοιράστηκα τη σκέψη μου και σκάσαμε στα γέλια. Ήταν μια καλή πηγή έμπνευσης για να μούρτει χέσιμο. Μπορείτε να το δοκιμάσετε σε έντονη δυσκοιλιότητα. Λίγο Κρισναμούρτι κάτω από το μαξιλαράκι μπορεί να κάνει τη διαφορά!
Και μη με βρίζετε μερικοί μερικοί, μη χέσω. Μια δοκιμή θα σας πείσει. Η ιδιοκτήτρια έλεγε το πρωί πως παλεύει 9 χρόνια να τελειώσει αυτό το βιβλίο. Δεν δοκίμασε να το τοποθετήσει στην σωστή θέση. Ίσως η φώτιση καμιά φορά να έρχεται από κει που δεν την περιμένεις.

Δεν μπορώ να αναφερθώ με λεπτομέρειες για τα υπόλοιπα περιστατικά που βιώσαμε. Βαρέθηκα πια.
Έφτασε η μέρα του Αγίου Πνεύματος. Αμήν!
Έφτασε και η ώρα της επιστροφής.
Το μόνο που καταλάβαμε στην διαδρομή της επιστροφής μας, μαζί με την συνοδηγό μου, ήταν πως η επίδραση του ελιόψωμου δεν είχε περάσει. Στο δρόμο μας συναντούσαμε συνέχεια οδοιπόρους. Διαφόρων ηλικιών. Αναρωτηθήκαμε από πού έρχονται και όσο περνούσαν τα χιλιόμετρα η μόνη σίγουρη διαπίστωση που κάναμε ήταν πως όσο προχωράγαμε τόσο πιο χοντροί ήταν οι άνθρωποι. Ίσως και να είχαν ξεκινήσει από τη Χαλκίδα με τα πόδια με προορισμό την Βλλαχιά και σε κάθε χιλιόμετρο έχαναν κι από ένα κιλό.
Εμείς βέβαια φτάνοντας στην γέφυρα της Χαλκίδας είχαμε και οι δύο την εντύπωση πως περνάμε τον ισθμό της Κορίνθου. Αλλά εδώ άλλα κι άλλα συνέβησαν αυτό ήταν μια μηδαμινή λεπτομέρεια.
Επίσης δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τον γέρο με την γκλλίτσα του στη άκρη του δρόμου καθισμένο κάτω από μια καστανιά να ατεννίζει το κενό.
Μάστορα! Ένα θα σου πω. Κάνεις τον καλύτερο διαλογισμό απ΄ολους μας!


Συμπέρασμα : τα νάυλλα βλάπτουν σοβαρά την υγεία.
Απόφαση: Δεν πρόκειται να ξαναφάω ποτέ ελιόψωμο στη ζωή μου!
Υστερόγραφο: Συνοδηγέ! Απλά δεν παίζεσαι!


Σμουτς!
Υγεία Χαρά Νταν!

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Στο κενό του καταρράκτη


Στέκομαι στο κενό του καταρράκτη.
Ανάμεσα στο βράχο και το ζεστό νερό που πέφτει με δύναμη από ψηλά.
Αυτή η δύναμη είναι που γεμίζει και το δικό μου κενό.
Κρατώντας ένα σκοινί γέρνω το κεφάλι και το αφήνω να χτυπηθεί απ’ το νερό.
Ενίοτε και το νερό πονάει.
Μα αν έτσι προκύπτει η κάθαρση του νου, ο πόνος γίνεται απόλαυση.
Τα μαλλιά καλύπτουν το πρόσωπο. Τα μάτια δεν μπορούν να κρατηθούν ανοιχτά.
Όταν νιώθεις κάτι τόσο έντονα η όραση ίσως και να περισσεύει. Ή απλώς…δεν μπορείς να τα’ χεις όλα…
Το νερό δεν έχει ρυθμό. Μα αν είχε, αυτός θα’ ταν δεκαπεντασύλλαβος.
Η έλλειψη ρυθμού με κάνει να μην ξέρω τι να περιμένω.

Επιστρέφω το κεφάλι στο κενό του καταρράκτη.
Είναι κάτι τέτοια κενά που χωράνε μονάχα ένα μουσκεμένο κορμί και τίποτα άλλο. Δεν υπάρχουν σκέψεις. Παρά μονάχα οι προβληματισμοί του παρόντος.
Να προσέξω μην γλιστρήσω και πέσω. Να κρατάω καλά το σκοινί. Να ξαναβάλω το κεφάλι κάτω απ’ το νερό; Τι όμορφός που υψώνεται ο βράχος! Πόσο να καθίσω εδώ, που δεν θέλω να φύγω ποτέ;

Ανάμεσα από αυτές τις σκέψεις, υπάρχουνε σιωπές.

Το κενό του μυαλού μοιάζει με το κενό του καταρράκτη.
Οι κραυγές της ψυχής γίνονται ο μανιασμένος ήχος του νερού που πέφτει από ψηλά.
Σιωπή.
Τώρα γίνεται θηρίο ένα απ’ τα θαύματα της φύσης.
Νομίζω πως αυτό το κενό που υπάρχω εκεί για λίγο, είναι το μόνο μέρος που δεν θα μπορούσα να βάλω τα κλάματα ποτέ!
Παρά μονάχα θα ήμουν ολόκληρη ένα δάκρυ, που κυλάει απ’ το κρανίο μου μέχρι τα πέλματά μου.
Λυτρωτικός αγωγός ανθρώπινου σχήματος.

Δεν ξέρω αν με χρειάζεται η φύση για να διαχέει τα συναισθήματα που μου προκαλεί. Το μόνο που ξέρω είναι πως εγώ την χρειάζομαι για να με βάζει στη θέση μου.

Τόσο μικρή, τόσο τιποτένια, τόσο μηδαμινή μέσα στο μεγαλείο του πλανήτη Γη.

Τι ξεκούραση του νου, Θε μου! Να νιώθω ασήμαντη!
Άλλο «ένα κορμί άθικτο, ένα κορμί καθαρό», εκεί, μέσα στο κενό, ξαναγεννιέται!

Δεν υπάρχουν θέλω, δεν υπάρχουν πρέπει, δεν υπάρχουν όνειρα, δεν υπάρχουν τύψεις, δε υπάρχουν άγχη.
Τα έχει πάρει όλα η ορμή του αποφασισμένου νερού που ο μονόδρομός του είναι να πέφτει με ορμή στο κενό από ψηλά.
‘Ενα άλλο κενό, που αν δεν κρατηθώ καλά απ’ το σκοινί, θα πέσω και γω εκεί.
Μα δεν μου περνάει απ’ το μυαλό. Τι παράξενο!
Κρατιέμαι γερά.

Να ζήσω θέλω!

Επιστρέφω στις γούρνες ανάμεσα στα βράχια.
Εκεί το νερό δεν πέφτει με τόση ορμή.
Ασφάλεια.
Εκεί, το νερό χαϊδεύει και πιτσιλάει παιχνιδιάρικα.
Εκεί, το χαμόγελο και τα μάτια τα κλειστά, ευχαριστούν την ευτυχία που ήρθε και με βρήκε.
Ρέει η χαρά κάτω από έναν ανοιξιάτικο ήλιο, μέσα σε μια γούρνα με ζεστό νερό, πλάι σ’ έναν καταρράκτη μαγικό.
Η αναπνοή δυσκολεύει. Το θειάφι ζαλίζει. Το σώμα ζητάει να βγει έξω. Ν’ αρχίσει να περπατάει στις γλιστερές πέτρες.
Η στιγμή του αποχωρισμού πλησιάζει.

Το μυαλό θέλει να μείνει ακόμα εκεί.
Γιατί εκεί το μυαλό αναπαύθηκε.
Η καρδιά θέλει να μείνε εκεί, γιατί εκεί η καρδιά ευτύχισε.

Σωματικό δοχείο. Ξεκίνησε να γεμίζει με χαμόγελα και ευτυχία. Ας μην το βρωμίσω σύντομα.
Όλα τα πρέπει και τα θέλω, τώρα τα βλέπω αλλιώς.


6 ώρες μετά…


Στο σπίτι πάλι. Στη σπηλιά μου.
Μ’ένα κάρο μπιχλιμπίδια τριγύρω μου.
Χρώματα κι αρώματα. Ζωές και φαντασίες βαλμένες σε δεκάδες βιβλία. Τραπέζια και καρέκλες και ο υπολογιστής και μουσικά όργανα κι ένας σκύλος και λουλούδια στη βεράντα και νερό να τρέχει απ’τη βρύση, να ποτίσει τους βολβούς που φύτεψα πριν λίγες μέρες μέσα στο χώμα, μέσα στη γλάστρα. Κάτι ν’ ανθίσει, να το προσέχω!
Κι αυτό είναι η ζωή μου.

Κι αυτό είναι ένα χέρι που κρατάει το μολύβι και γράφει, ενώ το σώμα είναι σαν άυλο έπειτα από τόσο νερό πάνω του.
Το σώμα είναι ακόμα εκεί ξαπλωμένο στα βράχια. Και το μυαλό ήδη επέστρεψε στις συνήθειές του.
Καταρράκτης από θέλω, πρέπει, νιώθω, είμαι…

Είμαι και πάλι ο αρχηγός που θα ορίσω.
Δεν κρατάω πια το σκοινί.
Δεν φοβάμαι.

Και μάλλον πέφτω τελικά.

Στο κενό. Στο κενό…

Στο χώρο…



Άχ πόσο θα’ θελα να ένιωθα και πάλι κουκκίδα μηδαμινή και τιποτένια!
Να μείνω εκεί για πάντα, στο κενό του καταρράκτη.

Μέρος τοπίου να γίνω. Άγαλμα γλιστερό να γίνω. Βράχος.
Να γεμίσω βρύα και λειχήνες.
Με στόμα ανοιχτό να ξερνάω νερό εις τους αιώνες των αιώνων.
Και η καρδιά μου να χτυπάει εκεί για πάντα, σε ρυθμό δεκαπεντασύλλαβο.
Μα να μην το ξέρει κανείς.


Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Έτσι είναι η αγάπη


Μια ουρά που κουνιέται ασταμάτητα.
Πέρα δώθε η χαρά. Κι είναι αρκετό για να σκάσεις ένα χαμόγελο στο παρόν σου, που περιμένει εναγωνίως να ευτυχίσεις.

Έτσι είναι η αγάπη.
Δυο μάτια καθαρά. Απέναντι απ’ τα μάτια σου.
Απλώνεις το χέρι και θέλεις ν’ αγγίξεις, ό,τι σε καθησυχάζει.

Ομορφιά μου…
Με όσες λέξεις κι αν σε στολίσω, όσα χάδια κι αν σου προσφέρω, ποτέ δεν θα καταφέρω ν’ ανταποδώσω αυτή σου την πίστη.

Όσο φαΐ κι αν σου δώσω, όσες βόλτες κι αν σε πάω, όσα γλυκόλογα κι αν σου πω, ποτέ δεν θα καταφέρω να σ' αγαπήσω τόσο, όσο εσύ μ' αγαπάς.

Γιατί ο άνθρωπος, σκύλε μου μονάκριβε είναι σκληρός, είναι γενναίος, είναι πεισματάρης, είναι αδύναμος, είναι δειλός, είναι υπεράνω.
Γιατί ο άνθρωπος, σκύλε μου αγαπημένε, είναι καταδικασμένος .
Η νοημοσύνη του τον μετατρέπει σ’ έναν νάρκισσο χωρίς ουρά.
Και για να καταφέρει να εκφράσει αυτό που εκφράζεις εσύ μ’ ένα πέρα δώθε της ουράς σου, χρειάζεται να περάσουν χρόνια και χρόνια μοναξιάς.


Η ανάγκη της επιβίωσης.
Με χρειάζεσαι για να σου γεμίσω ένα πιάτο φαΐ κι άλλο ένα με φρέσκο νερό.
Νερό Τροφή Χάδι Βόλτες Αφόδευση Ύπνος
Οι ανάγκες της επιβίωσης.

Τα ίδια χρειάζομαι και γω για να επιβιώσω, ζώο μου καλό!
Τόσο απλά, τελικά.

Είσαι τυχερό ζώο γιατί σ’ αγαπώ μ’ έναν δικό μου τρόπο.
Είμαι τυχερό ζώο, γιατί μ’ αγαπάς.

Αρκεί.
Στ’ αλήθεια, αρκεί.

Μα πόσο σε ζηλεύω.
Σε ζηλεύω για την ευθύτητά σου στην αντανάκλαση των ενστίκτων σου.
Στην σωματοποίηση των αισθημάτων σου.
Μα παρόλα αυτά, υπακούς στους νόμους του είδους μας.
Κι εμείς σ’ αυτούς υπακούμε.
Και μην φανταστείς πως φταίμε.
Το είδος μας φέρει μια ακατανόητη μανία αυτοκαταστροφής.
Είναι τα πάθη του, βλέπεις.

Πως εσύ κοιτάς με λαχτάρα το κόκαλο και σου τρέχουν τα σάλια;

Κι αναρωτιέμαι, πώς είμαι ακόμα ζωντανή, ζώντας μαζί σου στο ίδιο σπίτι.
Αναρωτιέμαι αν ένιωσες ποτέ την ανάγκη μέσα στην πείνα σου, τα βράδια όταν κοιμάμαι, να με κατασπαράξεις με τα τεράστια δόντια σου.


Πως αντέχεις την τόση αδικία.
Που όταν μου γλείφεις τις πληγές, σωπαίνω και δακρύζω.

Κι εγώ, είμαι πολύ άνθρωπος για να σου γλείψω τις πληγές σου.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

πέντε δέκα δεκαπέντε είκοσι εικοσιπέντε τριάντα τριαντ...ψιτ ψιτ, μ' ακούς;

Μου είπε να πάω να μαζέψω τα παιχνίδια μου γιατί νυχτώνει και πρέπει να φύγουμε.
Έπλαθα ιστορίες σ' ένα λιμανάκι πλάι στη θάλασσα.
Κάτι ψαρόβαρκες, κάτι καΐκια και κάτι ιστιοπλοϊκά. Ούτε άμμος, ούτε χώμα, ούτε κρυψώνες. Μόνο μια μικρή έκταση τσιμέντου ανάμεσα σε καφενεδάκια και ψαροταβέρνες. Κάτι bibibo με βγαλμένα χέρια και πόδια και ρούχα πολλά.


Δεν μου αρέσουν. Μα δεν έχω φίλους να παίξω κυνηγητό, μήλα, κρυφτό…
Αγαλματάκια ακούνητα αμίλητα κι αγέλαστα γύρω μου παντού. Δεν χάνουν με τίποτα. Ακούνητα αμίλητα κι αγέλαστα αυτοσχεδιάζουν παγωμένα στον κόσμο μου μέρα και νύχτα. Αλλάζουν θέσεις στο ανοιγόκλεισμα των ματιών μου. Τους συνήθισα να μην χάνουν.
Σήμερα κάποιοι γεννήθηκαν. Μελλοντικοί άνθρωποι. Σήμερα κάποιοι πέθαναν. Κι αν έχουν μια θέση στο google search είναι τυχεροί.
Μα τι γίνεται με αυτούς που ξέρω μόνον εγώ; Αυτούς που αγάπησα. Αυτούς που εμπιστεύτηκα, αυτούς που στην μηχανή αναζήτησης του μυαλού μου θα έχουν πάντα την πρώτη θέση;
Φωτογραφίες. Ακούνητες αμίλητες και γελαστές. Ξυπνάνε ιστορίες.

Παίρνω αμπάριζα και φεύγω!
Πάω να μαζέψω τα παιχνίδια μου. Κομμάτια μιας ηλικίας τόσο σεβαστής, που τρομάζω.

Σήμερα γνώρισα έναν άνθρωπο.
Δεν ακούει απ’ το ένα αυτί τίποτα.
Όταν ήταν μωρό, απ’ τον πολύ τον πυρετό κόντεψε να πεθάνει, τον βρήκαν οι γονείς του σε μπλε χρώμα μέσα στην κούνια. Δεν ανέπνεε. Η μητέρα του τον σήκωσε και κατεβαίνοντας τις σκάλες μέσα στον πανικό της, έπεσε και το τράνταγμα έδωσε ξανά ανάσα στο μωρό. Σώθηκε. Το μόνο που επηρεάστηκε απ’ όλο αυτό το περιστατικό, ήταν κάποιο σημείο στον εγκέφαλό του, που είχε να κάνει με την απώλεια ακοής του αριστερού αυτιού.

Εγώ, σε αυτό το αυτί, θέλω μια μέρα να του ψιθυρίσω πως τον αγαπώ.

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

ΕΔΩ




Η ώρα άλλαξε. Έφτασε επιτέλους κι αυτή η μέρα. Πάντα τη γούσταρα. Η μέρα μεγαλώνει. Λιγοστεύουν οι σκοτεινές ώρες. Δεν σε παίρνει να πέφτεις για πολύ ακόμα. Η μέρα σε κρατάει ζωντανό.
Κι ο καιρός άλλαξε. Τα χρόνια πέρασαν, περνούν και μια βόλτα απόψε στα Εξάρχεια μ’ έκανε να χαμογελάω συγκαταβατικά εισπνέοντας με κατανόηση την κατρουλίλα. Τόσο γνώριμη...
Η κατρουλίλα αυτή είναι η μόνη απόδειξη ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει τελικά. Ούτε καν εγώ. Περνάω απ’ τη Ζαϊμη και βγαίνω στη Στουρνάρη. Εδώ Πολυτεχνείο! Εικόνες στο μυαλό καρέ καρέ απ’ το παρελθόν μου. Πού να ζούσα και το ’73…!
Πέρα δώθε τη Στουρνάρη με έναν φάκελο τεράστιο να σέρνω πάντα μαζί μου- όλα τα σχέδια για το μέλλον μου τα είχα κλεισμένα εκεί- και μια τσάντα στον ώμο με χρώματα και όνειρα. Κι όλο το πείσμα μου το σκόρπιζα στα ίδια βρωμερά πεζοδρόμια. Κι είχα για παρέα την φαντασία μου και τίποτα άλλο.
Με μια πεποίθηση ότι για όλα όσα αγωνίζομαι θα ανταμειφθώ κάποια στιγμή, δεν μπορεί…

Και ναι. Τα κατάφερα. Δεν μπορώ να πω. Τα κατάφερα ως ένα μεγάλο βαθμό. Παρόλο που η μυρωδιά μιας σχεδόν απολαυστικής κατρουλίλας με συνόδευσε μέχρι και σήμερα και μέσα από την μπόχα μπορούσα πάντα και ν’ αγαπήσω και να παλέψω και να σταθώ στα πόδια μου, παρόλα αυτά είναι κάτι που με πληγώνει βαθιά. Πολύ βαθιά, σαν να’ χει ποτίσει αυτή η γλυκόξινη οσμή όλο μου το περίβλημα.
Με πληγώνει βαθιά που αυτός ο κόσμος δεν φτιάχτηκε για μένα. Ούτε και γω φτιάχτηκα γι’ αυτόν τον κόσμο. Ο κόσμος μου με πληγώνει βαθιά. Κι ο φασισμός, ο ίδιος κι απαράλλαχτος φασισμός έχει μεταμφιεστεί τόσες πολλές φορές κι ακόμα δεν έχει καταφέρει να κρυφτεί, να με ξεγελάσει πως ψόφησε για πάντα.
Τα χρόνια πέρασαν σαν τις αφίσες που κολλάνε η μια πάνω στην άλλη στις κολώνες. Σαν τα συνθήματα τα γραμμένα ξανά και ξανά σε χιλιοβαμμένους τοίχους.
Φωνές πάνω από άλλες φωνές ζητάνε αλληλεγγύη και δικαιοσύνη και ελευθερία.
Τόσα και τόσα χρόνια ζητάνε.

Αυτό το «τίποτα δεν γίνεται» εισχωρεί και στην προσωπική μου ζωή, θέλει δεν θέλει.
Αυτό το ανεκπλήρωτο όνειρο μιας κοινωνίας που θα με παρασύρει μαζί της.
Καμία κοινωνία δεν με παρασέρνει μαζί της. Αντίθετα. Με διώχνει. Με απομακρύνει. Την απεχθάνομαι. Μου ‘ρχεται αναγούλα. Με κατουράει. Ξερνάω.


Το μόνο που καταφέρνω να κάνω είναι να την πλάθω και να την χρωματίζω έτσι όπως εγώ την φαντάστηκα κάποτε. Και μ’ αρέσει τόσο μα τόσο πολύ να ζω εκεί μέσα. Άγρια χέρια παλεύουν με τις εμμονές μου και προσπαθούν
να με βγάλουν έξω στην πραγματικότητα.
Δεν θέλω. Δεν θέλω. Δεν μου αρέσει.
Ποια είναι η πραγματικότητα ; Μπερδεύομαι. Το χάνω.
Είπα πως δεν θα βάλω κανένα ερωτηματικό απόψε, μα δεν τα κατάφερα.
Δεκάδες ερωτηματικά κυκλοφορούν μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
Με ακολουθούν από δωμάτιο σε δωμάτιο.
Με βρίσκουν τελικά να στέκομαι μπροστά απ’ τον καθρέφτη.
Ποια είναι η πραγματικότητα;

Εδώ έξω πρέπει να πάψεις ν αγαπάς! Τ’ ακούς;

Εδώ έξω έχει μαρμάρινα πεζοδρόμια και ακριβά αυτοκίνητα, μεγάλα σπίτια με μεγάλους κήπους, με καθαρόαιμα σκυλιά. Λουλούδια πάντα στο βάζο. Το ψυγείο τίγκα, το μπάνιο να μυρίζει dettol, Σαββατοκύριακο στη Ρώμη για ψώνια και ένα εισιτήριο για Ν. Υόρκη στο συρτάρι.
Οι κακοί στις φυλακές και οι καλοί ελεύθεροι.
Οι άντρες πια δεν έχουν τρίχες ούτε αρχίδια και οι γυναίκες ξύνουν το μουνί τους με ψεύτικα νύχια.

Εδώ πρέπει να πάψεις ν΄αγαπάς! Τ’ ακούς;



Δεν θέλω ρε! Εσύ τ’ ακούς;
Άσε με απόψε εδώ. Στην Στουρνάρη. Ν’ αποθεώνω την αυθεντικότητα του κατρουλιού και ν΄αγαπώ εκείνο το κορίτσι που περπατάει μόνο του παρέα με τα πιο όμορφα όνειρα ενός δικού του κόσμου.




Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Μάθε τέχνη κι άστηνε κι άμα πεινάσεις φάτηνε



1977 μακαρόνια στην κατσαρόλα σου. Ενωμένα. Δυνατά!
Όταν η μούχλα γίνεται τέχνη δεν μπορείς να τη φας στο πιάτο.
Παρόλα αυτά θαυμάζεις το αποτύπωμα του χρόνου που περνάει, ενώ ταυτόχρονα τσιγαρίζονται ισόποσα εγκεφαλικά κύτταρα κάπου εκεί ψηλά στο κρανίο. Γεννιούνται σκουλήκια που μασουλάνε τις άσχημες σκέψεις σου και θα ορκιζόσουνα πως ξεπερνάνε σε ποιότητα ακόμα και την πιο εύγευστη κατάχρηση.
Σε gourmet εποχές ένα τέτοιο γεύμα θα χόρταινε επίσης, ακόμα και τα πιο τρελά σου όνειρα, θα φλέρταρε με την πιο γουστόζικη φαντασία.
Θέλω να τα… ταριχεύσω. Να τα βάλω σε κουτάκι από plexiglass και να το στολίσω στην κουζίνα. Να μου θυμίζει τον παλιό κακό καιρό, τότε που τα μυαλά κουβάρια μου, μου έκρυβαν την άκρη της αρχής και την άκρη του τέλους. Τώρα ξέρω!
Ο ομφάλιος λώρος μου μετουσιώνεται σε ομφάλιο ρόλο. Μπορώ να διαλέξω για κύριο πιάτο ό,τι λαχταρώ! Κύριε Πιάτε, το ξέρω καλά πως στον πάτο σερβίρετε την πιο νόστιμη σαλτσούλα. Θα πάρω δύο. Μια για μένα κι άλλη μια για μένα πάλι. Έτσι μου αρέσει, δεν φαντάζομαι να σας τις στερήσω…? Ε? Ε?? Ε???
Στις πιο γκρίζες σκέψεις μου χιονίζει και στις πιο ηλιόλουστες, εμφανίζονται δροσερές σκιές. Σε μια τέτοια δροσερή σκιά κάθομαι τώρα. Ρεμβάζω και χαμογελώ!
Σε λίγο θα σκάσω και στα γέλια, περιμένετε!
Φέρτε μου και μια μπουκάλα κρασί. Από κείνο το βεραμάν. Το ξέρω ότι το φυλάγατε στην κάβα σας για κάτι τέτοιες μοναδικές στιγμές. Χικ!

Και που είσαστε, γκαρσόν?
Φέρτε και το λογαριασμό. Ναι από τώρα.! Μετά… Ποιός ζει, ποιος πεθαίνει?
Θα μεθύσω κι ύστερα θα φάω το έργο τέχνης μου.
Έτσι αποφάσισα εντέλει.
Καλή όρεξη.
Φχαρστώ!


Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Εύθραυστη μα τόσο κόκκινη...

Σαν να χειμώνιασε πάλι. Βροχή και αέρας. Έχει ενδιαφέρον πως μπλέκονται οι εποχές κι οι διαθέσεις. Θα νόμιζες πως όλα αυτά τα μπουμπούκια στα δέντρα θα σκόρπιζαν, μα όχι. Είναι όλα στη θέση τους και αντιστέκονται. Θέλει αγώνα για να βγάλεις καρπό.
Τα χόρτα αρχίζουν και ψηλώνουν στο δάσος. Σε λίγο δεν θα μπορείς να κάτσεις κάτω απ ‘τις αμυγδαλιές. Και κει, τα μονοπάτια στενεύουν. Ένα είναι το αγαπημένο μου. Μ’ αρέσει να το παρατηρώ χρόνο με το χρόνο, εποχή με την εποχή. Είναι που όσο τα χόρτα ψηλώνουν τόσο αυτό μικραίνει μα συγχρόνως διαχωρίζεται τόσο ξεκάθαρα. Και κείνα τα χόρτα που ψηλώνουν, σε λίγο θα βγάλουν κατακόκκινες παπαρούνες. Άπειρες κατακόκκινες παπαρούνες! Πόσο μ’ αρέσει εκείνο το μονοπάτι…
Την πρώτη φορά που αντίκρισα τις τόσες μαζεμένες παπαρούνες, ένα κατακόκκινο χαμόγελο μου φόρεσαν στο στόμα. Τόσες πολλές μαζί και τόσο εύθραυστες! Τα πέταλά τους, τέσσερα, θαρρείς και ζευγάρωσαν δυο πεταλούδες κι απ’ την τόση αγάπη την κόκκινη, μείναν εκεί σε μια εποχή μαζί, κι ύστερα σκόρπισαν τα πέταλα και χώρισαν για πάντα. Μα ο καρπός έπεσε στο χώμα, εκεί απ’ όπου όλα αρχίζουν κι όλα τελειώνουν για να ξαναρχίσουν και να ξανατελειώσουν και πάει λέγοντας…
Κάποτε, πριν χρόνια σε ένα παιχνίδι στη δραματοθεραπεία με είχαν ρωτήσει τι θα διάλεγα να είμαι αν έπρεπε να επιλέξω μέσα από τον κόσμο των φυτών.
Είχα επηρεαστεί τότε από μια εκδρομή σ’ ένα καλυβάκι κάπου στο Καρπενήσι που ήμασταν περικυκλωμένοι από λογιών λογιών δέντρα και φυτά. Θα ήθελα να είμαι Έλατος. Όχι έλατο. Εκεί κατάλαβα την διαφορά. Ο Έλατος είναι απλά…τεράστιο έλατο σχεδόν γιγάντιο!
Βαθιές ρίζες σε χώμα υγρό που μεγαλώνουν σταθερά. Έχουν εμπόδια αλλά τα βρίσκουν με τα γύρω φυτά και ο καθένας παίρνει το χώρο του.
Όταν θ’ άρχιζα να μεγαλώνω θα φοβόμουν μήπως δεν καταφέρω να πάρω τον χώρο που θα χρειαζόμουν, ή, θα φοβόμουν μήπως και μ’ έκοβαν για να με κάψουν.
Μέχρι στιγμής, ζω.
Κορμός ψηλός, σταθερό δέντρο. Πράσινο σκούρο που σε αυτή τη φάση της άνοιξης ξεπετάγονται ανοιχτόχρωμες νέες πράσινες φουντίτσες στη συνέχεια των σκούρων.
Φως ανάμεσα στα κλαδιά.
Υγιές δέντρο. Θέλει να φτάσει όσο πιο ψηλά γίνεται.
Το μόνο του ελάτομα… και στην γλώσσα μας, ελάττωμα, είναι που θέλει δίπλα του κι άλλους έλατους, στο ίδιο ύψος, ν’ ακουμπούν τα κλαδιά του.
Στην πραγματικότητα αυτή η επιλογή ήταν μια επιλογή μεγαλεπήβολη.
Αγέρωχη δύναμη εις τους αιώνες των αιώνων.

Αν με ρωτούσες τώρα, παπαρούνα θα σου’ λεγα…
Εύθραυστη μα τόσο κόκκινη…
Αγγειόσπερμο, δικότυλο, ποώδες φυτό του αγρού που ανθίζει την άνοιξη και σκορπίζει τη άνοιξη. Νομίζω μάλιστα πως τα πέταλά της βαστούν στο μίσχο μια εβδομάδα μονάχα.

Καλή εβδομάδα.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Το Μυαλό Και Η Αμυγδαλιά

ΦΟΒΑΤΑΙ το μυαλό να στείλει εντολή στο χέρι να αρχίζει να γράφει. Φοβάται να διαβάσει μετά, με τι επέλεξε να ξεκινήσει, να συνεχίσει, να τελειώσει.
Τι να διαλέξει λοιπόν;
Διαλέγει ν’ αρχίσει με την αμυγδαλιά.
Αυτήν που συνάντησε πριν λίγες ώρες.
Τη διάλεξε ανάμεσα από κάμποσες αμυγδαλιές που ζούσαν σε μια συστάδα, στο βάθος ενός πράσινου λιβαδιού.
Πλησίαζε η άνοιξη, κι αυτές είχαν ήδη αρχίσει ν’ ανθίζουν.

Αφού διέσχισε το λιβάδι ξεχώρισε μια απ' όλες και την πλησίασε. Αγκάλιασε τον κορμό της και κείνη του χάρισε ό,τι είχε και δεν είχε.

Από τις ρίζες που τρέφονταν απ’ τη γη, μέχρι και τα μπουμπούκια της που ζωντάνευαν απ’ τον ήλιο, μια ιστορία είχε γραφτεί. Του την έβαλε στο μυαλό και το μυαλό σιγά σιγά την μετέφερε στο σώμα.
Το σώμα ανατρίχιασε ολόκληρο. Μάλλον όχι ολόκληρο. Μονάχα το μπροστινό μέρος που είχε την επαφή με τον κορμό του δέντρου.

Ένα κλαδί ξέφευγε λίγο πιο δίπλα απ’ το κρανίο του. Το ένιωσε σαν ανοιγμένο χέρι και κούρνιασε το πρόσωπό του αφήνοντας ένα μικρό κενό για να μπορεί να αναπνέει. Τότε όλη η μυρωδιά του ζωντανού ξύλου και το άρωμα των ολάνθιστων μπουμπουκιών πέρασε –μικρό αεράκι- απ΄ τη μύτη του.
Κι ήταν εκείνη ακριβώς η στιγμή που ένιωσε χαμένος στις πιο μοναδικές του αγκαλιές.

Τη δυνατή αγκαλιά της μάνας.
Την στοργική αγκαλιά του πατέρα.
Την αδελφική αγκαλιά του καλύτερού του φίλου.
Την περήφανη του παππού.
Την -λίγο πριν το παραμύθι- της γιαγιάς.
Την αδελφική του αδελφού.
Την ατρόμητη της αδελφής.
Την αχόρταγη του μικρού παιδιού.
Την ζεστή και τρυφερή μετά από έρωτα…

Δεν ήθελε να φύγει. Δεν ήθελε να φύγει με τίποτα από την αγκαλιά της ζωής.

Μα όλοι ξέρουμε πως έπρεπε να φύγει, έτσι δεν είναι;

Τότε άρχισε να κλαίει. Μικροί λυγμοί τράνταζαν όλα τα κλαδιά του δέντρου.
ΦΟΒΟΤΑΝ το μυαλό να στείλει εντολή στα χέρια να ξεσφίξουν τον κορμό, στα πόδια να πισωπατήσουν, στο σώμα, να στραφεί προς την αντίθετη κατεύθυνση και να επιστρέψει.

Να επιστρέψει που…;

Να επιστρέψει στο σπίτι, να κλείσει πίσω του την πόρτα, να πάει να χωθεί κάτω απ’ τα σκεπάσματα, να κλείσει τα μάτια και να ονειρευτεί πως ξεκινάει να διασχίζει ένα πράσινο λιβάδι που στο βάθος του φαίνεται μια συστάδα από…


…από λευκάνθιστες αμυγδαλιές.

Θα συνεχίσει…



Αλίμονο…

Θα συνεχίσει…

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Θα ζήσω. Έτσι δεν είναι;



Που δεν έχετε ποτέ σας ονειρευτεί μια σκιά που να μην σας τρομάζει…
Ατρόμητοι σε μια αντανάκλαση ενός εαυτού δίχως όρια.
Μου μίλησαν για σύνορα μα ποιος ορίζει την ορατότητα σε αυτό το παιχνίδι;
Οι λέξεις κρύβονται πίσω από συναισθήματα. Κι εκεί που πας να τολμήσεις να πεις πως πρωτόγνωρα είναι, η αυστηρή δασκάλα η κυρία λογική σε επαναφέρει και σε αναγκάζει να αριθμήσεις τα θέλω σου.
Πρωτόγνωρα είναι. Πρωτόγνωρα είναι;
Ναι ρε κυρία, πρωτόγνωρα είναι, έχεις κανένα θεματάκι και δεν το ξέρω;
Ναι, μου απαντάει. Μην με κακολογείς, εγώ πάω να σε προστατέψω και συ με κακολογείς, με αμφισβητείς, με πολεμάς.
Όχι, κυρία, δεν σε πολεμάω. Σε έχω μάθει τόσο καλά και σε σέβομαι και προσέχω και φροντίζω και όλα καλά κι όλα ωραία αλλά… μη με ταλαιπωρείς άλλο καημένη λογική. Δεν θέλω άλλο. Όχι.
Ποτέ δεν σε αγάπησα, απλώς σε σεβάστηκα. Ποτέ δεν σε κατάλαβα…
Χάρισέ μου ένα διάλειμμα σε μια παιδική χαρά. Να παίξω, να τρέξω, να λαχανιάσω.

Που δεν έχετε ονειρευτεί ότι εδώ είναι όλα…
Στο ξεσκαρτάρισμα τα μάτια ανοιχτά και η καρδιά σε σκοπιά να φυλάει την τύχη της.
Γαμώ την τύχη μου γαμώ, που δεν άντεξα να μην σαβουριαστώ σε καταστάσεις που δεν άξιζαν ούτε ένα δάκρυ. Την τύχη μου, που ανέξοδα τόσα χρόνια ποντάρει σε σκοροφαγωμένες τσόχες. Σε σημαδεμένες ιστορίες. Σε μαυροκόκκινες στιγμές χωρίς φαντασία.

Με κέρασαν την πιο όμορφη φαντασία κι ήθελα κι άλλο.
Γλυκό του κουταλιού σε εποχές που σιχαίνονται το πετιμέζι.
Όσο πιο λίγο τρως τόσο πιο πολύ απολαμβάνεις.
Όσο πιο λίγο δοκιμάζεις τόσο περισσότερο έρχονται στα όνειρά σου τα μακροβούτια της απόλαυσης.

Κυρία λογική θαρρώ πως αγάμητη είσαστε. Και μας παραφουσκώνετε χρόνια και χρόνια με το ίδιο βιολί.
ΡΕ ΔΕ ΜΠΑ νΑ…

Ω ναι!



-Με σιχαίνεσαι που σε ξεμπροστιάζω έτσι;
-Όχι. Σε παραδέχομαι. Που τολμάς να με προσβάλεις.
-Πλάκα μου κάνεις;
-Όχι. Σε ζηλεύω που δεν χαμπαριάζεις. Κι ας ξέρω πως έχεις άδικο.
-Άδικο;
- Ναι. Άδικο.
-Και που ξέρεις πως έχω άδικο ρε κυρία;
-Θα δεις πως αν δεν ερωτευτεί η λογική το συναίσθημα και το συναίσθημα τη λογική, δεν πρόκειται ποτέ να νιώσεις την γαλήνη.

-Εδώ και είκοσι λεπτά έχω λόξυγκα. Τον σιχάθηκα.
Κρατώ την αναπνοή μου μα δεν λέει να φύγει.
Μπορεί να με ξεκάνει, μα θα ζήσω, έτσι δεν είναι;

-Έτσι είναι…
-Πόσο σίγουρη είσαι;
-Εντελώς σίγουρη.
-Εντελώς σίγουρη ε;;
-Ναι…

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

anchor



Δεν ξέρω αν συμμετέχει το μυαλό, αν συμμετέχει η καρδιά, αν συμμετέχει η διάθεση να συνταιριάξει η μουσική με τα συναισθήματα.


Η μουσική. Η μουσική. Οι μουσικοί. Οι οργανοπαίχτες. Τα όργανα. Οι χορδές. Τα πλήκτρα. Η φωνή. Οι ήχοι. Οι τόνοι. Τα ημιτόνια. Οι παύσεις. Οι παύσεις. Οι παύσεις… Η σιωπή….
Σε μια τέτοια σιωπή ήρθα και σε βρήκα στα καμαρίνια. Κρυμμένος. Κρυμμένος. Ευτυχισμένος. Φοβισμένος. Ευτυχισμένος. Τρομαγμένος. Ευτυχισμένος. Συγκλονισμένος. Εσύ. Τόσο εσύ όσο ποτέ άλλοτε. Τόσο εσύ. Εκεί πάνω. Στη σκηνή. Ύστερα από …δεν ξέρω και γω πόσα χρόνια…δεκαετίες…ξανά. Πάνω στην σκηνή…ξανά… Σαν να μην κατέβηκες ποτέ…είπες…Σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα, ούτε μια ώρα… Άλλη ζωή. Στην ίδια πάντα μέσα. Άλλη ζωή…Ο κόσμος σ’ αγαπάει ακόμα. Ο κόσμος…πάντα σ’ αγαπούσε. Σε έχασε. Σε έχασε. Τον έχασες. Χάθηκες. Μα εκείνο, δεν χάθηκε ποτέ. Εκείνο το ψίχουλο γεμάτο από ψυχούλα. Εκείνο το ψίχουλο που μπορεί να χορτάσει γενιές ολόκληρες. Εκείνο, δεν χάθηκε ποτέ. Σε βρήκε, το βρήκες. Στην ώρα του. Στην καλή του ώρα. Πάντα υπάρχουν οι πιο κατάλληλες στιγμές για να γίνονται τα πράγματα.
Ήρθα και σε βρήκα. Μικρό παιδάκι πενήντακάτι χρονών. Μικρό παιδάκι. Ξέσπασες στα καμαρίνια. Μικρό παιδάκι, του έδωσαν ξανά το αγαπημένο του παιχνίδι να παίξει. Πάρε το μικρόφωνο φίλε μου καλέ. Μικρό παιδάκι με την βεβαιότητα του χρόνου που ξέρει να πατά στα πόδια του καλά και να παίρνει αγκαλιά τον σοφό άνθρωπο να τον βγάλει και πάλι στη σκηνή.
Ήρθα και σου μίλησα για την αγάπη. Η αγάπη φίλε μου. Η αγάπη ξέρει από μόνη της να επιβιώνει, να απελπίζεται, να κολυμπά σε βαθιά νερά, να χαχανίζει, να αναδύεται, να εξιστορεί, να ρεμβάζει, να ησυχάζει, να δοκιμάζει, να αποφασίζει. Η αγάπη φίλε μου, όταν σ’ αγκαλιάζει δεν σ’ αφήνει εύκολα κι ας αντιστέκεσαι. Η αγάπη φίλε μου, η αγάπη δεν τελειώνει. Δεν σβήνει, δεν υποχωρεί, δεν τσαντίζεται η αγάπη. Η αγάπη φίλε μου, κατάδικέ μου φίλε, είναι καταδικασμένη να μη μπορεί να εξαπατά τους μέσα μας εαυτούς. Γι αυτό και όταν κάτι το αγαπάμε αληθινά, πάντα έρχεται η στιγμούλα εκείνη η υπέρλαμπρη που μας το εμφανίζει αυτό το αγαπημένο, μέσα από στάχτες, μέσα από σκόνες, μέσα από φόβους, μέσα από τα σωθικά μας και μας το ρίχνει στα μούτρα, να! Δες το. Δες το ! Δες το! Είναι εδώ! Γύρω σου, μέσα σου παντού σου.
Κι ύστερα, απλώνεις το χέρι τρυφερά και χαρίζεις το πιο μονάκριβο χάδι που χάρισες ποτέ.

Έτσι ήρθα και σου μίλησα για την αγάπη κι ας μην το ήξερες. Κι ας μην το κατάλαβες. Έτσι ήρθα δίπλα σου και σου χάιδεψα το πρόσωπο. Πως ν΄ αντισταθώ, όταν το πιο εύθραυστο κομμάτι ενός ανθρώπου συνθλίβεται εμπρός μου, πώς ν ‘αντισταθώ…

Η αλήθεια. Η αλήθεια είναι αυτό που πάντα αναζητούσα και πάντα δυσκολευόμουν να βρω. Μα, την αλήθεια μάλλον την συναντάς τελικά εκεί που δεν την περιμένεις. Αστράφτει δειλά δειλά πίσω από σύννεφα. Πίσω από λέξεις κι από βλέμματα. Πίσω από μικρές μικρές στιγμές. Η αλήθεια είναι το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο. Γιατί μέσα της κρύβεται όλη η αγάπη.
Εκεί, δεν χωράνε ούτε αμφιβολίες, ούτε ανασφάλειες. Και δεν στο επισφραγίζει αυτό κανείς, απλά τη νιώθεις. Εισχωρεί μέσα σου τόσο ομαλά που σε γεμίζει με μια αναντικατάστατη ανακούφιση. Μια ξεκούραστη ηδονική σοφία. Και έτσι απλά, δημιουργούνται οι σχέσεις. Οι σχέσεις που αντέχουν στον χρόνο. Οι σχέσεις που έχουν τόσο δυνατή μνήμη…

Ακόμα κι αν δεν σε ξαναδώ ποτέ, μόνο που θα’ χω νιώσει την αλήθεια σου, θα φτάνει για μια ολόκληρη ζωή να θυμάμαι πως μοιράστηκες αυτό το κάτι, το τόσο δικό σου κάτι, και έφτανε και περίσσευε που ήμουν απλώς κι εγώ εκεί. Απλώς, απλούστατα, ήμουν εκεί την στιγμή που έπρεπε να είμαι απλώς εκεί και πουθενά αλλού. Πουθενά αλλού. Εκεί…

Με ρώτησες γιατί αγωνιώ. Γιατί;
Και σου απάντησα. Αγωνιώ γι ‘ αυτό που ξέρω. Και γι’ αυτό που θα’ θελα και οι άλλοι να ξέρουν. Το τόσο δεδομένο, το τόσο προφανές. Αγωνιώ για το αν είναι σε θέση να το αναγνωρίσουν. Έτσι, θα είναι μια επιβεβαίωση γα μένα πως δεν είμαι τρελή. Κι έχω τόση πολλή ανάγκη να νιώσω αυτόν τον καιρό πως δεν είμαι τρελή…
Μη φοβάσαι, μου έγνεψες. Θα μου πεις τώρα, πως γνέφεις στον άλλον το μη φοβάσαι. Ναι, μου το έγνεψες, πλάι στον καθρέφτη, εκεί στα καμαρίνια. Στον καθρέφτη που δεν κοίταξε κανένας απ’ τους δυο. Δεν χρειάστηκε. Δεν χρειάστηκε. Ήσουν ο καθρέφτης μου και ήμουν ο καθρέφτης σου. Δεν χρειάστηκε.

Σκούπισε τα μάτια. Βγαίνεις. Anchor.
Σε ζητάνε. Τους ζητάς. Πήγαινε. Θα πάω και γω, να σε δω, να σε ακούσω, να σε χαρώ. Θα πάω να σε χαρώ, να σε θαυμάσω, να σε χορτάσω, να σε χειροκροτήσω.
Θα πάω…
Κι αύριο, που θα νιώθεις τόσο μισός, τόσο λίγος, τόσο γεμάτος, τόσο άδειος, θα είμαι κάπου εκεί έξω να γνωρίζω καλά πως ακόμα κι αν πιστεύεις πως δεν πρόκειται να σε καταλάβει ποτέ κανείς, εγώ θα είμαι πεπεισμένη πως ξέρω το πιο κρυφό σου μυστικό.
Είναι όταν ο εαυτός γνωρίζει τον εαυτό του άλλου…έτσι απλά.
Απλούστατα.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

"Πόσο γαλήνια..."


του ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ (1871-1945)
μετάφραση: Νίκος Σπάνιας



Πόσο γαλήνια είν’ η ώρα και το πρόωρο τέλος της εσπέρας πόσον αβρά χρωματισμένο.
Παραθυρόφυλλα σπρωγμένα βίαια δεξιά και αριστερά, με ρωμαλέα κίνηση κολυμβητή βυθίζομαι στην έκσταση του χώρου.
Είναι άδολο. Είναι παρθενικό, είναι γλυκό και άγιο.
Από παντού σε χαιρετώ αρχή κάθε διαφάνειας.
Τι γεγονός για το πνεύμα, αυτό το αχανές.
Θα’ θελα πάνω απ΄ όλα, να σ’ ευλογήσω, αν ήξερα μονάχα…
Στ’ άνδηρα, περιπλεγμένα τρυφερά από φυλλωσιές, στο κατώφλι της πρώτης ώρας, στο κατώφλι του εφικτού, κοιμούμαι και ξυπνώ, είμαι μέρα και νύχτα, προσφέρω τρυφηλά μιαν άσωστη αγάπη, έναν ανυπολόγιστο τρόμο.
Η ψυχή μου σβήνει τη δίψα της στου χρόνου τον κρουνό, πίνει λίγο λυκόφωτο και λίγη χαραυγή, νιώθει πως είναι μια γυναίκα νικημένη από τον ύπνο, ένας άγγελος καμωμένος από φως… κοινωνεί με τον εαυτό της, πέφτει σε μια κατήφεια και πετά με τη μορφή πουλιού σ’ ένα ημίγυμνο ύψος όπου ο βράχος του-χρυσός και σάρκα- διαπερνά το κυανό της νύχτας.
Πολύ υψηλά κάτι άστρα μοναχικά, τρεμίζουν, υποφώσκουν.
Αυτό το απολειφάδι πάγου είναι το φεγγάρι.
Γνωρίζω κάλλιστα πως ένα ασπρομάλλικο αγόρι αποστηθίζει αρχαίους θρήνους, ημιθανές, ημίθεο, πάνω στο ουράνιο αυτό αντικείμενο καμωμένο από μια σπιθόβολη, θανάσιμη ουσία, κρύα και τρυφερή που βαθμηδόν διαλύεται.
Το κοιτάζω λες και δεν έχω μέσα μου καρδιά.
Η νιότη μου πάλαι ποτέ ένιωθε δάκρυα ν ‘αναβλύζουνε την ίδια τούτην ώρα και κάτω από την ίδια μαγγανεία της λιπόθυμης σελήνης.
Η νιότη μου ατένιζε την ίδια αυγή και ατενίζω τον ίδιον εαυτό μου στο πλευρό της νιότης μου.

Διαιρεμένος πώς να προσευχηθώ;
Πώς να προσευχηθείς σαν ένας άλλος εαυτός αφουγκράζεται την προσευχή σου;
Να γιατί πρέπει να προσεύχεται κανείς με λέξεις άγνωστες.
Απόδωσε αίνιγμα στο αίνιγμα, αίνιγμα για αίνιγμα.
Ανέβασε κάθε μυστήριο εντός σου σε αληθινό μυστήριο.
Υπάρχει κάτι εντός σου που ισοδυναμεί με ό,τι σε ξεπερνά…