Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Μολών λαβέ!

Θυμήθηκα έναν τύπο που σκόνταψα πάνω του προχθές. Για την ακρίβεια εκείνος σκόνταψε πάνω μου αφού πρώτα είχε σκοντάψει πάνω στο σουβλάκι που έτρωγε με ηδονική επίγνωση του τι κάνει. Τώρα θα φάω το σουβλάκι μου και τίποτα δεν με νοιάζει. Και τίποτα δεν σκέφτομαι και όλα είναι καλά!
Ήταν γύρω στα 45 και καθώς περπατούσα εμφανίστηκε ακριβώς μπροστά μου κατεβαίνοντας το σκαλί μιας εισόδου πολυκατοικίας. Ουπς! Του τάραξα την απόλαυση. Με κοίταξε σαν μικρό παιδί, χαμογέλασε ξέροντας ότι τον είχα τσακώσει σε μια πολύ δική του στιγμή, και χωρίς να σκουπίσει τα τζατζίκια γύρω απ’ τα χείλη και τη μύτη του, πρόφερε ένα πανέμορφο… «καλησπέρα και καλή χρονιά να έχουμε!!!».
Να’ ναι καλά ο άνθρωπος. Καιρό είχα να σκοντάψω σε ειλικρίνεια.
Μακάρι να μην σκούπιζε κανείς τα τζατζίκια απ’ το πρόσωπο αν ήταν να χαμογελάει αληθινά!

Την ίδια μέρα, βράδυ πια, συνέχιζα να αποπλανώ τον εαυτό μου. Έλα, μην πας σπίτι, πάμε να βρεις τα παιδιά, θα είναι στο τσιπουράδικο. Όχι, θέλω να πάω σπίτι, ν’ ανάψω το τζάκι να κοιτάω τη φλόγα, να μην κλείνω τα μάτια, ν αρχίζουν τα μάτια να τρέχουν, να καθαρίζουν να καίνε τις εικόνες μου. Να πάω σπίτι, να πάω σπίτι, να’ μαι ειλικρινής και γω, να μην χρειάζεται να κρύβομαι. Πόσο απόθεμα ψεύτικων χαμόγελων κουβαλάω στις τσέπες. Όχι, Όχι, βγες, πάμε, περπάτα, κοντεύεις, σε περιμένουν. Με περιμένουν; Χα!...

«Το παρελθόν είναι το μακρύ χέρι του μέλλοντος» και «ο πόνος σε κάνει να ζεις με αξιοπρέπεια». Αυτές ήταν οι δύο φράσεις απόσταγμα από μια κατά τα’ άλλα ψυχαναγκαστική επικοινωνία με έναν άνθρωπο που έκανα το…λάθος(? Άραγε) να του δώσω το τηλέφωνό μου το καλοκαίρι που μας πέρασε. Με τις γνωριμίες, λένε ανοίγουν πόρτες και οι ανοιχτές πόρτες είναι πάντα καλύτερες από τις κλεισμένες. Μετά βέβαια καταλαβαίνεις ότι ο άλλος δεν θέλει ακριβώς να σε βοηθήσει αλλά μάλλον να σε γαμήσει είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά…
Πλησιάζει προς τα 70, ζει στη Γερμανία, αποκαλείται σκηνοθέτης, τύπος μποέμικος, μόνος, με έναν γιο υιοθετημένο και μια γυναίκα που δεν ζει πια. Ψάχνει αποκούμπια. Ψάχνει να επικοινωνήσει, ψάχνει δεν ξέρω και γω τι, έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να του κατηγορήσω αυτό το δικαίωμα, καθώς όλοι ψάχνουμε κάτι σ’ αυτή τη ζωή. Αυτό που μου τη σπάει όμως είναι ότι με το που θα σηκώσω το τηλέφωνο θα αρχίσει να μιλάει χωρίς καν να με ρωτήσει αν εγώ μπορώ εκείνη τη στιγμή να του διαθέσω το χρόνο μου, λες και γω είμαι ανοιχτή γραμμή για τις καλές ή κακές ώρες του που δεν είχε που να μιλήσει και είπε ας πάρω αυτό το κορίτσι να δω τι κάνω…


Στο τσιπουράδικο τις προάλλες λοιπόν ακούστηκαν διάφορα όμορφα. Είναι αυτές οι κουβέντες που ξεκινάν απ’ το πουθενά και καταλήγουν στο κάτι που θα κρατήσει ο καθένας. Θα το βάλει στην τσέπη παρέα με τα περίσσια ψεύτικα χαμόγελα αφού μετά το δεύτερο ποτηράκι έχουν αρχίσει να γίνονται αληθινά και δεν τα χρειάζεσαι πια.
Πως το’ φερε λοιπόν η κουβέντα και μιλούσαμε για το κλάμα. Άλλος είχε να κλάψει χρόνια, άλλος, μήνες, άλλος, μέρες, άλλος, ώρες. Κι αυτό που κράτησα εγώ απ’ όλο αυτό το ευαίσθητο θεματάκι, ήταν τα λόγια που είπε ο αδερφός μιας πολύ καλής φίλης όταν ήταν 7 χρονών. Έκλαιγε λέει συνέχεια μικρή. Με το παραμικρό, το’ χε στο τσεπάκι το κλάμα. Παραδέχτηκε ότι ήταν κακομαθημένη και σχεδόν το χρησιμοποιούσε για να προσελκύσει το ενδιαφέρον, για να ασχοληθούν μαζί της, για να αποκτήσει κάτι που ήθελε. Τότε, μια μέρα ο αδερφός της είπε: « Σταμάτα να κλαις με το παραμικρό! Να ξέρεις ότι τα δάκρυα κάποια στιγμή στερεύουν κι όταν θα τα χρειάζεσαι δεν θα τα έχεις και αυτό θα σε κάνει πολύ δυστυχισμένη!»…
Από τότε, πρόσεχε πολύ. Το σκεφτόταν πριν κλάψει. Αν αξίζει…Όχι δεν άξιζε. Το έβλεπες στα μάτια της. Έβλεπες στα μάτια της την αλλαγή… Και πάνε χρόοονια από τότε…
Εγώ πάλι μικρή φοβόμουν πως τα δάκρυα μπορεί να πετρώσουν. Είχα δει έναν γεράκο, ποιος ξέρει πότε και που, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο το πρόσωπό του που μου φαινόταν σκαμμένο και κάτι δάκρυα δερμάτινα να κατηφορίζουν προς τα μάγουλα. Κι είχα σκεφτεί πως μάλλον θα τον είχε πάρει ο ύπνος κλαίγοντας.
Από τότε, σκουπίζω βιαστικά τα δάκρυά μου. Δεν τ’ αφήνω να στεγνώσουν. Δεν τα’ αφήνω να φανούν…


Κάθομαι εδώ λίγο πριν μια υποτιθέμενη αλλαγή και ψάχνω για ένα σπάνιο δώρο που θα μπορούσα να ζητήσω.
Σήμερα δεν άναψα το τζάκι. Παρόλο που οι γονείς μου πoτέ δεν μου υποστήριξαν την ύπαρξη του Άγιου Βασίλη, φοβάμαι να το ανάψω. Όσο τον σκέφτομαι με καμμένο πισινό δεν μου ταιριάζει χρονιάρα μέρα.
Θυμάμαι μικρή στο σχολείο πριν τα Χριστούγεννα που είχα κάνει μια συμμαθήτριά μου στο δημοτικό να κλάψει με μαύρο δάκρυ.
Τι έχεις και κλαις; τη ρώτησε ο δάσκαλος.
Να, κύριε, σνιφ κλαψ λυγμ, ελεγα στην ceralex τι δώρο περιμένω απ’ τον Άγιο Βασίλη και μου είπε ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης κι ότι τα δώρα τα παίρνουν ο μπαμπάς και η μαμά και τα βάζουν κάτω απ’ το δέντρο! Τότε γιατί ο μπαμπάς και η μαμά μου λένε ψέματα; ουαααααααα!!!!!!!
Και με πήρε ο κύριος λίγο πιο πέρα, και γέλαγαν τα μουστάκια του, είμαι σίγουρη, γέλαγαν τα μουστάκια του και σχεδόν συνωμοτικά εξήγησε πως κάποια παιδάκια πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη και δεν πρέπει να τους χαλάμε το όνειρο και πως καλό θα ήταν να μην τους λέω πως δεν υπάρχει.
Και μετά πήγα σπίτι και γκρίνιαζα κι εγώ στους γονείς μου. Μα γιατί δεν με μάθατε και μένα να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη αφού έτσι κι αλλιώς κάποτε θα μάθαινα την αλήθεια, γιατί να μην παραμυθιαζόμουν λιγάκι.
Θα’ πρεπε να μου απαντήσουν τότε μα δεν το κάνανε: «Κοριτσάκι μου θα παραμυθιαστείς με τόοοοσα άλλα στη ζωή σου που δεν χρειάζεται να παραμυθιάζεσαι από τώρα» Αντ’ αυτού γελάγανε κι οι δύο και πήρα μια τεράστια υπέροχη αγκαλιά και τα ξέχασα όλα.

Θα’ θελα να πίστευα μικρή στον Άγιο Βασίλη.
Θα’ θελα να βρισκόμουν δίπλα σ’ ένα στολισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Θα’ θελα να θέλω να στολίσω όλο το σπίτι.
Θα’ θελα να είχε δώρα από κάτω και να περίμενα πως και πώς να πάει 12 για να τ’ ανοίξω.
Τώρα περιμένω πως και πώς να πάει 12 να τελειώνουμε και με αυτό το χρόνο. Μολών λαβέ μωρό μου!
Θα ντυθώ και θα στολιστώ και θα πάω να με βρει το ΔΕΚΑ κάπου μόνη ανάμεσα σε δεκάδες ανθρώπους. Πιθανόν θα χορεύω θα χορεύω θα χορεύω ως το πρωί. Πιθανόν θα γελάσω αληθινά, πιθανόν θα χαρώ και γω με όλο το νταβαντούρι, πιθανόν να μείνω ειλικρινής, κι αν μου’ ρθει να κλάψω, δεν θα σκουπίσω τα δάκρυα και θα χαρίσω στον εαυτό μου ένα σπάνιο δώρο.
Το παρακάτω ποίημα.
Σε όλους όσους σκόνταψα και σκοντάψανε πάνω μου. Σε όλους όσους μοιράστηκα στιγμές αυτή τη χρονιά. Σε όλους όσους ψάχνουν είτε για κουμπιά είτε γι’ αποκούμπια είτε για μια τεράστια ζεστή αγκαλιά.
Παιδιά, να αγκαλιάζεστε παιδιά να αγκαλιάζεστε παιδιά να αγκαλιάζεστε…



Το σπάνιο δώρο

Kαινούργιες θεωρίες.

Tα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά.
Aλλιώς υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.
Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά.
Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν οι στερήσεις– πως θά 'ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν' ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια γύρω απ' τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,θα σας πνίξουν.
Tίποτα.
Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.



Κική Δημουλά





Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Να τα πω;


Και είναι αυτή η σιγουριά μερικές φορές που λες πως τελικά δεν τα’ χεις κάνει και τόσο σκατά. Και πόσο σπάζομαι που γράφοντας στο word δεν σου αναγνωρίζει τη λέξη σκατά ως λέξη. Και σου βάζει αυτή την κόκκινη ζιγκ ζαγκ γραμμή από κάτω της για να μην λερώσει το λευκό εικονικό χαρτί. Λες και τα σκατά δεν υπάρχουν ως λέξη αναγνωρισμένη απ’ το περιβάλλον. Και όχι μόνο…
ΜΑ, τι έλεγα;;;
A ναι! Δεν τα’ χεις κάνει και τόσο σκατά λοιπόν. Ναι, έρχεται εκείνη η στιγμή που νιώθεις τόσο εύκολα πως όλα έτσι θα έπρεπε να γίνουν μέχρι τώρα, και αν μπορούσες ν’ αλλάξεις κάτι, δεν θα άλλαζες τίποτα.


Περιμένω με ανυπομονησία το σημερινό πρωϊνό. Το πρώτο κουδούνι που θα μου χτυπήσει για να μου πει : Να τα πουούμε;;
Και γω, ανοίγοντας την πόρτα, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου να πω ΝΑΙ.
Και να έχω έτοιμα τα δύευρα για να τα δώσω είτε μου άρεσε το άκουσμα είτε όχι.
Έτσι, για το καλό. Γιατί τρόμαξα προχθές και ήθελα να ψιλοξορκίσω τ’ όνειρο.
Το όνειρο που είδα μετά από μια εφιαλτική μέρα. Πως άνοιξα την πόρτα για να μου πουν τα κάλαντα. Κι ήταν ένα κορίτσι γύρω στα δεκαπέντε με ξανθό καρέ μαλλί και τεράστιο χαμόγελο που άστραφταν τα σιδεράκια. Κι ένα βλέμμα αγελάδας με μια ανεξιχνίαστη χαρά μπερδεμένη με μια ειρωνική λύπη. Στο δεξί της χέρι να κρατάει μια φλογέρα και παρόλα αυτά να ξεκινάει την καλήν ημέρα κουνώντας ρυθμικά τα χέρια. Λες και η φλογέρα ήταν το μοναδικό όργανο μαεστρίας της.
Και άρχισε να μου λέει καλήν ημέραν άρχοντες ποιος είναι ο προορισμός σας;
Κι εγώ, ν΄ αναρωτιέμαι αν είναι βαλτή από κάποιον που θέλει να γελάσει πολύ δυνατά μαζί μου. Και αν θα πρέπει ν’ απαντήσω τελικά ή αν θα την αφήσω να φτάσει στο… κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει, ή αν θα πρέπει να της κλείσω την πόρτα στη μάπα κα να πάει από κει που ήρθε. Γιατί από κει που ήρθε σίγουρα δεν της έμαθαν πως δεν μπορείς να δουλεύεις ψιλό γαζί τον κάθε που αποφάσισε απλά να αποδεχτεί πως και για άλλο ένα Χριστούγεννο θα παραμείνει πιστός στην μοναξιά του.
Τι λες κοπέλα μου; Αφού η ζωή στο απέδειξε πως τη μια μέρα μπορεί να ψάχνεις τρόπους για ν’ αυτοκτονήσεις και την άλλη να περνάς φίνα.


Ουφ…



Το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως έψαχνα απεγνωσμένα να την πληρώσω. Να της δώσω κατιτίς για την φρίκη που μου πρόσφερε με το καλημέρα σας. Μην τυχόν και δεν είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου. Παιδιά ελάτε! Μπάτε σκύλοι αλέστε! Ό,τι ποθεί ο καθένα σας! Εγώ θα σας πω κι ευχαριστώ και θα σας τρατάρω κι ένα μελομακάρονο να γλυκάνω τις ενοχές σας. Γιατί δεν μπορεί…όλο και κάποια ενοχή θα νιώθετε για το δούλεμα που μου ρίχνετε πρωινιάτικα! Ας μην ξεχνιόμαστε λοιπόν!
Γλυκαίνει ο πόνος όταν τον μοιράζεσαι. Μα μετά κλείνεις την πόρτα. Ρίχνεις το σώμα σου πίσω της και εκπνέεις την σιγουριά της πανέμορφης μοναξιάς σου! Πόσο καλά είμαι τελικά! Πόσο καλά είμαι που μπορώ και ξεχωρίζω ακόμη την παράνοια από την ομορφιά!

Κι έτσι πας ξανά να ρίξεις άλλον έναν υπνάκο. Υπνάκο με χαμόγελο.
Και τα κουδούνια να βαράνε στους γείτονες. Εντός σπηλαίων βρίσκεται η αλήθεια.
Τόσο κοντά, τόσο μακριά.
Ξύπνα!

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Σε ρώτησε κανείς;




Θα μπορούσα να γράψω πως φοβάμαι.
Μα δε μου βγαίνει. Θα μπορούσα να γράψω πως δεν ξέρω τι μου γίνεται και με την ίδια ακριβώς βεβαιότητα να γράψω ότι ξέρω ακριβώς τι μου γίνεται.
Θα μπορούσα να πω πολλά. Όχι. Όχι δεν μου έχουν φιμώσει το στόμα. Όμως χίλια συναισθήματα σφραγίζουν τα χείλια.
Κι είμαι δεμένη εδώ.

Ένα όνειρο είδα. Θα μπορούσα να γράψω πως τρόμαξα μα δεν μπορώ, δεν θα ‘ταν αλήθεια, αφού ήταν πανέμορφο.

Τα χιλιάδες αναμμένα φωτάκια της πόλης με κοιτούν από απέναντι. Μάλλον τρεμοσβήνω κι εγώ.
Θα μπορούσαν να με ρωτήσουν χιλιάδες ερωτήσεις. Μια ερώτηση το κάθε φωτάκι. Φως κι ερώτηση.
Θα ‘ταν άραγε εύκολες οι ερωταπαντήσεις;

Τόσο καιρό λιώνω εδώ σιγά σιγά, κάτω απ’ τον προβολέα.
Χιλιάδες ανύπαρκτες ανακρίσεις.
Λιώνω, λιώνω σιγά σιγά περιμένοντας μια ερώτηση.

Νομίζω χρόνια πέρασαν.
Το ενστικτό μου βαρέθηκε να μ’ οδηγεί. Το ‘χα κι αυτό τόσα χρόνια πάνω απ’ το κεφάλι μου. Δεν μου ‘φτανα εγώ κι ο εαυτός μου, είχα κι αυτό να μπαίνει ανάμεσα στο αγγελάκι και το διαολάκι. Να παίρνει θέση ισχυρή. Στο βάθρο πρώτο κι αριστερά και δεξιά άλλοτε ο άγγελος άλλοτε ο διάολος. Μα εκείνο, πάντα νικητής.
Ο άγγελος κι ο διάολος κάποτε το βαρέθηκαν και δίκιο είχαν. Κι αυτό, η αλήθεια είναι πως είχε βαρεθεί να είναι πάντα νικητής. Έτσι κι αλλιώς, όταν βγαίνεις πάντα πρώτος χάνεις τη μαγεία του συναγωνισμού. Βαριέσαι τη νίκη.

Κάπως έτσι ένιωσε λοιπόν το ένστικτό μου και μαζί με κάτι χρωστούμενα που είχα απ’ τις μνήμες, ήρθαν και μ’ έδεσαν εδώ, σε μια καρέκλα. Μ’ έδεσαν μόνη μου με τ’ αγγελοδιαόλια μου να περιφέρονται γύρω απ’ το κεφάλι μου.
Κάτω απ’ τον ζεστό προβολέα. Να λιώνω.
Να λιώνω για μια ερώτηση.

Φωτάκια φωτάκια φωτάκια απέναντι.
Πολυκατοικίες ψυχών.
Όταν χάθηκε η εμπιστοσύνη αρχίσαμε να φτιάχνουμε ορόφους.
Έτσι υψώνεται η μοναξιά.
Το ασανσέρ λοταρία σε κάθε διαδρομή του.
Πόσους θα πετύχεις;
Θα τους κοιτάξεις στα μάτια;
Τσανάκια χωριστά, χωρίς πολλά πολλά κι όχι αυλές να τρέχουν τα παιδιά κι όχι απλωμένα ρούχα στο ένα μέτρο απ’ το χώμα.

Είμαστε ή του ύψους ή του βάθους τελικά.
Πάμε μια και καλή στο μείον ένα μέτρο κάτω απ’ τη γη.
Απ’ τα βάθρα στα βάραρθα.
Μείον ένα φωτάκι απ ‘την πόλη-πρώην-κατοικία.

Δεν μου έβαλαν μουσική στο σπίτι απόψε.
Ακούγονται μόνο τα δυο ρολόγια της κουζίνας. Εναλλάξ τα δευτερόλεπτα.
Φαντάζεσαι να προσπαθείς να κρυφτείς ανάμεσα στο εναλλάξ των δευτερολέπτων;
Ακόμα και μέσα σ’ αυτό το μισό δευτερόλεπτο ο χρόνος περνάει και πάλι.
Πρώτος κι αυτός πάντα. Στο βάθρο. Νικητής. Σε άλλο βάθρο. Ναι. Υπάρχουν πολλά. Αλλιώς δεν θα λεγότανε ζωή.

Ακούγεται νομίζω και ο προβολέας εκτός αν είναι το κεφάλι μου που άρχισε να βουίζει. Εκτός αν είναι που τσακώνονται πάλι ο άγγελος με το διάολο.
Λιώνω. Λιώνω σιγά σιγά.
Ας ρωτήσει κάποιος κάτι επιτέλους.
Πόσες ώρες πέρασαν μετρημένες στα μισά των δευτερολέπτων.
Μέρες μήνες χρόνια.
Λιώνω. Λιώνω σιγά σιγά.
Ας ρωτήσει κάποιος κάτι να σταματήσω να σκέφτομαι.

Δεμένη στην καρέκλα. Τα πόδια μου δεμένα στα πόδια της. Σκοινί σφίγγει την κοιλιά μου στην πλάτη της. Μόνο τα χέρια μου αφήσανε ελεύθερα. Μου δώσανε κι ένα τετράδιο μ ‘ένα καλά ξυσμένο μολύβι.
Λιώνει. Λιώνει σιγά σιγά κι η μύτη του, σε λίγο δεν θα μπορώ ούτε να γράψω πια.

Βρήκα τι θα κάνω αν λιώσει. Θα μάθω την προπαίδεια. Δεν ήταν τυχαίο που μου έδωσαν αυτό το μολύβι με την προπαίδεια. Και όχι ό,τι κι ό,τι , αυτήν που ξεκινάει απ’ το 1Χ11 και φτάνει στο 11Χ11.
Έχει και μια γόμα από πίσω το μολύβι αυτό.
Βρήκα τι θα κάνω μετά.
Θα ξεκινήσω να σβήνω ό,τι έχω γράψει απ’ το τέλος προς την αρχή.
Μέχρι να λιώσει κι η γόμα.
Δεν θα προλάβει νομίζω.
Λιώνω. Λιώνω σιγά σιγά.

Θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα πως δεν πρόκειται να με ρωτήσει κανένας τίποτα.
Θα μπορούσα να γράψω πως φοβάμαι μα δεν μου βγαίνει να το γράψω.
Ίσως να το πω σε λίγο.
Σε πολύ λίγο.
Γιατί αυτή η μύτη του μολυβιού έφτασε στο τέλος της. Πλέον χαράζω το χαρτί.
Δεν θέλω άλλες χαρακιές εδώ μέσα. Το τετράδιο είναι το μόνο πράγμα στη ζωή μου που δεν με πλήγωσε ποτέ…Προλαβαίνω για λίγα αποσιωπητικά….ε;….ναι….








Πι ες: Μια μέρα μετά. Τελικά δεν έλιωσα. Πάνω που είχα φτάσει στην προπαίδεια του 13, ένα φως από απέναντι με ρώτησε «ΕΣΥ; Τι κάνεις;»