Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Hμερομηνία Λήξης ή αλλιώς, Για Πέταμα




Στο ντουλάπι της κουζίνας έχει φακές, μακαρόνια, ρύζι και καμιά κονσέρβα.
Πού και πού τσεκάρω την ημερομηνία λήξης και βάζω στην άκρη αυτά που, δεν τους μένει και πολύς καιρός, μήπως και καταφέρω να μαγειρέψω κάτι σύντομα.
Με κάποια τελικά, δεν κάνω τίποτα.
Και λήγουν.
Μένουν αρκετό καιρό ληγμένα στο ντουλάπι της κουζίνας. Μερικά, μπορεί και χρόνια.
Κι έρχεται η μέρα, μια μέρα που έτσι ξαφνικά, λέω να πετάξω τα ληγμένα.

Πιάνω πρώτα την κονσέρβα. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν μ’ άρεσαν οι κονσέρβες.
Ντολμαδάκια γιαλαντζί συγκεκριμένα.
Την κρατώ, την πετάω στον αέρα, την ξαναπιάνω και τη ρίχνω στα σκουπίδια.
Με λίγες τύψεις και λίγες ενοχές που δεν πραγματοποίησε το σκοπό της, ή, που κάποιοι άνθρωποι πεινάνε και δεν έχουνε να φάνε.

Το ντουλάπι της κουζίνας αδειάζει απ’ τα ληγμένα.
Καθαριζει.
Μένει χώρος.

Φροντίζω για τα επόμενα.
Να μαγειρέψω κάτι καλό μαζί τους.
Να μην πάει τίποτα χαμένο.
Να μην θέλω να έχω παραπάνω απ’ όσα μπορώ να αναλώνω.


Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους γύρω μου.
Στο ντουλάπι το δικό μου.
Κυρίως με τους γιαλαντζί.

Αν δεν τους αναγνωρίζεις, είναι εκείνοι οι τόσο καλά αεροστεγώς εγκλωβισμένοι, αυτοί που προσπαθούν να σε καταναλώσουν πρώτοι.
ΠΡΟΣΟΧΗ!





Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

17 Νοέμβρη του 2009





















Αυτή τη μέρα πάντα πονάω.
Τα τελευταία χρόνια αυτή τη μέρα νιώθω ένοχη.
Είναι που σταμάτησα να κατεβαίνω στο δρόμο. Είναι που πάντα είμαι και εδώ και εκεί, και τότε και τώρα.
Με βλέπω στην πορεία, τρομαγμένη μα ασφαλής.
Δίπλα σου πάντα.
Τώρα, δεν με βλέπω. Δεν είμαι εκεί. Είμαι στο σπίτι. Δουλεύω. Ακούω στο ραδιόφωνο τα ωραιότερα τραγούδια που εμπνεύστηκε ανθρώπου πάθος, ανθρώπου ανάγκη, ανθρώπου ζωντανού.
Τώρα, από δω, με βλέπω τότε. Πριν χρόνια. Με βλέπω εκεί. Στους ίδιους δρόμους. Η ίδια πορεία.
Δίπλα σου πάντα.
Οι κεραίες τεντωμένες μα ασφαλής.
Αυτή τη μέρα πάντα κάτι λείπει.
Μα συνεχίζω. Θα περάσει, λέω που θα πάει; Θα γυρίσουν όλοι στα σπίτια τους. Θα τελειώσει. Αύριο στις εφημερίδες και αν. Όλοι θα συνεχίσουν.
Θα περάσει. Θα περάσει η μέρα. Ήδη περνάει, σχεδόν τέλειωσε κιόλας.
Θα περάσει. Δίπλα σου πάντα, με ένα σφίξιμο στην καρδιά, μα ασφαλής.
Χτυπάει το κουδούνι. Η μαμά. Κάτι πέρασε να μου αφήσει. Χαίρομαι που τη βλέπω. Δεν χαίρομαι που τη βλέπω έτσι. Άγχος, νεύρα, πνίγεται, πνίγεται πνίγεται…!
Αρχίζει και μιλάει για τις αναποδιές της ημέρας. Κι αυτό και κείνο και τ΄ άλλο…
Κι ύστερα, με κοιτάει. Βουρκώνει. Και μου λέει:
Κι είναι κι αυτή η μέρα…αχ αυτή η μέρα. Είμαι εκεί. Στο καροτσάκι, μωρό ο αδερφός σου και γω με τον πατέρα σου να θέλουμε να πάμε εκεί, οπωσδήποτε.
Στο δρόμο μας σταμάταγαν. «Πού πάτε με το μωρό; Τρελαθήκατε; Γυρίστε σπίτι σας». Δεν προλαβαίναμε. Ήμασταν ήδη πολύ κοντά. Το μακελειό είχε ξεκινήσει. Μπήκαμε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ακούγαμε έξω, που φωνάζανε βοήθεια!»
Τα παιδιά! Τα παιδιά δυο τετράγωνα πιο πέρα να ζητάνε βοήθεια, και να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα…!

Η απόγνωση για λίγα δευτερόλεπτα εκφράστηκε στο πρόσωπό της σαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή να βρισκόταν εκεί, τότε…
Δυο τρεις λυγμούς έβγαλε κι ησύχασε. «Άσε με», μου πε. «Θα μου περάσει. Καλύτερα να κλάψω να ξεσπάσω. ».

Τώρα, δεν με βλέπω εκεί. Με βλέπω εδώ, απέναντί της, τρομαγμένη, να βλέπω τη δική της δέκατη έβδομη ημέρα του Νοέμβρη του δύο χιλιάδες εννέα.
Οι κεραίες τεντωμένες. Σαστισμένη, μα ασφαλής.


Δίπλα μας πάντα, εσύ.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο αδερφός μου. -Πήγες; -Όχι. -Τι κάνεις; -Καλά είμαι… εσύ; -Καλά..-Είναι η μαμά εδώ. –Τι κάνει; - Σκατά. -Και γω σκατά είμαι. –Και γω. –Α! ωραία! Γελάμε.. Άντε, καλά, κατάλαβα...τα λέμε, δως της φιλιά... γεια. –Γεια.

Κλείνε το τηλέφωνο. Σε λίγο κλείνει κι η πόρτα.

Όταν ο άλλος είναι πιο σκατά από σένα, αυτόματα γίνεσαι λιγότερο σκατά, θες δεν θες. Όπότε σταματάς να ανησυχείς για σένα και ανησυχείς πάλι για τους άλλους κι έτσι μάλλον κάπως παίρνεις κουράγιο για να δώσεις κουράγιο.

Και να μην ξεχάσω…
Μόνοι μας, μα δίπλα σου πάντα.


Πέρασε η μέρα. Τώρα όλοι είναι στα σπίτια τους. Τη γιόρτασαν και φέτος!
Ασφαλείς. Μέσα στο όνειρο.
Καλή τους νύχτα.


Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

παιδάκι

Δεν μπορεί! Κάπου θα είναι. Δοκιμάζω!
Δοκιμάζω! Θα το βρω!

Πίσω από κει;;
¨Όχι, όχι!
Κι όλο νομίζω πως το βρήκα…!
Πού, πού εκεί μέσα;;;
Δοκιμάζω. Θα μου κάνει;;
-Τίποτα δεν έχεις καταλάβει!
Ψάχνω! Ψάχνω! Πού; Εδώ μέσα;;;;

-Ναι, εδωμέσα μας.


Πολλά πράγματα τα ψάχνουμε σε λάθος μέρος ή με λάθος τρόπο.
Ακόμα και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Δοκιμάζουμε, δοκιμάζουμε, και καλά κάνουμε…
Αλλά…



Προσπαθούμε να φτάσουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Μα ξεχνάμε να ψάξουμε αυτό που πραγματικά είμαστε.
Υποθέτω, πως, μόνο χρησιμοποιώντας για βάση αυτό που πραγματικά είμαστε, θα μπορέσουμε να κτίσουμε πάνω του αυτό που θέλουμε να γίνουμε.
Χωρίς να’ χουμε ανακαλύψει πρώτα αυτό, θα δοκιμάζουμε, θα δοκιμάζουμε, μα πάντα κάτι δεν θα μας κάνει. Πάντα κάτι θα μας λείπει.


Αυτό που είμαστε, πιθανόν να είναι το μικρό παιδί που μεγάλωσε. Έχουμε φορέσει τη μάσκα του χρόνου που περνάει στο πρόσωπό μας και το μικρό παιδί το’ χουμε κλείσει τιμωρία. Φυλακισμένο, να καταγράφει τη ζωή, χωρίς να την βιώνει στο έπακρο.
Ίσως μόνο το βράδυ, πριν κλείσει τα μάτια να φοβάται πάλι μην βγει το λιοντάρι κάτω απ’ το κρεβάτι. Ίσως μια ηλιόλουστη μέρα κλείνοντας τα μάτια στον ήλιο, να είναι ο ίδιος ήλιος σε κείνες τις καλοκαιρινές διακοπές που είχε πάλι ξαπλώσει χαρούμενος κοιτάζοντάς τον, κλείνοντας τα μάτια, ικανοποιημένος που κατάφερε να κάνει την πρώτη βουτιά με κεφάλι στη θάλασσα.
Ίσως μόνο περπατώντας στην γειτονιά πηγαίνοντας προς το σπίτι, μυρίζοντας τη μυρωδιά από φρεσκοτηγανισμένες πατάτες, που βγαίνει από κάποιον απορροφητήρα,
να μεταφέρεται στο πατρικό το σπίτι που έμπαινε μέσα με την τσάντα στον ώμο, μετά το σχολείο, και τον περίμενε μια γαβάθα με πατάτες τηγανιτές, στο τραπέζι της κουζίνας. «Πήγαινε να πλύνεις πρώτα τα χέρια σου»!
Κι έτσι χαμογελάει το μικρό παιδί στην μέση του δρόμου, και πιάνεις τον εαυτό σου να χαμογελάει.


Είναι εδώ. Είναι εδωμέσα πάντοτε. Τρομάζει ακόμα κι ας έγινες ατρόμητος. Αναζητάει μια αγκαλιά κι ας παραδέχεσαι πως μπορείς να ζεις και μόνος σου. Ψάχνει για λύσεις κι ας ξεμπέρδεψες με τα μαθηματικά. Έχει ακόμα τις πληγές στα γόνατα, κι ας μετατοπίστηκε ο πόνος στην ψυχή σου.

Πολλές φορές είναι αυτό το μικρό παιδί που δεν μας αφήνει να καταφέρουμε να κατακτήσουμε αυτό που επιθυμούμε. Σε πισωγυρίζει, προσπαθώντας να σου πει: Eι! Πάρε με και μένα μαζί σου! Αλλιώς δεν θα’ σαι εσύ.
Ποτέ κανείς δεν μας ενθάρρυνε να μην το λησμονήσουμε. Βιαστήκαμε να μεγαλώσουμε βιάζοντας το μικρό παιδάκι.

Βιαστήκαμε να θέλουμε να γίνουμε αρεστοί σε όλους. Σε όλους τους άλλους. Ή απλώς στον καθρέφτη μας.



Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

καρδιογράφημα



Σήμερα, άκουσα την καρδιά μου και ποτέ δεν είχα νιώσει τόσο ζωντανή.
Ήταν που ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου εντόπισα αυτό το φοβιστικό, από παιδικής μνήμης, εργαλείο που σου εξετάζει ο γιατρός την καρδιά. Το βρήκα στον πάγκο της κουζίνας, μιας φίλης μου γιατρίνας, πλάι στα μαχαιροπίρουνα.

Και έτσι είπα να με εξετάσω λίγο να δω πως ακούγεται η ζωή.
Αν μικροφωνίζει. Αν έχει πάρει λίγο φύσημα. Αν έχει κάτι να μου πει ανησυχητικό, να το ξέρω, μια και γκρινιάζω τελευταία για το πόσο ταλαιπωρημένη είναι.

Κι έβαλα τα ακουστικά στα αυτιά μου και το μικρόφωνο, παγωμένο βεντουζάκι, μέσα απ’ την μπλούζα, στο μέρος της καρδιάς.
Τι ipod και μαλακίες… Έπαθα πατατράκ ακούγοντας το ωραιότερο track της ημέρας.


Το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Έτσι μου ‘ρχεται, αύριο κιόλας να πάω να αγοράσω ένα αποτέτοιο, μήπως και βρω την υγειά μου.

Κάθε που απελπίζομαι να το βεντουζάρω και ν’ ακούω live my life.

Περιγραφή:

Απόκοσμος ρυθμός ταξιδεμένος.
Ακόμα και με τα μάτια ανοιχτά βλέπεις ξεκάθαρα το σκοτάδι του σύμπαντος.
Κι έναν αγώνα δρόμου χωρίς προορισμό. Χωρίς αφετηρία και τέρμα.

Το πιο συγκλονιστικό είναι ότι τον ρυθμό τον παίζεις εσύ. Θέλοντας και μη.
Έχεις ήχο. Εκπέμπεις. Έτσι κι αλλιώς. Χωρίς να βγαίνει απ’ το στόμα, απ’ τα χέρια απ’ τα πόδια…

Σίγουρα για κάποιο λόγο κατασκευαστικά φτιαχτήκαμε έτσι ώστε να μην ακούγεται πιο δυνατά ο χτύπος της καρδιάς μας. Πόσο συγκαταβατική η φύση μας, να μας δώσει το περιθώριο να μεγαλουργήσουμε, κρατώντας γι’ αυτήν, μια μικρή γωνιά, εκεί αριστερά, να κάνει τη δουλειά της.
Ζήσε εσύ και γω θα βαράω εδώ στα σιωπηλά.
Όσο βαράω θα ζεις κι όσο ζεις θα βαράω.


Φαντάσου ν’ ακούγονταν οι καρδιές μας.
Τι ενοχλητικό που θα’ τανε…
Στους δρόμους, στα τρένα, στις συσκέψεις, στο σινεμά, στα ραντεβού…

Όχι, όχι…
Έτσι, όλα λειτουργούνε ρολόι.
Ωρολογιακή βόμβα.
Σχεδόν δευτερόλεπτα.
Σχεδόν ψίθυροι.
Σχεδόν κραυγές.
Βαράει.
Βαράει έναν ρόλο.

Ζωντανή.
Ζωντανοί.

Για πόσο;
Για όσο.

Πάρε σου λέω ένα μαραφέτι κι άκου τη.
Άκουσέ τη!
Έχει τόσα να σου πει.
Δεν σκέφτεται, όχι.

Όχι…

«Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε» (Φ.Πεσσόα)