Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Πες μου! Ποιό να φορέσω;



Πες μου. Πες μου! Ποιό να φορέσω;!
Πού θα με πάει;!

Καμιά φορά ξεχνιέμαι κι όλα δείχνουν τόσο αέρινα!

Καμιά φορά ακροβατώ και το τεντωμένο σκοινί μου, μοιάζει σαν τεράστιος δρόμος χωρίς νησίδες.

Σ’ ένα νησί ξεγλίστρησε η απόγνωση το καλοκαίρι.
Έπεσε ξάφνου από ψηλά, βουτιά στην ασημένια θάλασσα και χάθηκε στο απέραντο.

Κάτι ψαρέματα θυμάμαι εκεί στο απέναντι νησάκι. Εκδρομή με τη βάρκα του Κωστή.
Κι η Γεωργία να παλεύει με τις πετονιές.

Εκεί, πάνω στη βάρκα, με τα πεντέξι μποφόρ ανακατευόταν η χαρά με τη λύπη.

Τη μια το μυαλό έσπρωχνε να ρίξει στη θάλασσα τις κακοδιάθετες εμμονές του, την άλλη μια πορτοκαλένια δύση στο βάθος το έκανε να ξεχνάει σε ποιό σώμα ανήκει.

Μεγάλη υπόθεση το παρόν. Καμιά φορά σου ρίχνει σφαλιάρες να συνέλθεις.
Ει! Σου λέει. Κοίτα δω τι συμβαίνει κι άσε την παραζάλη του νου.
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από τούτη τη στιγμή!

Και συ, κοιτάς. Κι απορείς. Πόση δύναμη κρύβει μέσα της η συνήθεια. Πόση κόντρα με τον καιρό βαστάει η πραγματικότητα του μυαλού.

Πίνακας. Μαυροπίνακας. Σβήνεις, σβήνεις και μένεις με λερωμένα τα χέρια απ’ την κιμωλία την άχαρη, που σου υπενθυμίζει ότι σηκώθηκες στον πίνακα κι ότι ζητήθηκες να λύσεις ενώπιων κάποιων, κάτι. Να λύσεις κάτι.

Ακόμα κι αν ήξερες τη λύση, τα χέρια λερώθηκαν.
Κι ακόμη κι αν το’ λυσες σωστά, ανάθεμα κι αν κατάλαβες τι νόημα έχουν όλα τούτα στην ζωή σου.

Καμιά φορά νιώθω σαν κι αυτά τα απλωμένα αέρινα φορεματάκια προς πώληση.
Ζητείται σώμα να με αντέξει, να με χωρέσει, να του ταιριάξω.



Έτσι από μακριά φαντάζει εύκολο και χαριτωμένο. Λιτό κι απλούστατο.
Μπορώ να με φανταστώ μέσα σε όλα. Να προσαρμόζομαι μ’ ένα πλατύ χαμόγελο σε κάθε γούστο.

Να φυσάει το αεράκι και να ανατέλλει το γόνατο. Να πέφτει η τιράντα στον ώμο ξέγνοιαστη.
Να μην κρυώνω, να μην προσμένω, να μην αισθάνομαι τίποτα, πέρα απ’ το ανάλαφρο αισθαντικό τυχαίο, ενός αναντικατάστατου παρόντος.

Και τι ωραία! Και τι καλά! Τι καλά που επισφραγίζονται οι στιγμές!

Σαν ανέξοδη αγορά του πιο πανάκριβου συναισθήματος!
Πες μου! Πες μου, ποιο να φορέσω;
Ποιο μου πάει καλύτερα;
Έτσι που να χρωματίσει τη γύμνια μου στην τόση ανάγκη που δεν ντρέπεται να ομολογήσει:

Πως κατά βάθος, κρυώνω!

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Φυσιολόγιο με πολλά ερωτηματικά


???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
?????????????
??????????????????????????????????????????????????????????????
??????????????????????????????????????????????????????????????
Τι θεωρείται «φυσιολογικό»;
Αφού το σωστό και το λάθος είναι υποκειμενικό.
Τα λάθη της φύσης είναι φυσιολογικά;
Κι αν σταθούμε στο γεγονός ότι «φυσιολογικό» είναι αυτό που υπάρχει ή γίνεται σύμφωνα με τη φύση, ποιά θεωρείται πλέον η «φύση του ανθρώπου», όταν τα ένστικτα τα έχουμε σχεδόν αποχαιρετίσει, όταν η επαφή μας με τη φύση, όλο και λιγοστεύει.

Η «λογική της φύσης» υφίσταται;


Η λογική δημιουργεί πάντα μια απόσταση. Η λέξη «απόσταση» θα μπορούσε να αντικατασταθεί από τη λέξη «εξήγηση».

Η λογική από μόνη της υφίσταται; Ή συμπορεύεται πάντοτε με τα «συμπεράσματα»;


Η λογική μας απομακρύνει;
Η λογική μας γλιτώνει;
Η λογική μας λυτρώνει;


Το συναίσθημα ανήκει στη φύση.
Αισθήσεις.


Αν δεν υπάρχει η λογική, ένα συναίσθημα μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτο.
Άρα,
η λογική μας ελέγχει.

Κι έτσι,
Χτίζονται σιγά σιγά τα τείχη γύρω απ’ το ΕΓΩωωω…

Ο λογικός ορίζεται ή είναι κι αυτός υποκειμενικός;
Ο λογικός μπορεί να είναι φυσιολογικός;

Ίσως γι’ αυτό πολλές φορές να γινόμαστε τόσο παράλογοι.
Γιατί, ποιός σε μαθαίνει να χειρίζεσαι σωστά τη λογική;

Ενώ, ποιος σε μαθαίνει να χειρίζεσαι το συναίσθημα, παρά μονάχα οι 5 αισθήσεις.

Εμπειρία.
Βιώματα.
Ακοή (ήχοι της φύσης, μουσική, λόγια……..)
Όραση (ομορφιές ή ασχήμιες μέσα στην υποκειμενικότητά τους κι αυτές, ταινίες, διάβασμα……)
Αφή (σε αγκαλιάζανε συχνά όταν ήσουν μικρός; Είχες από μικρός επαφή με ζώα; Tο χάδι; Έχεις παίξει αρκετά με την άμμο; Έχεις φτιάξει ποτέ κολάζ; Έχεις μαστορέψει; Μάζευες λουλούδια;)
Όσφρηση ( το χώμα μετά τη βροχή, τα φρεσκοπλυμένα απλωμένα ρούχα που μυρίζουν ήλιο, μυρωδιές λουλουδιών, αγαπημένων φαγητών ή μυρωδιές που σε κάνουν να κλείνεις τη μύτη, μυρωδιές αγαπημένων προσώπων……)
Γεύση (μια ντομάτα κομμένη απ’ το μποστάνι, το φιλί, η αρμυρή θάλασσα, κάτι χαλασμένο…….)

Όλα αυτά κι άλλα πολλά, γεννούν τα συναισθήματα.
Έπειτα… μπαίνει η λογική.
Κι ύστερα… χάνεται η «μαγεία».


Τ’ αστέρια γίνονται πλανήτες…
Η μουσική, νότες…

Οι έννοιες γίνονται λέξεις χρησιμοποιώντας τα σύμβολα του αλφάβητου ως θεμελιώδη στοιχεία ενός…γνωστικού χώρου.
Οι «έννοιες» είναι συναίσθημα.
Και οι «λέξεις», η λογική τους.
Μια λέξη μπορεί να κρύψει πολλές έννοιες και πρέπει να μπει η λογική για να καταλήξεις σε ποια έννοια αντιστοιχεί.




Η λέξη ΛΟΥΛΟΥΔΙ από μόνη της κρύβει μέσα της όλα τα λουλούδια του κόσμου.
Μα, μόνο αν το δεις, αν το πιάσεις, αν το μυρίσεις….είναι ΤΟ λουλούδι που σου ξύπνησε όλες τις αισθήσεις.

Ένα λουλούδι σαν κι αυτό, κάποιος, κάπου, κάποτε, το κράτησε στα χέρια και το ονόμασε έτσι. ΛΟΥΛΟΥΔΙ


Ποιος να ’ταν, άραγε, κείνος ο άνθρωπος που έβγαλε πρώτος αυτή τη λέξη;




Στην ψυχή μέσα, γνωστές λέξεις ψάχνουν να βρουν ένα νόημα. Κι αντί γι’ αυτό, βρίσκουν μπροστά τους ένα λουλούδι.
Κι ίσως αυτό, έτσι για λίγο, χαρίζει ένα ευχάριστο διάλειμμα στην λογική, να πάει μια βόλτα, να δει αν έρχομαι.





Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Σαν νικητής





















Σαν το σκυλί που έρχεται στα πόδια σου να παίξει και συ το διώχνεις κι αυτό δεν χαμπαριάζει και ξανάρχεται να παίξει.
Σαν τα μικρά ψαράκια που κάποιες φορές σου τσιμπάνε τα πόδια στα ρηχά και συ τινάζεις τα πόδια μα εκείνα δεν τα νοιάζει και ξανάρχονται και σου τσιμπάν τα πόδια.
Σαν τη μύγα που τη διώχνεις δίνοντας σφαλιάρες στον αέρα πάνω απ΄ το πιάτο σου κι αυτή επιμένει.
Σαν το κουνούπι που ζουζουνίζει τη νύχτα πάνω απ’ το κεφάλι σου και συ ανάβεις το φως, χτυπάς τα χέρια σου παλαμάκια να το λιώσεις με δύναμη κι αυτό σου ξεφεύγει. Το ψάχνεις παντού κι όταν αποφασίσεις να σβήσεις το φως και να κοιμηθείς, αυτό ξανάρχεται και σου ζουζουνίζει δίπλα στ’ αφτί.

Σαν μια πόρτα που βρίσκεσαι πίσω της και κάποιος προσπαθεί να μπει και συ την σπρώχνεις για μην τα καταφέρει, κι ενώ προσπαθείς με όλη σου τη δύναμη, ο άλλος φεύγει και σκας απότομα τα μούτρα σου πάνω στην πόρτα.
Σαν ένα bradefer ατελείωτο χωρίς νικητή μα και χωρίς νικημένο.

Πιθανότατα δεν θα χάλαγε ο κόσμος αν άφηνε ο ένας τον άλλον να νικήσει εναλλάξ. Να μείνουν και οι δύο ευχαριστημένοι.

Ευχαριστημένοι;

Έχουμε μια τάση οι άνθρωποι να αντιδράμε σπασμωδικά, με τη μία, σε ό,τι μας… ενοχλεί.
Μακάρι και να’ ξερα αν είναι καλό ή κακό αυτό.
Μάλλον μας ενοχλούν περισσότερο τα μικρά πράγματα.
Αυτά που μπορούμε να ορίσουμε. Που νομίζουμε ότι μπορούμε να ορίσουμε.
Έτσι γινόμαστε νικητές σε άνισες (;) μικρές μάχες.

Μα…

Πόσες φορές κατάφερες να σκοτώσεις αυτό το γαμημένο κουνούπι;
Πόσες φορές κατάφερε η μύγα να μην προσγειωθεί έστω και μια φορά πάνω στις πατάτες σου;
Όσο κι αν χτυπιόσουν μες στη θάλασσα για ν’ αποφύγεις τα μικρά μικρά τσιμπηματάκια, πόσα μικρά μικρά σουπερ nemo σου γαργάλησαν τελικά τα πόδια;
Και το σκυλί παρόλο που το έδιωξες τόσες φορές, είναι ακόμα δίπλα σου και σε κοιτάει στα μάτια.

Στην πόρτα αλλάζει το παιχνίδι.
Έχεις να κάνεις με άνθρωπο.
Και στο bradefer κρίνεται το παιχνίδι:
Με τι άνθρωπο έχεις να κάνεις.





Βγήκα στο δρόμο μετά τη βροχή.
Μια Κυριακή ξημερώνει.
Καλημέρα λέω.
Την λέω κι ας πέσει κάτω.
Δεν θα προλάβει.
Ο σκύλος θα την κάνει μια χαψιά!





...

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Παροράματα




κείμενο του Eduardo Galeano από "Το βιβλίο των Εναγκαλισμών"

«Εκεί όπου η Παλαιά Διαθήκη λέει ό,τι λέει, ίσως θα έπρεπε να λέει ό,τι μου εξομολογήθηκε ο βασικός πρωταγωνιστής της:
Κρίμα που ο Αδάμ ήταν τόσο κούτσουρο. Κρίμα που η Εύα ήτανε τόσο κουφή. Και κρίμα που εγώ δεν κατάφερα να γίνω κατανοητός.
Ο Αδάμ και η Εύα ήταν τα πρώτα ανθρώπινα όντα που γεννιούνταν από το χέρι μου και παραδέχομαι ότι είχαν ορισμένα ελαττώματα δομής, συναρμογής και φινιρισμάτων. Εκείνοι δεν ήταν έτοιμοι ν’ ακούσουν ή να σκεφτούν.
Κι εγώ…, ε, πιθανώς εγώ δεν ήμουν έτοιμος να μιλήσω.
Πριν από τον Αδάμ και την Εύα δεν είχα μιλήσει ποτέ με κανέναν. Είχα προφέρει ωραίες φράσεις όπως το «Γεννηθήτω φως», αλλά πάντοτε κατά μόνας.
Έτσι όταν εκείνο το απόγευμα συναντήθηκα με τον Αδάμ και την Εύα, την ώρα που πνέει η αύρα, δεν υπήρξα πολύ ευφραδής. Μου έλειπε η εξάσκηση.

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν έκπληξη. Εκείνοι μόλις είχαν κλέψει τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου από το κέντρο του Παραδείσου. Ο Αδάμ είχε πάρει ύφος στρατηγού που λίγο πριν είχε καταθέσει το ξίφος του κι η Εύα κοίταζε το χώμα λες και μετρούσε μυρμήγκια. Ήταν όμως και οι δυο απίστευτα νέοι, όμορφοι κι ακτινοβόλοι. Με αιφνιδίασαν. Εγώ τους είχα πλάσει, αλλά δεν ήξερα ότι ο πηλός μπορούσε να φεγγοβολάει.
Κατόπιν το ομολογώ, ζήλεψα. Καθώς κανένας δεν μπορεί να μου δώσει διαταγές, αγνοώ την αξιοπρέπεια της ανυπακοής. Ούτε γίνεται να γνωρίζω την τόλμη του έρωτα που απαιτεί δύο. Πιστός στην αρχή της εξουσίας, συγκράτησα την επιθυμία μου να τους συγχαρώ, επειδή είχαν γίνει αιφνίδια σοφοί στα ανθρώπινα πάθη.
Τότε άρχισαν οι παρανοήσεις. Εκείνοι κατάλαβαν για πτώση όπου εγώ μίλησα για πτήση. Πίστεψαν ότι αν ένα αμάρτημα είναι προπατορικό, του αξίζει τιμωρία. Είπα ότι αμαρτάνει όποιος δεν αγαπάει, κατάλαβαν ότι αμαρτάνει όποιος αγαπάει. Όπου ανήγγειλα λειμώνα γιορτής, κατάλαβαν κοιλάδα δακρύων. Είπα ότι ο πόνος ήταν το άλας που νοστίμιζε την ανθρώπινη περιπέτεια: κατάλαβαν ότι, απονέμοντάς τους τη δόξα του να είναι θνητοί και τρελούτσικοι, τους καταδίκαζα. Όλα τα κατάλαβαν ανάποδα. Και τα πίστεψαν.

Εσχάτως έχω προβλήματα αϋπνίας. Εδώ και μερικές χιλιετίες ταλαιπωρούμαι ώσπου να με πάρει ο ύπνος. Και μ’ αρέσει να κοιμάμαι, μ’ αρέσει πολύ επειδή, όταν κοιμάμαι ονειρεύομαι. Γίνομαι τότε ερωμένος ή ερωμένη, καίγομαι στη φευγαλέα φωτιά των διαττόντων ερώτων, είμαι πλανόδιος κωμικός, ψαράς στο ανοιχτό πέλαγος ή τσιγγάνα που λέει τη μοίρα, καταβροχθίζω ως και τα φύλλα του απαγορευμένου δέντρου και πίνω και χορεύω, ώσπου να κυλιστώ στο έδαφος…
Άμα ξυπνάω, είμαι μόνος. Δεν έχω με ποιόν να παίξω, επειδή οι άγγελοι με παίρνουν πολύ στα σοβαρά, ούτε ποιόν να ποθήσω. Είμαι καταδικασμένος να ποθώ τον εαυτό μου. Πλανιέμαι από άστρο σε άστρο, βαριεστώντας στο κενό σύμπαν. Αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. Γεννήθηκα μόνος, είμαι μόνος, μόνος εις τους αιώνες των αιώνων.»

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

DUX
























Κι εκεί που χάζευα κι αναπολούσα στους αιθέρες, ήρθε ένα σύννεφο και πήρε όλες τις λέξεις μου μαζί του.
Δεν είχα τίποτα να πω.
Σσσσς…..σιωπή… απόλυτη ησυχία.
Κι ύστερα έφερε ο ουρανός από μακριά, τρία μαύρα αέρινα στολίδια.
Και καθώς είδα καθαρότερα, τρία γράμματα ήταν.
Ένα Έψιλον, ένα Σίγμα κι ένα Ύψιλον.
Κρύφτηκαν πίσω από έναν ανεμόμυλο, κι ύστερα, εμφανίστηκες…!

Πάνω σ’ ένα άλογο κουρασμένο μα επίμονο που σ’ αγαπούσε τόσο.
Με μια ασπίδα κι ένα δόρυ, προχώρησες αποφασιστικά προς το μέρος μου.
Τα βήματα αργά και σταθερά.
Δεν ήξερα αν απειλούμαι ή ανασταίνομαι.
Σημάδι πρωτόγνωρο κι αιώνιο στο κορμί, ένιωσα το περίγραμμά του στην αρχή να ταράζει όλο μου το παρελθόν.
Κι όλες οι ακατοίκητες λέξεις μου να σβήνονται για πάντα. Στ’ αληθινά αυτή τη φορά.
Κι ύστερα το περίγραμμα γέμισε με τη μορφή σου. Γεμάτος πια και συ μπροστά στα μάτια μου. Να με κοιτάζεις.

-"Χαιρετώ την αγαπητή μου Δουλτσινέα. Αφέντρα της καρδιάς μου. Διατάζω να με αφήσει να την πάρω μαζί μου"….θα έγραφε η λεζάντα πάνω απ’ τα κεφάλια μας…


Σε κοίταξα κι εγώ. Σε καλωσόρισα στον κόσμο μου. Και είπα ένα ΝΑΙ. Απλώς, είπα ένα ΝΑΙ! Κι ήταν το πιο αποφασιστικό ΝΑΙ που’ χα πει ποτέ.
Κι έτσι κι έγινε…
Είσαι εσύ. Θα ήθελα να είσαι εσύ. Θα σε κάνω να είσαι εσύ. Αυτός ο ταλαιπωρημένος από των παθών τα λάθη και των λαθών τα πάθη, ιππότης, που θα συνυπάρξουμε, δια βίου.