Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Άκου, θάλασσα...





Θα σου διαβάσω θάλασσα το δειλινό
Θα σου διαβάσω για το άπλετο κενό σου που προσποιείται ένα βάθος.
Θα σου διαβάσω παρέα μ’ ένα επαναλαμβανόμενο πείσμα, μουσική επένδυση
ο αέναος κυματισμός σου, εις τους αιώνες των αιώνων.
Οι λέξεις αερίζονται, σκορπίζονται τις παίρνει η αλμύρα.
Ποιος λεξοθραύστης τις ακούει ;

Αράδες στις αράδες εδώ μέσα, στου τυπωμένου κόσμου τα ασπρόμαυρα
παφλάζουν λέξεις που μιλούν για ένα όνειρο.
Και θέλουν, θάλασσα, να σου το πω…

Λέει πως ήταν κάποτε μια σάρκα με οστά, ταγμένη στο απέραντο,
στο ατελείωτο, στο αχανές , στο παντού και στο πάντα.
Και λέει πάλι, πως ήταν και μια έννοια ταγμένη κι αυτή στο ακαθόριστο, στο υποκειμενικό, στο άϋλο, ναυαγισμένη έννοια, σανίδα σωτηρίας γι’ αυτήν, μόνον εκείνος που θα την ερμήνευε με μία μόνο λέξη.

«Ζητείται σάρκα και οστά να ξεστομίσει αυτή τη λέξη.»

Κανείς. Κανένας δεν απάντησε σ’ αυτή την αγγελία.
Μόνο η σιωπή.

Η σιωπή… τις ωραιότερες χαρίζει απαντήσεις.
Και κάτι αποσιωπητικά την κάνουν να ελπίζει.
Πως κάτι θα ειπωθεί μετά για να την αναστήσει.
Κι αν άλλη μια σιωπή της απαντήσει.
Διάλογος οι σιωπές πυροβολώντας αποσιωπητικά…
Θ’ αποσιωπήσουν.
Θ’ αφήσουν χώρο στον ήχο των κυμάτων σου.
Να υπενθυμίζεις, πως σιωπή δεν θα υπάρξει ποτέ.
Απόλυτη, μουγκή…

Κι ένα καΐκι για ρολόι να διασχίζει τον χρόνο.


Για πες μου θάλασσα…
Με χρόνια με καιρούς ταξιδευτής ο Οδυσσέας, μόνη του ανάγκη να επιστρέψει στην Ιθάκη. Κάτι σαν όνειρο που θα έβγαινε στ’ αλήθεια.
Ο ήρωας πάντα τα καταφέρνει μα…για πες μου θάλασσα…τέτοια τρομάρα που ’νιωσε όταν αγκυροβόλησε, δεν ένιωσε κανείς!
Μα…δεν ήταν για να κάνει πίσω. Ήταν μόνο που έδωσε στον εαυτό του το δικαίωμα για λίγα δευτερόλεπτα να κλείσει ταπεινά ένα κεφάλαιο της ζωής του.

Λίγο πριν συναντήσει τους μνηστήρες…και την πιστή Πηνελόπη…




…δεν συνεχίζεται.