Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Η ζωή στην κλειδαρότρυπα




Μετέωρη στο πουθενά ανάμεσα στην κλειδαρότρυπα.
Θαρρώ πως μάλλον δεν θα πάω ούτε από δω, ούτε από κει.
Συνήθισα εδώ μέσα, το έξω να με επιθυμεί και γω να το χλευάζω.
Όποτε τόλμησα να επιλέξω εγώ, εκείνο αποσύρθηκε.
Χώρος ολόκληρος που πήρε ολόκληρο κενό μαζί του.
Αποδημητικές καταστάσεις μπερδεύτηκαν με τον καιρό, πότε να επιστρέψουν;
Σαν κάτι που για πάντα τους περίμενε, το βάπτισαν μια λέξη. Σιγουριά.
Σίγουρη κι εγώ από δω μέσα. Μικρός ωφέλιμος ο χώρος μιας κλειδαρότρυπας.
Κουβάρι μαζεύτηκα για να χωρέσω. Μα καθώς το σώμα μούδιαζε απ’ την ακινησία, άμορφο έγινε, αόρατο. Κι αν έμειναν τα μάτια, κουράστηκαν να φαντάζονται πως δραπετεύουν, μια από δω, μια από κει…κι έτσι τα έστρεψα προς το μέσα μου. Σκοτάδι ήσυχο, ερωτεύεται σιγά σιγά την απάθεια. Έτσι αναρρώνει το πάθος. Έτσι βολεύεται η ελπίδα. Έτσι το μυαλό αναπολεί σιγά σιγά πάλι το σώμα.

Να ξεμουδιάζει. Να πετά χελιδονίσιο.

Να ταξιδεύει στο αγνάντεμα του χωροχρόνου.
Σεβάσμιο ευχαριστώ στις σύνθετες λέξεις.

Που πάντα βρίσκουν μια λύση με δυο όψεις.

Γεννιέται μέσα τους το ακατόρθωτο. Φυτρώνουν καινούρια φτερά. Κλαδιά στο σώμα υψώνονται στους ηλιόλουστους ουρανούς!

Και ο πληθυντικός, πόσο υπερβάλει τόσες φορές να μετατρέψει καλά και σώνει το ένα, σε δύο. Περίσσευμα να το’ χει για να μπορεί έχοντας φτάσει πια ψηλά, να το πετάξει. Μια πτώση ελεύθερη να του χαρίσει. Κι ας νόμιζε αυτό πως υπήρξε κάποτε μισό από κάτι. Ολόκληρο ήταν. Γαντζωμένο, ζευγαρωμένο. Ολόκληρο ήταν από πάντα. Κι ας ήθελε παρέα στους τόσους πληθυντικούς ουρανούς.
Πυρήνας. Ένας. Μοναδικός. Στη ζυγαριά το κέντρο βάρους.

Στην καρδιά το πιο κόκκινο κι απ’ το κόκκινο. Σημείο αναφοράς. Πλανήτης γη. 2009. Αξονικός στοχασμός.

Ιδρώτας. Το σώμα φτύνει τοξίνες.


Και γω που νόμιζα ευθαρσώς πως η ειλικρίνεια , ακριβό προτέρημα είναι, πηγαία ανάγκη του μυαλού να μπορεί να επιβιώνει ακόμα κι όταν όλα τριγύρω έχουν αφανιστεί απ’ το ψέμα, γελάστηκα, με γέλιο τρανταχτό. Πού ζεις; Που κατοικείς; Πού εδρεύεις; Ποιος είσαι; Ποιος απ’ όλους είσαι; Πόσοι πληθυντικοί χωράνε σ’ ένα σώμα. Πόσοι εαυτοί γεννήθηκαν από τον έναν, τον μοναδικό, τον μονάκριβο πυρήνα; Πόσοι;
Δεν μένω πια εδώ. Μοίρασα κάμποσα αντικλείδια για τις πόρτες μου. Πολλές κι αυτές, δεν μου ‘φτανε η μια. Πολλές εμπιστοσύνες! Παιδιά μην συνωστίζεστε! Όλοι θα μπείτε.
Δεν μένω πια εδώ. Μένω εκεί, που κάποιος θα μου χτυπήσει την πόρτα. Και θα του ανοίξω.

Μεγάλη εμπειρία η ζωή στην κλειδαρότρυπα. Ηδονικές βλέψεις για ένα μέλλον που να μπορεί να με χωρέσει.


Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Ύφαλος ή αλλιώς, μια τρύπα στο νερό





Για την απεραντοσύνη της θλίψης πάντα υπάρχει ένας ύφαλος.
Αντικατοπτρισμός μιας ατέρμονης φαντασίας που υφίσταται μέρες μακριά.
Βαδίζεις προς το μέρος του κι έχεις ήδη ησυχάσει.
Άλλοι θα πάθαιναν πανικό, καθώς άλλο ένα τίποτα στη θέση του θα ‘χε φυτρώσει.
Μα εγώ, πώς νιώθω τώρα να ευχαριστώ την πλάνη που με έφτασε ως εκεί;
Τη θέση της έχει πάρει η λέξη ελπίδα, που όσο με καθυστερεί, τόσο με καθησυχάζει, κι όσο με καθησυχάζει, τόσο με καθυστερεί.
Η πιο ταξιδιάρα απ’ όλες η ελπίδα.
Πάει κι έρχεται στα κύματά μας,
Περνάει και ξεμακραίνει σαν σύννεφο πάνω απ’ τα κεφάλια μας
Λάμπει σαν ήλιος όμορφος μα απέραντα μακρινός, γίνεται βροχή και ρίχνοντας ψιχάλες στο πρόσωπο προδίδει τη διάθεση μιας επαφής μαζί μας.

Δεν τα ‘χα καλά με την ελπίδα.
Από τότε που έπεσε στα χέρια μου η λυτρωτική ΑΣΚΗΤΙΚΗ του Νίκου Καζαντζάκη.
Η βίβλος της ροής.
Εκεί που διάβαζα…
Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει με έργα μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο.
Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτερίας.
Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουγκράζονται στον αγέρα, κι η καρδιά γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.
Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας φόβος.
Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου, που βάζει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδιάς που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.
Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρεός…Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες : Τίποτα δεν υπάρχει! Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρκτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζονται, και λέω : «Αυτό θέλω!»
Ξέρω τώρα. Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα απ’ το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δεν θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευθερία.
…ήρθε κι η αποκαθήλωση της λέξης ελπίδα από το λεξικό των αισθημάτων μου.
Κι έτσι περίπου 10 χρόνια πέρασαν από τότε…
Μέχρι που πριν λίγο καιρό την χρειάστηκα.
Την αναζήτησα, την πρόφερα, την έβαλα ξανά βαθιά μέσα μου και σκέφτηκα πως μάλλον κάτι δεν θα κατάλαβα καλά. Πως δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν γιατί ή ελπίδα, όσο έλειπε, είχε πάρει μαζί της και κάποιους δρόμους, που τώρα μάλλον, ήρθε μια καλή στιγμή για να τους περπατήσω.
Τον προορισμό πάλι δεν τον γνωρίζω, μα γνωρίζω μια ιδέα γι’ αυτόν.
Κι αφού ανοίγονται άλλοι δρόμοι, μια και τόσο τεμπέλα ίσως ήμουν που τους βαρέθηκα τους μέχρι τώρα δρόμους που περπάτησα, λέω ν ‘ ανοίξω τα μάτια λίγο περισσότερο.
Αν και ήδη πίστευα πως τα’ χα ανοιχτά πολύ. Μα και μ’ αυτή την πίστη πάλι καθυστερούσα να προφέρω το «κι άλλο».
Τι σημαίνει πολύ; Πότε πρόλαβε το πολύ να γίνει πολύ στα μάτια της πολύπλευρης ζωής;


Στην αρχή φτιάξαμε το καβούκι μας.
Πώς μπορέσαμε να χωρέσουμε τόσο εύκολα εκεί μέσα ένα παραφουσκωμένο «σχεδόν τίποτα», όταν τα άλλα, τα τόσα πολλά υπόλοιπα, έχουνε βαρεθεί να περιμένουνε απέξω;

Μπορείς να ξαπλώσεις στη γη και να τεντωθείς σαν αστερίας; Ν’ απλώσεις τα χέρια και τα πόδια; Για δες! Χωράς; Κοίτα τι όμορφα που περισσεύεις!
Και μετά, για δοκίμασε να κυλιστείς λίγο πιο πέρα. Θυμάσαι μικρός; Εκείνες τις κουτρουβάλες; Τα χέρια μαζεμένα στο στήθος, το σώμα μια ευθεία και βουουουρρ κάτω απ’ το λόφο. Ο εγκέφαλος έπαιρνε στροφές. Μάζευε απόθεμα για το μέλλον.
Και για δοκίμασε να μπουσουλήσεις ξανά. Πονάν τα γόνατα ε; και οι καρποί σου.
Γυμνάζεσαι καθόλου; Α ναι! Στο διάδρομο. Η μέρα φεύγει και γω εδώ. Όχι, όχι στο διάδρομο του γραφείου, στο διάδρομο στο γυμναστήριο! Α!!! ναι! Ειρωνεία ψευδαίσθησης να τρέχεις τόσο πολύ και να είναι ακόμα δίπλα σου η τύπισσα με το τέλειο σώμα. Και το power plate που το πας; Δεν το πας πουθενά γιατί είναι ασήκωτο εργαλείο δόνησης. Μέσα σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο, πάνω μάλλον, μπορείς να βιώσεις τη συντέλεια του κόσμου, τη σύσφιξη του…κώλου και να μην ξεχνάμε, τον εγκέφαλο, που…παίρνει…χάνει…τώρα δεν ξέρω, ένα απ’ τα δυό… απόθεμα για το μέλλον.

Κι εν κατακλείδι…
Γι’ αυτό το καλοκαίρι είναι ευεργετικόν! Θαλασσινές αγκαλιές τα μεσημέρια και τεμπελιές στην άμμο.
Απλώνεται η ζωή. Ανοιχτή αγκαλιά η ελπίδα.
Αντικατοπτρισμός μιας ατέρμονης φαντασίας που υφίσταται…μέρες μακριά!
--------------------------------------------------------
Υστερόγραφο...η αγαπημένη Κική Δημουλά, το χώρεσε σε 3 αράδες...
"Δαπανηρή ιδέα ο βίος.
Ναυλώνεις έναν κόσμο,
για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας"
--------------------------------------------------------
--------------------------------------------------------
Καλό καλοκαίρι!