Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Το στυλό με την πολύ λεπτή μύτη στην καρδιά





















Το ωραίο με αυτό το στυλό είναι πως μπορώ να γράφω μικρά γράμματα.
Πού και πού χρειάζονται τα μικρά γράμματα. Όταν σχεδόν νομίζεις πως δεν χωράς πουθενά, ένα παρόμοιο εργαλείο, ένας αλλιώτικος μηχανισμός σου επιτρέπει ν’ αποκτήσεις λίγο περισσότερο χώρο. Θα μου πεις τώρα…θέλεις περισσότερο χώρο όταν νιώθεις πως δεν έχεις να τον κάνεις τίποτα σπουδαίο; Όταν η έμπνευση στερείται…φαντασίας; Όταν το «πρέπει» έχει τελειώσει και ξεκινάει το «θέλω», τότε καταναλώνεις και…αναπνέεις αλλά…και πάλι, στον τόσο καθαρό αέρα θέλεις να χωρέσεις όσο το δυνατόν περισσότερες ανάσες για να εκμεταλλευτείς αυτό που σου χαρίστηκε. Λες…θα το κάνω. Θα γράψω να γεμίσει η σελίδα. Θα γράψω ό,τι να’ ναι τώρα που βρήκα αυτό το στυλό με την πολύ λεπτή μύτη. «Faire un petit voyage» μες τη λευκή σελίδα. Κενό, τέλος. Καληνύχτα. Μα…όχι, δεν θέλω. Παρόλο που τίποτα δεν θέλω να γράψω, θέλω να γράψω. Κι όταν το «θέλω» γίνεται ξανά «πρέπει»; Θέλω να θέλω θέλω να θέλω θέλω να θέλω να θέλω θέλω να θέλω θελω θέλω να θέλω. Η τιμωρία στο χαρτί επαναλαμβάνεται. Και μια μουτζούρα αναμφισβήτητα προειδοποιεί για τυχόν λάθη που δεν θέλαμε να κάνουμε αλλά κάναμε κι έπειτα τα σβήσαμε με το ωραίο αυτό στυλό με την πολύ λεπτή μύτη και συνεχίσαμε από πάνω ή από κάτω ή στο πλάι, κάτι περισσότερο σωστό. Προς στιγμήν τουλάχιστον. Πόσο πιο μικρά γράμματα μπορώ να γράψω με αυτό το στυλό; Α! Και πρέπει να σε πληροφορήσω ότι είδα τις προάλλες τον X. και μια και τόσες σελίδες γέμισα σε αυτό το τουβλοτετράδιο για χάριν του έρωτά του, έφτασε η στιγμή που τα μικρά μικρά γράμματα γίνονται μεγάλα και σου λέω πως…δεν μου’ μεινε και τίποτα σπουδαίο στην καρδιά την επόμενη μέρα. Ναι , ναι εγώ πάντα φοβάμαι την επόμενη μέρα, φοβάμαι μετά από τέτοιες συναντήσεις μήπως ξυπνήσω και δεν έχω καρδιά, μήπως την πάρει κανείς μαζί του και κάνω πάλι μέρες μήνες χρόνια να την κανακέψω να επιστρέψει σε μένα. Δεν έμεινε λοιπόν τίποτα σου λέω και πάλι, έτσι να επαναλαμβάνομαι λιγάκι για να απολαμβάνω αυτό το υπέροχο στυλό με την πολύ λεπτή μύτη μπας και γεμίσει η σελίδα και τελειώσουμε αυτόν τον τόσο απολαυστικό ψυχαναγκασμό γι’ απόψε. Και συνεχίζω…η σαρωτική ζωή του, η αυτοκαταστροφή του, η αρρώστια του και τα όριά του τεντωμένα σκοινιά με μια σφαίρα που παραλίγο να του τινάξει τα μυαλά με οδήγησαν στο ΤΙΠΟΤΑ. ΤΙ-ΠΟ-ΤΑ! Είδες τελικά; Έρχεται η στιγμή. Ο χρόνος την φέρνει και απλά τη ζεις. Και πόσο την περίμενες, θυμάσαι; Χρόνια τώρα…και η πληγή γιατρεύτηκε με αμέτρητους εξαναγκασμούς. Ήρθε η στιγμή. Τώρα, που κανένας απ’ τους δυο δεν την ήθελε. Οι καρδιές μια γνώριμη παρουσία αισθάνθηκαν. Δυο καρδιές που αγαπήθηκαν τόσο πολύ κάποτε, στάθηκαν για δεκαπέντε λεπτά περίπου σε απόσταση πενήντα εκατοστών. Απόσταση ασφαλείας για να μην αρχίσουν να χτυπούν πιο δυνατά. Του μίλαγα περί των γνωστών ανέμων και πασίγνωστων υδάτων μα η καρδιά μου ακουγόταν να του λέει από μέσα -ευτυχώς βάραγε και μουσική δυνατά και δεν την άκουσε- εσένα που τώρα βρίσκεσαι εδώ και σου μιλά αυτή η πονεμένη περί ανέμων και υδάτων άραγε κατάλαβες ποτέ πόσο σ’ αγάπησα; Και ο εγκέφαλος μου εκείνη τη στιγμή που μπερδεύτηκε της έστειλε μήνυμα να το βουλώσει και να μην ασχοληθεί περισσότερο, να κάνει τη δουλεία της τικιτακα τικιτακα και να τελειώνει η υπόθεση. Μα ύστερα, ύστερα από ώρα, έχοντας μείνει μόνη μου πια,προσπαθώντας να καταλάβω πως αισθάνομαι, τι αισθάνομαι και αν αισθάνομαι, απλά αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά. Που πάει η αγάπη; Για τον έρωτα δεν απορούσα ποτέ τόσο πολύ. Από μικρούς μας έμαθαν πως είναι φτερωτός θεός που σ’ επισκέπτεται, σου παίρνει τα μυαλά, ανακατεύει το στομάχι και σε κάνει ένα τρισευτυχισμένο κουβάρι…όμως η αγάπη; Που πάει; Κι όταν παύεις να την εκφράζεις απλά και μόνο γιατί δεν έχεις τον άνθρωπο Καθένα σου, ξεχνάς να τον αγαπάς; Όχι. Τον αγαπάς αλλά όχι τόσο. Λιγότερο, λιγότερο, λιγότερο όπως τα γράμματα με αυτό το στυλό που όλο μικραίνουν. Καληνύχτα λοιπόν. Ναι. Κατάφερα επιτέλους να γεμίσω τη σελίδα με κάτι μικρά μικρά μικρά λογάκια.