Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Μάλλον μέσα στη νύχτα...




Πώς γίνεται να επιστρέφεις έτσι απρόσκλητος μέσα στη νύχτα.

Μάλλον θα σου' λειψα.

Κάπου θα στέκεσαι τώρα.

Θ' ανάβεις το σπίρτο για το τσιγάρο σου και

στη μηδαμινή στιγμή της κάφτρας που φουντώνει, θα βρίσκεσαι εδώ.


Έτσι και γω.

Ξυπνάω μες τη νύχτα.

Ανάβω τσιγάρο μ' έναν ξεχασμένο αναπτήρα σου και σε υποδέχομαι αναγκαστικά.

Πώς γίνεται από μακριά να με παιδεύεις ακόμα άγρια μεσάνυχτα.

Πώς γίνεται από κοντά αιθέρια σκέψη να με αγγίζεις σαν φάντασμα.

Φαντασμαγορική η απουσία σου δίνει το παρόν σε μια ευσυγκίνητη αλληγορία.

Είσαι εδώ και κει.

Όπως πάντα...

Είσαι παντού και πουθενά.

Όπως τώρα...


Είχα καιρό να γράψω για σένα.

Είχες καιρό να με σκεφτείς.

Ένα σώμα βουλιάζει στον καναπέ σου.

Το τσιγάρο μια μονοκόμματη στάχτη αρνείται να σου λερώσει το παντελόνι.

Η σκέψη σου εδώ.

Στο παίρνω απ' τα δάχτυλα να στο σβήσω εγώ.

Λίγο πριν φτάσει το χέρι μου στο τασάκι η στάχτη πέφτει και σκορπίζεται κάτω.

Ξυπνάς απ' τη σκέψη σου.

Κουνάς το κεφάλι σαν να θες να τη σβήσεις.

Μη φύγεις ακόμα...


Δωσ' μου το χέρι σου.

Ν' αποκοιμηθώ κρατώντας το απόψε.

Σε λίγες ώρες ξημερώνει.


Θα προλάβεις να είσαι εκεί που θέλεις να είσαι.

Θα προλάβω να πω πως όνειρο ήτανε.

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009

Αν δεν το βρίσκεις, φτιάξτο.

Γέννα...
Ένα κρασάρισμα όρισε την απουσία από την παρουσία.

Όταν εδώ μέσα τίποτα δεν συνέβη, εκεί έξω τα πολλά και τα διάφορα
μεταμορφώθηκαν σε δώρα που σαν μικρό παιδί τα άνοιγα ένα ένα
και κοιμόμουν χαμογελαστή κάθε ξημέρωμα.

Και ξύπναγα χαμογελαστή κάθε μεσημέρι.
Δεκάδες εικόνες, η μια πio εύμορφη απ' την άλλη.
Να προλάβει να αγγίξει την χόρταση.

Σαν τα κουτάβια που αγωνιούν για μια θηλή.
Είναι αυτό που θα τους χαρίσει την επιβίωση.
Πώς ονομάζεται άραγε το κλάμα των φρεσκογεννημένων κουταβιών;
Κραυγή δεν είναι. Κλάμα δεν είναι.
Μέσα στη μήτρα πώς ορίζεται ο ήχος;
Και ο πόνος άραγε έχει τον δικό του ήχο;

Ήχος απόγνωσης. Καμία γνώση του τί κάνουν. Μόνο να ζήσουν θέλουν.
Εν αρχή ην το κλάμα. Κι έπειτα η γαλουχία.
Κι ύστερα το χάδι, η στοργή της σκύλας, η ευχαρίστηση μιας πείνας που χορταίνει, ο ύπνος...
Γέννα...
Έχω έναν σκύλο στα πόδια μου.
Έναν πατέρα
Μπορεί και να μην ξέρει τίποτα.
Μπορεί και να ξέρει τα πάντα...
Εγώ ποτέ δεν θα το μάθω.
Μυρίζει ασταμάτητα τα ρούχα μου κουνώντας την ουρά του.
Τεράστιος αναζητά καθώς τρίβεται στα πόδια μου την αγάπη.
Κι εγώ τον βλέπω μια σταλιά, όσο η μουσούδα του, να βυζαίνει.
Ανίδεος τρομαγμένος να θέλει μόνο να ζήσει.
Και τώρα, να θέλει μόνο να ζήσει μαζί μου.
Σκυλούρη πουτσουκάνθρωπέ μου, έγινες μπαμπάς!

Η σκύλα, ένα τετράγωνο μακριά σε μια κουζίνα πλάι στο ψυγείο, γέννησε τα κουτάβια τους.
Τα δυο τυλιγμένα με την μεμβράνη ένα μέτρο μακριά της, σώπασαν...
Δεν τους έλαχε η ζωή.

Κι αυτή, με τα υπόλοιπα οχτώ, μαντεύει τι να κάνει.
Πρώτη της γέννα...ένα ξέρει καλά, πως ακόμα κι αν αβέβαιη είναι για το σωστό και το λάθος, στριφογυρνάει και παίρνει θέση για να βυζάξει τα νεογέννητα.
Πράσινο υγρό μαζί με αίμα. Φασαρία ζωής. Εξαντλημένη ευτυχία.
Ένας πόνος ξεγέννησε το θαύμα.

Γέννα...
Απρόσκλητη χαρά.
Απρόσμενη πληρότητα.
Ζωή. Ζωή προσωποποιημένη.

Την είδα τη ζωή κι είχα καιρό.
Μου' ρθε τόσες φορές να βάλω τα κλάματα
μα τα δάκρυα δεν χωράνε σε υπέρμετρες συγκινήσεις.

Γέννα...
Πόσοι και πόσοι δεν ψάξαμε για κάτι...
Πριν λίγο γύρισα στο σπίτι.
Με περίμενε ο πατέρας σκύλος.
Τον είδα πάλι σαν μιας σπιθαμής κουτάβι.

Έναν φίλο είχα συναντήσει νωρίτερα.
Έναν απ' αυτούς τους αγαπημένους μου "καθένες" μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Και τον είδα κι αυτόν μικρό παιδάκι με πληγωμένα τα γόνατα να μου φωνάζει.
"Αν δεν μπορείς να το βρεις, φτιάξτο"!
Και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν...

"Δεν μπορώ μόνη μου να το φτιάξω! Η πληρότητα δεν είναι γένος... ενικού!"