Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Μολών λαβέ!

Θυμήθηκα έναν τύπο που σκόνταψα πάνω του προχθές. Για την ακρίβεια εκείνος σκόνταψε πάνω μου αφού πρώτα είχε σκοντάψει πάνω στο σουβλάκι που έτρωγε με ηδονική επίγνωση του τι κάνει. Τώρα θα φάω το σουβλάκι μου και τίποτα δεν με νοιάζει. Και τίποτα δεν σκέφτομαι και όλα είναι καλά!
Ήταν γύρω στα 45 και καθώς περπατούσα εμφανίστηκε ακριβώς μπροστά μου κατεβαίνοντας το σκαλί μιας εισόδου πολυκατοικίας. Ουπς! Του τάραξα την απόλαυση. Με κοίταξε σαν μικρό παιδί, χαμογέλασε ξέροντας ότι τον είχα τσακώσει σε μια πολύ δική του στιγμή, και χωρίς να σκουπίσει τα τζατζίκια γύρω απ’ τα χείλη και τη μύτη του, πρόφερε ένα πανέμορφο… «καλησπέρα και καλή χρονιά να έχουμε!!!».
Να’ ναι καλά ο άνθρωπος. Καιρό είχα να σκοντάψω σε ειλικρίνεια.
Μακάρι να μην σκούπιζε κανείς τα τζατζίκια απ’ το πρόσωπο αν ήταν να χαμογελάει αληθινά!

Την ίδια μέρα, βράδυ πια, συνέχιζα να αποπλανώ τον εαυτό μου. Έλα, μην πας σπίτι, πάμε να βρεις τα παιδιά, θα είναι στο τσιπουράδικο. Όχι, θέλω να πάω σπίτι, ν’ ανάψω το τζάκι να κοιτάω τη φλόγα, να μην κλείνω τα μάτια, ν αρχίζουν τα μάτια να τρέχουν, να καθαρίζουν να καίνε τις εικόνες μου. Να πάω σπίτι, να πάω σπίτι, να’ μαι ειλικρινής και γω, να μην χρειάζεται να κρύβομαι. Πόσο απόθεμα ψεύτικων χαμόγελων κουβαλάω στις τσέπες. Όχι, Όχι, βγες, πάμε, περπάτα, κοντεύεις, σε περιμένουν. Με περιμένουν; Χα!...

«Το παρελθόν είναι το μακρύ χέρι του μέλλοντος» και «ο πόνος σε κάνει να ζεις με αξιοπρέπεια». Αυτές ήταν οι δύο φράσεις απόσταγμα από μια κατά τα’ άλλα ψυχαναγκαστική επικοινωνία με έναν άνθρωπο που έκανα το…λάθος(? Άραγε) να του δώσω το τηλέφωνό μου το καλοκαίρι που μας πέρασε. Με τις γνωριμίες, λένε ανοίγουν πόρτες και οι ανοιχτές πόρτες είναι πάντα καλύτερες από τις κλεισμένες. Μετά βέβαια καταλαβαίνεις ότι ο άλλος δεν θέλει ακριβώς να σε βοηθήσει αλλά μάλλον να σε γαμήσει είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά…
Πλησιάζει προς τα 70, ζει στη Γερμανία, αποκαλείται σκηνοθέτης, τύπος μποέμικος, μόνος, με έναν γιο υιοθετημένο και μια γυναίκα που δεν ζει πια. Ψάχνει αποκούμπια. Ψάχνει να επικοινωνήσει, ψάχνει δεν ξέρω και γω τι, έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να του κατηγορήσω αυτό το δικαίωμα, καθώς όλοι ψάχνουμε κάτι σ’ αυτή τη ζωή. Αυτό που μου τη σπάει όμως είναι ότι με το που θα σηκώσω το τηλέφωνο θα αρχίσει να μιλάει χωρίς καν να με ρωτήσει αν εγώ μπορώ εκείνη τη στιγμή να του διαθέσω το χρόνο μου, λες και γω είμαι ανοιχτή γραμμή για τις καλές ή κακές ώρες του που δεν είχε που να μιλήσει και είπε ας πάρω αυτό το κορίτσι να δω τι κάνω…


Στο τσιπουράδικο τις προάλλες λοιπόν ακούστηκαν διάφορα όμορφα. Είναι αυτές οι κουβέντες που ξεκινάν απ’ το πουθενά και καταλήγουν στο κάτι που θα κρατήσει ο καθένας. Θα το βάλει στην τσέπη παρέα με τα περίσσια ψεύτικα χαμόγελα αφού μετά το δεύτερο ποτηράκι έχουν αρχίσει να γίνονται αληθινά και δεν τα χρειάζεσαι πια.
Πως το’ φερε λοιπόν η κουβέντα και μιλούσαμε για το κλάμα. Άλλος είχε να κλάψει χρόνια, άλλος, μήνες, άλλος, μέρες, άλλος, ώρες. Κι αυτό που κράτησα εγώ απ’ όλο αυτό το ευαίσθητο θεματάκι, ήταν τα λόγια που είπε ο αδερφός μιας πολύ καλής φίλης όταν ήταν 7 χρονών. Έκλαιγε λέει συνέχεια μικρή. Με το παραμικρό, το’ χε στο τσεπάκι το κλάμα. Παραδέχτηκε ότι ήταν κακομαθημένη και σχεδόν το χρησιμοποιούσε για να προσελκύσει το ενδιαφέρον, για να ασχοληθούν μαζί της, για να αποκτήσει κάτι που ήθελε. Τότε, μια μέρα ο αδερφός της είπε: « Σταμάτα να κλαις με το παραμικρό! Να ξέρεις ότι τα δάκρυα κάποια στιγμή στερεύουν κι όταν θα τα χρειάζεσαι δεν θα τα έχεις και αυτό θα σε κάνει πολύ δυστυχισμένη!»…
Από τότε, πρόσεχε πολύ. Το σκεφτόταν πριν κλάψει. Αν αξίζει…Όχι δεν άξιζε. Το έβλεπες στα μάτια της. Έβλεπες στα μάτια της την αλλαγή… Και πάνε χρόοονια από τότε…
Εγώ πάλι μικρή φοβόμουν πως τα δάκρυα μπορεί να πετρώσουν. Είχα δει έναν γεράκο, ποιος ξέρει πότε και που, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο το πρόσωπό του που μου φαινόταν σκαμμένο και κάτι δάκρυα δερμάτινα να κατηφορίζουν προς τα μάγουλα. Κι είχα σκεφτεί πως μάλλον θα τον είχε πάρει ο ύπνος κλαίγοντας.
Από τότε, σκουπίζω βιαστικά τα δάκρυά μου. Δεν τ’ αφήνω να στεγνώσουν. Δεν τα’ αφήνω να φανούν…


Κάθομαι εδώ λίγο πριν μια υποτιθέμενη αλλαγή και ψάχνω για ένα σπάνιο δώρο που θα μπορούσα να ζητήσω.
Σήμερα δεν άναψα το τζάκι. Παρόλο που οι γονείς μου πoτέ δεν μου υποστήριξαν την ύπαρξη του Άγιου Βασίλη, φοβάμαι να το ανάψω. Όσο τον σκέφτομαι με καμμένο πισινό δεν μου ταιριάζει χρονιάρα μέρα.
Θυμάμαι μικρή στο σχολείο πριν τα Χριστούγεννα που είχα κάνει μια συμμαθήτριά μου στο δημοτικό να κλάψει με μαύρο δάκρυ.
Τι έχεις και κλαις; τη ρώτησε ο δάσκαλος.
Να, κύριε, σνιφ κλαψ λυγμ, ελεγα στην ceralex τι δώρο περιμένω απ’ τον Άγιο Βασίλη και μου είπε ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης κι ότι τα δώρα τα παίρνουν ο μπαμπάς και η μαμά και τα βάζουν κάτω απ’ το δέντρο! Τότε γιατί ο μπαμπάς και η μαμά μου λένε ψέματα; ουαααααααα!!!!!!!
Και με πήρε ο κύριος λίγο πιο πέρα, και γέλαγαν τα μουστάκια του, είμαι σίγουρη, γέλαγαν τα μουστάκια του και σχεδόν συνωμοτικά εξήγησε πως κάποια παιδάκια πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη και δεν πρέπει να τους χαλάμε το όνειρο και πως καλό θα ήταν να μην τους λέω πως δεν υπάρχει.
Και μετά πήγα σπίτι και γκρίνιαζα κι εγώ στους γονείς μου. Μα γιατί δεν με μάθατε και μένα να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη αφού έτσι κι αλλιώς κάποτε θα μάθαινα την αλήθεια, γιατί να μην παραμυθιαζόμουν λιγάκι.
Θα’ πρεπε να μου απαντήσουν τότε μα δεν το κάνανε: «Κοριτσάκι μου θα παραμυθιαστείς με τόοοοσα άλλα στη ζωή σου που δεν χρειάζεται να παραμυθιάζεσαι από τώρα» Αντ’ αυτού γελάγανε κι οι δύο και πήρα μια τεράστια υπέροχη αγκαλιά και τα ξέχασα όλα.

Θα’ θελα να πίστευα μικρή στον Άγιο Βασίλη.
Θα’ θελα να βρισκόμουν δίπλα σ’ ένα στολισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Θα’ θελα να θέλω να στολίσω όλο το σπίτι.
Θα’ θελα να είχε δώρα από κάτω και να περίμενα πως και πώς να πάει 12 για να τ’ ανοίξω.
Τώρα περιμένω πως και πώς να πάει 12 να τελειώνουμε και με αυτό το χρόνο. Μολών λαβέ μωρό μου!
Θα ντυθώ και θα στολιστώ και θα πάω να με βρει το ΔΕΚΑ κάπου μόνη ανάμεσα σε δεκάδες ανθρώπους. Πιθανόν θα χορεύω θα χορεύω θα χορεύω ως το πρωί. Πιθανόν θα γελάσω αληθινά, πιθανόν θα χαρώ και γω με όλο το νταβαντούρι, πιθανόν να μείνω ειλικρινής, κι αν μου’ ρθει να κλάψω, δεν θα σκουπίσω τα δάκρυα και θα χαρίσω στον εαυτό μου ένα σπάνιο δώρο.
Το παρακάτω ποίημα.
Σε όλους όσους σκόνταψα και σκοντάψανε πάνω μου. Σε όλους όσους μοιράστηκα στιγμές αυτή τη χρονιά. Σε όλους όσους ψάχνουν είτε για κουμπιά είτε γι’ αποκούμπια είτε για μια τεράστια ζεστή αγκαλιά.
Παιδιά, να αγκαλιάζεστε παιδιά να αγκαλιάζεστε παιδιά να αγκαλιάζεστε…



Το σπάνιο δώρο

Kαινούργιες θεωρίες.

Tα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά.
Aλλιώς υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.
Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά.
Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν οι στερήσεις– πως θά 'ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν' ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια γύρω απ' τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,θα σας πνίξουν.
Tίποτα.
Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.



Κική Δημουλά





8 σχόλια:

b|a|s|n\i/a είπε...

να πιστεύεις σε βασίληδες μαρίες κώστιδες πέτρους φωτεινές παναγιώτηδες επώνυμους ανώνυμους σε όλα αυτά που με όνομα ή χωρίς σκοντάφτουν και σκοντάφτουμε πάνω μας/τους.
να πιστεύεις στην αλήθεια ενός βλέμματος και ενός χαμόγελου και ενός αγγίγματος.
να πιστεύεις σε σένα και σε όλα αυτά που αισθάνεσαι και νοιώθεις.
να χαμογελάς. αληθινά. όμορφα.
καλή σου χρονιά! η καλύτερη. με υγεία πάντα. με κάθε ευτυχία. κάθε ασφάλεια. κάθε ολοκλήρωση.
φιλιά σου πολλά!

exoaptonkyklo είπε...

Kαλημερα. Ευχομαι καλη χρονια γεματη υγεια, χαρα, δημιουργικοτητα και αισιοδοξια για το μελλον.

Artanis είπε...

Μολών λαβέ λοιπόν...
Πολλές αλήθειες σ' ευτό το κέιμενο...Και το ποίημα πανέμορφο (φυσικά)....
Σε φιλώ, καλή χρονιά να έχουμε λοιπόν...

sakatzo είπε...

χρόνια πολλά ομορφιά μου!

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

Πάντα, θυμάμαι, έγραφες εξαιρετικά, τώρα θα αστοχούσες;...

Μια φορά λοιπόν που (προφανώς από στάχτη στο ποτό-πολύ νέα ήμουν) επάνω στο μεθύσι μου έκλαψα γοερά, ξέρω ποιός ήταν ο λόγος. Για όσα ΔΕΝ παραμυθιάστηκα...

Παλιά μου φίλη,KAΛH ΣΟΥ XΡONIA!

Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

exoaptonkyklo είπε...

Μολων λαβε? Ε ηρθα!
Ελπιζω να χει και αγκαλια...

roadartist είπε...

Μια καλή χρονιά να έχουμε.. ευχή ολόψυχη αυτή!!

deadend mind είπε...

σα σουβλάκι ήταν κι αυτό το κείμενο. ηδονική επίγνωση. θα έπρεπε να τρώγεται και το βάλσαμο.

φιλιά και καλή χρονιά ceralex :)