Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Σε ρώτησε κανείς;




Θα μπορούσα να γράψω πως φοβάμαι.
Μα δε μου βγαίνει. Θα μπορούσα να γράψω πως δεν ξέρω τι μου γίνεται και με την ίδια ακριβώς βεβαιότητα να γράψω ότι ξέρω ακριβώς τι μου γίνεται.
Θα μπορούσα να πω πολλά. Όχι. Όχι δεν μου έχουν φιμώσει το στόμα. Όμως χίλια συναισθήματα σφραγίζουν τα χείλια.
Κι είμαι δεμένη εδώ.

Ένα όνειρο είδα. Θα μπορούσα να γράψω πως τρόμαξα μα δεν μπορώ, δεν θα ‘ταν αλήθεια, αφού ήταν πανέμορφο.

Τα χιλιάδες αναμμένα φωτάκια της πόλης με κοιτούν από απέναντι. Μάλλον τρεμοσβήνω κι εγώ.
Θα μπορούσαν να με ρωτήσουν χιλιάδες ερωτήσεις. Μια ερώτηση το κάθε φωτάκι. Φως κι ερώτηση.
Θα ‘ταν άραγε εύκολες οι ερωταπαντήσεις;

Τόσο καιρό λιώνω εδώ σιγά σιγά, κάτω απ’ τον προβολέα.
Χιλιάδες ανύπαρκτες ανακρίσεις.
Λιώνω, λιώνω σιγά σιγά περιμένοντας μια ερώτηση.

Νομίζω χρόνια πέρασαν.
Το ενστικτό μου βαρέθηκε να μ’ οδηγεί. Το ‘χα κι αυτό τόσα χρόνια πάνω απ’ το κεφάλι μου. Δεν μου ‘φτανα εγώ κι ο εαυτός μου, είχα κι αυτό να μπαίνει ανάμεσα στο αγγελάκι και το διαολάκι. Να παίρνει θέση ισχυρή. Στο βάθρο πρώτο κι αριστερά και δεξιά άλλοτε ο άγγελος άλλοτε ο διάολος. Μα εκείνο, πάντα νικητής.
Ο άγγελος κι ο διάολος κάποτε το βαρέθηκαν και δίκιο είχαν. Κι αυτό, η αλήθεια είναι πως είχε βαρεθεί να είναι πάντα νικητής. Έτσι κι αλλιώς, όταν βγαίνεις πάντα πρώτος χάνεις τη μαγεία του συναγωνισμού. Βαριέσαι τη νίκη.

Κάπως έτσι ένιωσε λοιπόν το ένστικτό μου και μαζί με κάτι χρωστούμενα που είχα απ’ τις μνήμες, ήρθαν και μ’ έδεσαν εδώ, σε μια καρέκλα. Μ’ έδεσαν μόνη μου με τ’ αγγελοδιαόλια μου να περιφέρονται γύρω απ’ το κεφάλι μου.
Κάτω απ’ τον ζεστό προβολέα. Να λιώνω.
Να λιώνω για μια ερώτηση.

Φωτάκια φωτάκια φωτάκια απέναντι.
Πολυκατοικίες ψυχών.
Όταν χάθηκε η εμπιστοσύνη αρχίσαμε να φτιάχνουμε ορόφους.
Έτσι υψώνεται η μοναξιά.
Το ασανσέρ λοταρία σε κάθε διαδρομή του.
Πόσους θα πετύχεις;
Θα τους κοιτάξεις στα μάτια;
Τσανάκια χωριστά, χωρίς πολλά πολλά κι όχι αυλές να τρέχουν τα παιδιά κι όχι απλωμένα ρούχα στο ένα μέτρο απ’ το χώμα.

Είμαστε ή του ύψους ή του βάθους τελικά.
Πάμε μια και καλή στο μείον ένα μέτρο κάτω απ’ τη γη.
Απ’ τα βάθρα στα βάραρθα.
Μείον ένα φωτάκι απ ‘την πόλη-πρώην-κατοικία.

Δεν μου έβαλαν μουσική στο σπίτι απόψε.
Ακούγονται μόνο τα δυο ρολόγια της κουζίνας. Εναλλάξ τα δευτερόλεπτα.
Φαντάζεσαι να προσπαθείς να κρυφτείς ανάμεσα στο εναλλάξ των δευτερολέπτων;
Ακόμα και μέσα σ’ αυτό το μισό δευτερόλεπτο ο χρόνος περνάει και πάλι.
Πρώτος κι αυτός πάντα. Στο βάθρο. Νικητής. Σε άλλο βάθρο. Ναι. Υπάρχουν πολλά. Αλλιώς δεν θα λεγότανε ζωή.

Ακούγεται νομίζω και ο προβολέας εκτός αν είναι το κεφάλι μου που άρχισε να βουίζει. Εκτός αν είναι που τσακώνονται πάλι ο άγγελος με το διάολο.
Λιώνω. Λιώνω σιγά σιγά.
Ας ρωτήσει κάποιος κάτι επιτέλους.
Πόσες ώρες πέρασαν μετρημένες στα μισά των δευτερολέπτων.
Μέρες μήνες χρόνια.
Λιώνω. Λιώνω σιγά σιγά.
Ας ρωτήσει κάποιος κάτι να σταματήσω να σκέφτομαι.

Δεμένη στην καρέκλα. Τα πόδια μου δεμένα στα πόδια της. Σκοινί σφίγγει την κοιλιά μου στην πλάτη της. Μόνο τα χέρια μου αφήσανε ελεύθερα. Μου δώσανε κι ένα τετράδιο μ ‘ένα καλά ξυσμένο μολύβι.
Λιώνει. Λιώνει σιγά σιγά κι η μύτη του, σε λίγο δεν θα μπορώ ούτε να γράψω πια.

Βρήκα τι θα κάνω αν λιώσει. Θα μάθω την προπαίδεια. Δεν ήταν τυχαίο που μου έδωσαν αυτό το μολύβι με την προπαίδεια. Και όχι ό,τι κι ό,τι , αυτήν που ξεκινάει απ’ το 1Χ11 και φτάνει στο 11Χ11.
Έχει και μια γόμα από πίσω το μολύβι αυτό.
Βρήκα τι θα κάνω μετά.
Θα ξεκινήσω να σβήνω ό,τι έχω γράψει απ’ το τέλος προς την αρχή.
Μέχρι να λιώσει κι η γόμα.
Δεν θα προλάβει νομίζω.
Λιώνω. Λιώνω σιγά σιγά.

Θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα πως δεν πρόκειται να με ρωτήσει κανένας τίποτα.
Θα μπορούσα να γράψω πως φοβάμαι μα δεν μου βγαίνει να το γράψω.
Ίσως να το πω σε λίγο.
Σε πολύ λίγο.
Γιατί αυτή η μύτη του μολυβιού έφτασε στο τέλος της. Πλέον χαράζω το χαρτί.
Δεν θέλω άλλες χαρακιές εδώ μέσα. Το τετράδιο είναι το μόνο πράγμα στη ζωή μου που δεν με πλήγωσε ποτέ…Προλαβαίνω για λίγα αποσιωπητικά….ε;….ναι….








Πι ες: Μια μέρα μετά. Τελικά δεν έλιωσα. Πάνω που είχα φτάσει στην προπαίδεια του 13, ένα φως από απέναντι με ρώτησε «ΕΣΥ; Τι κάνεις;»

12 σχόλια:

b|a|s|n\i/a είπε...

και εκεί που βγαίνεις από το ασανσέρ σε μία τέτοια πολυκατοικία, και εκεί που ίσως η μύτη του μολυβιού τελειώνει και χαράζεται το χαρτί, ανακαλύπτεις εκατοντάδες χαρτιά (και λευκά) και εκατοντάδες μολύβια.
καλημέρα σου!

Roadartist είπε...

Πόσες αλήθειες εχει αυτό το ποστ..
Καλημέρα έστω και βροχερή
..πολλά φιλάκια..

Κ.Υ.Π. WALKING είπε...

"Ρίχνω στα μάτια μου ένα φως
και κάνω ανάκριση μονάχος
ο χωρισμένος μου εαυτός
είναι που χώρισε τον κόσμο απο λάθος"

Artanis είπε...

Υπέροχο κέιμενο...Αλλά εμένα με άγγιξαν ιδιαίτερα αυτά που έγραψες για την μοναξιά...
Ειδικά τέτοιες μέρες...

milch-käfer είπε...

To Milch το βράδυ έφαγε 60 μαξιλάρια
πρέπει να το σέβονται και να του δίνουν κουκουνάρια!

Εγώ όταν (δεν) είμαι εγώ είπε...

Πόσο με άγγιξε αυτό το κείμενο... Ευτυχώς που υπάρχουν εκείνες οι ερωτήσεις κρίσεως σαν αχτίδες φωτός και μας σώζουν από το λιώσιμο. Το θέμα είναι αφήνεις το φως να φτάσει μέσα σου ή κλείνεις σφιχτά τα μάτια σου με άρνηση;

Side21 είπε...

Υπάρχει η λύση ...
Να ρωτάμε τον εαυτό μας
την ίδια πάντα ερώτηση !!!
Και ν' αφήνουμε το ένστικτό μας
να μαλώνει με τ' αγγελάκια και τα
διαβολάκια για την απάντηση ...
Έτσι κι αλλιώς νικητής η ζωή !!!
Ευτυχώς κι υπάρχουν και τα όνειρα ...
Καλή σου βδομάδα ...

nonia kousela είπε...

χαιρομαι που δεν ελιωσες τελικα.... αλλωστε μα τι θα χ.......ς την Τεταρη με την παραλιγο λιωμενη μυτη σου???

milch-käfer είπε...

Το Milch απόψε κουράστηκε πολύ
πρέπει να το σέβονται και να του φέρνουνε γατί!

exoaptonkyklo είπε...

Εμενα παλι τα τετραδια με πληγωνουν πολυ συχνα. Ειναι κατι παλιες σκεψεις χαρακιες εκει μεσα , αλλο πραγμα...
Την καλημερα μου.

nea aristera είπε...

Μαλλον χρειαζεσαι καινουργιο μολυβι και μια αχτιδα αισιοδοξιας παραπανω, ε?
Την καλημερα μου.

Artanis είπε...

Χρόνια σου πολλά και καλές γιορτές...Φιλιά πολλά, καλά να περάσεις...