Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

17 Νοέμβρη του 2009





















Αυτή τη μέρα πάντα πονάω.
Τα τελευταία χρόνια αυτή τη μέρα νιώθω ένοχη.
Είναι που σταμάτησα να κατεβαίνω στο δρόμο. Είναι που πάντα είμαι και εδώ και εκεί, και τότε και τώρα.
Με βλέπω στην πορεία, τρομαγμένη μα ασφαλής.
Δίπλα σου πάντα.
Τώρα, δεν με βλέπω. Δεν είμαι εκεί. Είμαι στο σπίτι. Δουλεύω. Ακούω στο ραδιόφωνο τα ωραιότερα τραγούδια που εμπνεύστηκε ανθρώπου πάθος, ανθρώπου ανάγκη, ανθρώπου ζωντανού.
Τώρα, από δω, με βλέπω τότε. Πριν χρόνια. Με βλέπω εκεί. Στους ίδιους δρόμους. Η ίδια πορεία.
Δίπλα σου πάντα.
Οι κεραίες τεντωμένες μα ασφαλής.
Αυτή τη μέρα πάντα κάτι λείπει.
Μα συνεχίζω. Θα περάσει, λέω που θα πάει; Θα γυρίσουν όλοι στα σπίτια τους. Θα τελειώσει. Αύριο στις εφημερίδες και αν. Όλοι θα συνεχίσουν.
Θα περάσει. Θα περάσει η μέρα. Ήδη περνάει, σχεδόν τέλειωσε κιόλας.
Θα περάσει. Δίπλα σου πάντα, με ένα σφίξιμο στην καρδιά, μα ασφαλής.
Χτυπάει το κουδούνι. Η μαμά. Κάτι πέρασε να μου αφήσει. Χαίρομαι που τη βλέπω. Δεν χαίρομαι που τη βλέπω έτσι. Άγχος, νεύρα, πνίγεται, πνίγεται πνίγεται…!
Αρχίζει και μιλάει για τις αναποδιές της ημέρας. Κι αυτό και κείνο και τ΄ άλλο…
Κι ύστερα, με κοιτάει. Βουρκώνει. Και μου λέει:
Κι είναι κι αυτή η μέρα…αχ αυτή η μέρα. Είμαι εκεί. Στο καροτσάκι, μωρό ο αδερφός σου και γω με τον πατέρα σου να θέλουμε να πάμε εκεί, οπωσδήποτε.
Στο δρόμο μας σταμάταγαν. «Πού πάτε με το μωρό; Τρελαθήκατε; Γυρίστε σπίτι σας». Δεν προλαβαίναμε. Ήμασταν ήδη πολύ κοντά. Το μακελειό είχε ξεκινήσει. Μπήκαμε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ακούγαμε έξω, που φωνάζανε βοήθεια!»
Τα παιδιά! Τα παιδιά δυο τετράγωνα πιο πέρα να ζητάνε βοήθεια, και να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα…!

Η απόγνωση για λίγα δευτερόλεπτα εκφράστηκε στο πρόσωπό της σαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή να βρισκόταν εκεί, τότε…
Δυο τρεις λυγμούς έβγαλε κι ησύχασε. «Άσε με», μου πε. «Θα μου περάσει. Καλύτερα να κλάψω να ξεσπάσω. ».

Τώρα, δεν με βλέπω εκεί. Με βλέπω εδώ, απέναντί της, τρομαγμένη, να βλέπω τη δική της δέκατη έβδομη ημέρα του Νοέμβρη του δύο χιλιάδες εννέα.
Οι κεραίες τεντωμένες. Σαστισμένη, μα ασφαλής.


Δίπλα μας πάντα, εσύ.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο αδερφός μου. -Πήγες; -Όχι. -Τι κάνεις; -Καλά είμαι… εσύ; -Καλά..-Είναι η μαμά εδώ. –Τι κάνει; - Σκατά. -Και γω σκατά είμαι. –Και γω. –Α! ωραία! Γελάμε.. Άντε, καλά, κατάλαβα...τα λέμε, δως της φιλιά... γεια. –Γεια.

Κλείνε το τηλέφωνο. Σε λίγο κλείνει κι η πόρτα.

Όταν ο άλλος είναι πιο σκατά από σένα, αυτόματα γίνεσαι λιγότερο σκατά, θες δεν θες. Όπότε σταματάς να ανησυχείς για σένα και ανησυχείς πάλι για τους άλλους κι έτσι μάλλον κάπως παίρνεις κουράγιο για να δώσεις κουράγιο.

Και να μην ξεχάσω…
Μόνοι μας, μα δίπλα σου πάντα.


Πέρασε η μέρα. Τώρα όλοι είναι στα σπίτια τους. Τη γιόρτασαν και φέτος!
Ασφαλείς. Μέσα στο όνειρο.
Καλή τους νύχτα.


2 σχόλια:

Artanis είπε...

Ακόμα μέσα στο όνειρο;
Σίγουρα είναι πιο ασφαλές πάντως...
Αν και κάποιοι θα το λέγανε ψευδαίσθηση, ή αυθυποβολή...
Σε φιλώ, καλημέρα...

roadartist είπε...

Αν σου πω πως εγώ είμαι χειρότερα, θα σε παρηγορήσω; :)