Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Παροράματα




κείμενο του Eduardo Galeano από "Το βιβλίο των Εναγκαλισμών"

«Εκεί όπου η Παλαιά Διαθήκη λέει ό,τι λέει, ίσως θα έπρεπε να λέει ό,τι μου εξομολογήθηκε ο βασικός πρωταγωνιστής της:
Κρίμα που ο Αδάμ ήταν τόσο κούτσουρο. Κρίμα που η Εύα ήτανε τόσο κουφή. Και κρίμα που εγώ δεν κατάφερα να γίνω κατανοητός.
Ο Αδάμ και η Εύα ήταν τα πρώτα ανθρώπινα όντα που γεννιούνταν από το χέρι μου και παραδέχομαι ότι είχαν ορισμένα ελαττώματα δομής, συναρμογής και φινιρισμάτων. Εκείνοι δεν ήταν έτοιμοι ν’ ακούσουν ή να σκεφτούν.
Κι εγώ…, ε, πιθανώς εγώ δεν ήμουν έτοιμος να μιλήσω.
Πριν από τον Αδάμ και την Εύα δεν είχα μιλήσει ποτέ με κανέναν. Είχα προφέρει ωραίες φράσεις όπως το «Γεννηθήτω φως», αλλά πάντοτε κατά μόνας.
Έτσι όταν εκείνο το απόγευμα συναντήθηκα με τον Αδάμ και την Εύα, την ώρα που πνέει η αύρα, δεν υπήρξα πολύ ευφραδής. Μου έλειπε η εξάσκηση.

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν έκπληξη. Εκείνοι μόλις είχαν κλέψει τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου από το κέντρο του Παραδείσου. Ο Αδάμ είχε πάρει ύφος στρατηγού που λίγο πριν είχε καταθέσει το ξίφος του κι η Εύα κοίταζε το χώμα λες και μετρούσε μυρμήγκια. Ήταν όμως και οι δυο απίστευτα νέοι, όμορφοι κι ακτινοβόλοι. Με αιφνιδίασαν. Εγώ τους είχα πλάσει, αλλά δεν ήξερα ότι ο πηλός μπορούσε να φεγγοβολάει.
Κατόπιν το ομολογώ, ζήλεψα. Καθώς κανένας δεν μπορεί να μου δώσει διαταγές, αγνοώ την αξιοπρέπεια της ανυπακοής. Ούτε γίνεται να γνωρίζω την τόλμη του έρωτα που απαιτεί δύο. Πιστός στην αρχή της εξουσίας, συγκράτησα την επιθυμία μου να τους συγχαρώ, επειδή είχαν γίνει αιφνίδια σοφοί στα ανθρώπινα πάθη.
Τότε άρχισαν οι παρανοήσεις. Εκείνοι κατάλαβαν για πτώση όπου εγώ μίλησα για πτήση. Πίστεψαν ότι αν ένα αμάρτημα είναι προπατορικό, του αξίζει τιμωρία. Είπα ότι αμαρτάνει όποιος δεν αγαπάει, κατάλαβαν ότι αμαρτάνει όποιος αγαπάει. Όπου ανήγγειλα λειμώνα γιορτής, κατάλαβαν κοιλάδα δακρύων. Είπα ότι ο πόνος ήταν το άλας που νοστίμιζε την ανθρώπινη περιπέτεια: κατάλαβαν ότι, απονέμοντάς τους τη δόξα του να είναι θνητοί και τρελούτσικοι, τους καταδίκαζα. Όλα τα κατάλαβαν ανάποδα. Και τα πίστεψαν.

Εσχάτως έχω προβλήματα αϋπνίας. Εδώ και μερικές χιλιετίες ταλαιπωρούμαι ώσπου να με πάρει ο ύπνος. Και μ’ αρέσει να κοιμάμαι, μ’ αρέσει πολύ επειδή, όταν κοιμάμαι ονειρεύομαι. Γίνομαι τότε ερωμένος ή ερωμένη, καίγομαι στη φευγαλέα φωτιά των διαττόντων ερώτων, είμαι πλανόδιος κωμικός, ψαράς στο ανοιχτό πέλαγος ή τσιγγάνα που λέει τη μοίρα, καταβροχθίζω ως και τα φύλλα του απαγορευμένου δέντρου και πίνω και χορεύω, ώσπου να κυλιστώ στο έδαφος…
Άμα ξυπνάω, είμαι μόνος. Δεν έχω με ποιόν να παίξω, επειδή οι άγγελοι με παίρνουν πολύ στα σοβαρά, ούτε ποιόν να ποθήσω. Είμαι καταδικασμένος να ποθώ τον εαυτό μου. Πλανιέμαι από άστρο σε άστρο, βαριεστώντας στο κενό σύμπαν. Αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. Γεννήθηκα μόνος, είμαι μόνος, μόνος εις τους αιώνες των αιώνων.»

3 σχόλια:

konstantinos είπε...

Πολύ ενδιαφέρον κείμενο! Τελικά ήταν όλα μια παρεξήγηση! Νομίσαμε "θάνατος" μα είχε πει "αθάνατος μέσα από τα βιώματα της ζωής". Νομίσαμε πως ήθελε κατά γράμμα τήρηση, μα εννοούσε να ξέρουμε την περίληψη! Ήταν ένας κι εμείς θεωρούμε πως ο ένας είναι ο δικός μας και των άλλων δεν είναι. Και σκοτωνόμαστε. Κι αυτός μένει ανήμπορος εκεί ψηλά και μας βλέπει χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι. Γιατί ιδιωτικοποιήθηκε η Ολυμπιακή κι είναι άγονο το δρομολόγιο για τους Ουρανούς!

b|a|s|n\i/a είπε...

α βρε συ. και εμείς έτσι αισθανόμαστε φορές μόνο που θεοί δεν είμαστε. και σαν μερικές φορές κοιμάσαι...
και οι αιώνες οι δικοί μας μοιάζουν τόσο σύντομοι. σαν άστρα που κολλάμε στο ταβάνι μας και πέφτουν στο πάτωμα.

ΠΑΤΕΡΟΥΛΗΣ είπε...

Kαταλαβαίνω απόλυτα τη μοναξιά και τις βαθύτερες σκέψεις του Δημιουργού που έχει να διαχειριστεί τις τύχες του σύμπαντος κόσμου.