Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Μολών λαβέ!

Θυμήθηκα έναν τύπο που σκόνταψα πάνω του προχθές. Για την ακρίβεια εκείνος σκόνταψε πάνω μου αφού πρώτα είχε σκοντάψει πάνω στο σουβλάκι που έτρωγε με ηδονική επίγνωση του τι κάνει. Τώρα θα φάω το σουβλάκι μου και τίποτα δεν με νοιάζει. Και τίποτα δεν σκέφτομαι και όλα είναι καλά!
Ήταν γύρω στα 45 και καθώς περπατούσα εμφανίστηκε ακριβώς μπροστά μου κατεβαίνοντας το σκαλί μιας εισόδου πολυκατοικίας. Ουπς! Του τάραξα την απόλαυση. Με κοίταξε σαν μικρό παιδί, χαμογέλασε ξέροντας ότι τον είχα τσακώσει σε μια πολύ δική του στιγμή, και χωρίς να σκουπίσει τα τζατζίκια γύρω απ’ τα χείλη και τη μύτη του, πρόφερε ένα πανέμορφο… «καλησπέρα και καλή χρονιά να έχουμε!!!».
Να’ ναι καλά ο άνθρωπος. Καιρό είχα να σκοντάψω σε ειλικρίνεια.
Μακάρι να μην σκούπιζε κανείς τα τζατζίκια απ’ το πρόσωπο αν ήταν να χαμογελάει αληθινά!

Την ίδια μέρα, βράδυ πια, συνέχιζα να αποπλανώ τον εαυτό μου. Έλα, μην πας σπίτι, πάμε να βρεις τα παιδιά, θα είναι στο τσιπουράδικο. Όχι, θέλω να πάω σπίτι, ν’ ανάψω το τζάκι να κοιτάω τη φλόγα, να μην κλείνω τα μάτια, ν αρχίζουν τα μάτια να τρέχουν, να καθαρίζουν να καίνε τις εικόνες μου. Να πάω σπίτι, να πάω σπίτι, να’ μαι ειλικρινής και γω, να μην χρειάζεται να κρύβομαι. Πόσο απόθεμα ψεύτικων χαμόγελων κουβαλάω στις τσέπες. Όχι, Όχι, βγες, πάμε, περπάτα, κοντεύεις, σε περιμένουν. Με περιμένουν; Χα!...

«Το παρελθόν είναι το μακρύ χέρι του μέλλοντος» και «ο πόνος σε κάνει να ζεις με αξιοπρέπεια». Αυτές ήταν οι δύο φράσεις απόσταγμα από μια κατά τα’ άλλα ψυχαναγκαστική επικοινωνία με έναν άνθρωπο που έκανα το…λάθος(? Άραγε) να του δώσω το τηλέφωνό μου το καλοκαίρι που μας πέρασε. Με τις γνωριμίες, λένε ανοίγουν πόρτες και οι ανοιχτές πόρτες είναι πάντα καλύτερες από τις κλεισμένες. Μετά βέβαια καταλαβαίνεις ότι ο άλλος δεν θέλει ακριβώς να σε βοηθήσει αλλά μάλλον να σε γαμήσει είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά…
Πλησιάζει προς τα 70, ζει στη Γερμανία, αποκαλείται σκηνοθέτης, τύπος μποέμικος, μόνος, με έναν γιο υιοθετημένο και μια γυναίκα που δεν ζει πια. Ψάχνει αποκούμπια. Ψάχνει να επικοινωνήσει, ψάχνει δεν ξέρω και γω τι, έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να του κατηγορήσω αυτό το δικαίωμα, καθώς όλοι ψάχνουμε κάτι σ’ αυτή τη ζωή. Αυτό που μου τη σπάει όμως είναι ότι με το που θα σηκώσω το τηλέφωνο θα αρχίσει να μιλάει χωρίς καν να με ρωτήσει αν εγώ μπορώ εκείνη τη στιγμή να του διαθέσω το χρόνο μου, λες και γω είμαι ανοιχτή γραμμή για τις καλές ή κακές ώρες του που δεν είχε που να μιλήσει και είπε ας πάρω αυτό το κορίτσι να δω τι κάνω…


Στο τσιπουράδικο τις προάλλες λοιπόν ακούστηκαν διάφορα όμορφα. Είναι αυτές οι κουβέντες που ξεκινάν απ’ το πουθενά και καταλήγουν στο κάτι που θα κρατήσει ο καθένας. Θα το βάλει στην τσέπη παρέα με τα περίσσια ψεύτικα χαμόγελα αφού μετά το δεύτερο ποτηράκι έχουν αρχίσει να γίνονται αληθινά και δεν τα χρειάζεσαι πια.
Πως το’ φερε λοιπόν η κουβέντα και μιλούσαμε για το κλάμα. Άλλος είχε να κλάψει χρόνια, άλλος, μήνες, άλλος, μέρες, άλλος, ώρες. Κι αυτό που κράτησα εγώ απ’ όλο αυτό το ευαίσθητο θεματάκι, ήταν τα λόγια που είπε ο αδερφός μιας πολύ καλής φίλης όταν ήταν 7 χρονών. Έκλαιγε λέει συνέχεια μικρή. Με το παραμικρό, το’ χε στο τσεπάκι το κλάμα. Παραδέχτηκε ότι ήταν κακομαθημένη και σχεδόν το χρησιμοποιούσε για να προσελκύσει το ενδιαφέρον, για να ασχοληθούν μαζί της, για να αποκτήσει κάτι που ήθελε. Τότε, μια μέρα ο αδερφός της είπε: « Σταμάτα να κλαις με το παραμικρό! Να ξέρεις ότι τα δάκρυα κάποια στιγμή στερεύουν κι όταν θα τα χρειάζεσαι δεν θα τα έχεις και αυτό θα σε κάνει πολύ δυστυχισμένη!»…
Από τότε, πρόσεχε πολύ. Το σκεφτόταν πριν κλάψει. Αν αξίζει…Όχι δεν άξιζε. Το έβλεπες στα μάτια της. Έβλεπες στα μάτια της την αλλαγή… Και πάνε χρόοονια από τότε…
Εγώ πάλι μικρή φοβόμουν πως τα δάκρυα μπορεί να πετρώσουν. Είχα δει έναν γεράκο, ποιος ξέρει πότε και που, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο το πρόσωπό του που μου φαινόταν σκαμμένο και κάτι δάκρυα δερμάτινα να κατηφορίζουν προς τα μάγουλα. Κι είχα σκεφτεί πως μάλλον θα τον είχε πάρει ο ύπνος κλαίγοντας.
Από τότε, σκουπίζω βιαστικά τα δάκρυά μου. Δεν τ’ αφήνω να στεγνώσουν. Δεν τα’ αφήνω να φανούν…


Κάθομαι εδώ λίγο πριν μια υποτιθέμενη αλλαγή και ψάχνω για ένα σπάνιο δώρο που θα μπορούσα να ζητήσω.
Σήμερα δεν άναψα το τζάκι. Παρόλο που οι γονείς μου πoτέ δεν μου υποστήριξαν την ύπαρξη του Άγιου Βασίλη, φοβάμαι να το ανάψω. Όσο τον σκέφτομαι με καμμένο πισινό δεν μου ταιριάζει χρονιάρα μέρα.
Θυμάμαι μικρή στο σχολείο πριν τα Χριστούγεννα που είχα κάνει μια συμμαθήτριά μου στο δημοτικό να κλάψει με μαύρο δάκρυ.
Τι έχεις και κλαις; τη ρώτησε ο δάσκαλος.
Να, κύριε, σνιφ κλαψ λυγμ, ελεγα στην ceralex τι δώρο περιμένω απ’ τον Άγιο Βασίλη και μου είπε ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης κι ότι τα δώρα τα παίρνουν ο μπαμπάς και η μαμά και τα βάζουν κάτω απ’ το δέντρο! Τότε γιατί ο μπαμπάς και η μαμά μου λένε ψέματα; ουαααααααα!!!!!!!
Και με πήρε ο κύριος λίγο πιο πέρα, και γέλαγαν τα μουστάκια του, είμαι σίγουρη, γέλαγαν τα μουστάκια του και σχεδόν συνωμοτικά εξήγησε πως κάποια παιδάκια πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη και δεν πρέπει να τους χαλάμε το όνειρο και πως καλό θα ήταν να μην τους λέω πως δεν υπάρχει.
Και μετά πήγα σπίτι και γκρίνιαζα κι εγώ στους γονείς μου. Μα γιατί δεν με μάθατε και μένα να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη αφού έτσι κι αλλιώς κάποτε θα μάθαινα την αλήθεια, γιατί να μην παραμυθιαζόμουν λιγάκι.
Θα’ πρεπε να μου απαντήσουν τότε μα δεν το κάνανε: «Κοριτσάκι μου θα παραμυθιαστείς με τόοοοσα άλλα στη ζωή σου που δεν χρειάζεται να παραμυθιάζεσαι από τώρα» Αντ’ αυτού γελάγανε κι οι δύο και πήρα μια τεράστια υπέροχη αγκαλιά και τα ξέχασα όλα.

Θα’ θελα να πίστευα μικρή στον Άγιο Βασίλη.
Θα’ θελα να βρισκόμουν δίπλα σ’ ένα στολισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Θα’ θελα να θέλω να στολίσω όλο το σπίτι.
Θα’ θελα να είχε δώρα από κάτω και να περίμενα πως και πώς να πάει 12 για να τ’ ανοίξω.
Τώρα περιμένω πως και πώς να πάει 12 να τελειώνουμε και με αυτό το χρόνο. Μολών λαβέ μωρό μου!
Θα ντυθώ και θα στολιστώ και θα πάω να με βρει το ΔΕΚΑ κάπου μόνη ανάμεσα σε δεκάδες ανθρώπους. Πιθανόν θα χορεύω θα χορεύω θα χορεύω ως το πρωί. Πιθανόν θα γελάσω αληθινά, πιθανόν θα χαρώ και γω με όλο το νταβαντούρι, πιθανόν να μείνω ειλικρινής, κι αν μου’ ρθει να κλάψω, δεν θα σκουπίσω τα δάκρυα και θα χαρίσω στον εαυτό μου ένα σπάνιο δώρο.
Το παρακάτω ποίημα.
Σε όλους όσους σκόνταψα και σκοντάψανε πάνω μου. Σε όλους όσους μοιράστηκα στιγμές αυτή τη χρονιά. Σε όλους όσους ψάχνουν είτε για κουμπιά είτε γι’ αποκούμπια είτε για μια τεράστια ζεστή αγκαλιά.
Παιδιά, να αγκαλιάζεστε παιδιά να αγκαλιάζεστε παιδιά να αγκαλιάζεστε…



Το σπάνιο δώρο

Kαινούργιες θεωρίες.

Tα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά.
Aλλιώς υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.
Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά.
Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν οι στερήσεις– πως θά 'ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν' ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια γύρω απ' τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,θα σας πνίξουν.
Tίποτα.
Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.



Κική Δημουλά





Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Να τα πω;


Και είναι αυτή η σιγουριά μερικές φορές που λες πως τελικά δεν τα’ χεις κάνει και τόσο σκατά. Και πόσο σπάζομαι που γράφοντας στο word δεν σου αναγνωρίζει τη λέξη σκατά ως λέξη. Και σου βάζει αυτή την κόκκινη ζιγκ ζαγκ γραμμή από κάτω της για να μην λερώσει το λευκό εικονικό χαρτί. Λες και τα σκατά δεν υπάρχουν ως λέξη αναγνωρισμένη απ’ το περιβάλλον. Και όχι μόνο…
ΜΑ, τι έλεγα;;;
A ναι! Δεν τα’ χεις κάνει και τόσο σκατά λοιπόν. Ναι, έρχεται εκείνη η στιγμή που νιώθεις τόσο εύκολα πως όλα έτσι θα έπρεπε να γίνουν μέχρι τώρα, και αν μπορούσες ν’ αλλάξεις κάτι, δεν θα άλλαζες τίποτα.


Περιμένω με ανυπομονησία το σημερινό πρωϊνό. Το πρώτο κουδούνι που θα μου χτυπήσει για να μου πει : Να τα πουούμε;;
Και γω, ανοίγοντας την πόρτα, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου να πω ΝΑΙ.
Και να έχω έτοιμα τα δύευρα για να τα δώσω είτε μου άρεσε το άκουσμα είτε όχι.
Έτσι, για το καλό. Γιατί τρόμαξα προχθές και ήθελα να ψιλοξορκίσω τ’ όνειρο.
Το όνειρο που είδα μετά από μια εφιαλτική μέρα. Πως άνοιξα την πόρτα για να μου πουν τα κάλαντα. Κι ήταν ένα κορίτσι γύρω στα δεκαπέντε με ξανθό καρέ μαλλί και τεράστιο χαμόγελο που άστραφταν τα σιδεράκια. Κι ένα βλέμμα αγελάδας με μια ανεξιχνίαστη χαρά μπερδεμένη με μια ειρωνική λύπη. Στο δεξί της χέρι να κρατάει μια φλογέρα και παρόλα αυτά να ξεκινάει την καλήν ημέρα κουνώντας ρυθμικά τα χέρια. Λες και η φλογέρα ήταν το μοναδικό όργανο μαεστρίας της.
Και άρχισε να μου λέει καλήν ημέραν άρχοντες ποιος είναι ο προορισμός σας;
Κι εγώ, ν΄ αναρωτιέμαι αν είναι βαλτή από κάποιον που θέλει να γελάσει πολύ δυνατά μαζί μου. Και αν θα πρέπει ν’ απαντήσω τελικά ή αν θα την αφήσω να φτάσει στο… κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει, ή αν θα πρέπει να της κλείσω την πόρτα στη μάπα κα να πάει από κει που ήρθε. Γιατί από κει που ήρθε σίγουρα δεν της έμαθαν πως δεν μπορείς να δουλεύεις ψιλό γαζί τον κάθε που αποφάσισε απλά να αποδεχτεί πως και για άλλο ένα Χριστούγεννο θα παραμείνει πιστός στην μοναξιά του.
Τι λες κοπέλα μου; Αφού η ζωή στο απέδειξε πως τη μια μέρα μπορεί να ψάχνεις τρόπους για ν’ αυτοκτονήσεις και την άλλη να περνάς φίνα.


Ουφ…



Το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως έψαχνα απεγνωσμένα να την πληρώσω. Να της δώσω κατιτίς για την φρίκη που μου πρόσφερε με το καλημέρα σας. Μην τυχόν και δεν είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου. Παιδιά ελάτε! Μπάτε σκύλοι αλέστε! Ό,τι ποθεί ο καθένα σας! Εγώ θα σας πω κι ευχαριστώ και θα σας τρατάρω κι ένα μελομακάρονο να γλυκάνω τις ενοχές σας. Γιατί δεν μπορεί…όλο και κάποια ενοχή θα νιώθετε για το δούλεμα που μου ρίχνετε πρωινιάτικα! Ας μην ξεχνιόμαστε λοιπόν!
Γλυκαίνει ο πόνος όταν τον μοιράζεσαι. Μα μετά κλείνεις την πόρτα. Ρίχνεις το σώμα σου πίσω της και εκπνέεις την σιγουριά της πανέμορφης μοναξιάς σου! Πόσο καλά είμαι τελικά! Πόσο καλά είμαι που μπορώ και ξεχωρίζω ακόμη την παράνοια από την ομορφιά!

Κι έτσι πας ξανά να ρίξεις άλλον έναν υπνάκο. Υπνάκο με χαμόγελο.
Και τα κουδούνια να βαράνε στους γείτονες. Εντός σπηλαίων βρίσκεται η αλήθεια.
Τόσο κοντά, τόσο μακριά.
Ξύπνα!

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Σε ρώτησε κανείς;




Θα μπορούσα να γράψω πως φοβάμαι.
Μα δε μου βγαίνει. Θα μπορούσα να γράψω πως δεν ξέρω τι μου γίνεται και με την ίδια ακριβώς βεβαιότητα να γράψω ότι ξέρω ακριβώς τι μου γίνεται.
Θα μπορούσα να πω πολλά. Όχι. Όχι δεν μου έχουν φιμώσει το στόμα. Όμως χίλια συναισθήματα σφραγίζουν τα χείλια.
Κι είμαι δεμένη εδώ.

Ένα όνειρο είδα. Θα μπορούσα να γράψω πως τρόμαξα μα δεν μπορώ, δεν θα ‘ταν αλήθεια, αφού ήταν πανέμορφο.

Τα χιλιάδες αναμμένα φωτάκια της πόλης με κοιτούν από απέναντι. Μάλλον τρεμοσβήνω κι εγώ.
Θα μπορούσαν να με ρωτήσουν χιλιάδες ερωτήσεις. Μια ερώτηση το κάθε φωτάκι. Φως κι ερώτηση.
Θα ‘ταν άραγε εύκολες οι ερωταπαντήσεις;

Τόσο καιρό λιώνω εδώ σιγά σιγά, κάτω απ’ τον προβολέα.
Χιλιάδες ανύπαρκτες ανακρίσεις.
Λιώνω, λιώνω σιγά σιγά περιμένοντας μια ερώτηση.

Νομίζω χρόνια πέρασαν.
Το ενστικτό μου βαρέθηκε να μ’ οδηγεί. Το ‘χα κι αυτό τόσα χρόνια πάνω απ’ το κεφάλι μου. Δεν μου ‘φτανα εγώ κι ο εαυτός μου, είχα κι αυτό να μπαίνει ανάμεσα στο αγγελάκι και το διαολάκι. Να παίρνει θέση ισχυρή. Στο βάθρο πρώτο κι αριστερά και δεξιά άλλοτε ο άγγελος άλλοτε ο διάολος. Μα εκείνο, πάντα νικητής.
Ο άγγελος κι ο διάολος κάποτε το βαρέθηκαν και δίκιο είχαν. Κι αυτό, η αλήθεια είναι πως είχε βαρεθεί να είναι πάντα νικητής. Έτσι κι αλλιώς, όταν βγαίνεις πάντα πρώτος χάνεις τη μαγεία του συναγωνισμού. Βαριέσαι τη νίκη.

Κάπως έτσι ένιωσε λοιπόν το ένστικτό μου και μαζί με κάτι χρωστούμενα που είχα απ’ τις μνήμες, ήρθαν και μ’ έδεσαν εδώ, σε μια καρέκλα. Μ’ έδεσαν μόνη μου με τ’ αγγελοδιαόλια μου να περιφέρονται γύρω απ’ το κεφάλι μου.
Κάτω απ’ τον ζεστό προβολέα. Να λιώνω.
Να λιώνω για μια ερώτηση.

Φωτάκια φωτάκια φωτάκια απέναντι.
Πολυκατοικίες ψυχών.
Όταν χάθηκε η εμπιστοσύνη αρχίσαμε να φτιάχνουμε ορόφους.
Έτσι υψώνεται η μοναξιά.
Το ασανσέρ λοταρία σε κάθε διαδρομή του.
Πόσους θα πετύχεις;
Θα τους κοιτάξεις στα μάτια;
Τσανάκια χωριστά, χωρίς πολλά πολλά κι όχι αυλές να τρέχουν τα παιδιά κι όχι απλωμένα ρούχα στο ένα μέτρο απ’ το χώμα.

Είμαστε ή του ύψους ή του βάθους τελικά.
Πάμε μια και καλή στο μείον ένα μέτρο κάτω απ’ τη γη.
Απ’ τα βάθρα στα βάραρθα.
Μείον ένα φωτάκι απ ‘την πόλη-πρώην-κατοικία.

Δεν μου έβαλαν μουσική στο σπίτι απόψε.
Ακούγονται μόνο τα δυο ρολόγια της κουζίνας. Εναλλάξ τα δευτερόλεπτα.
Φαντάζεσαι να προσπαθείς να κρυφτείς ανάμεσα στο εναλλάξ των δευτερολέπτων;
Ακόμα και μέσα σ’ αυτό το μισό δευτερόλεπτο ο χρόνος περνάει και πάλι.
Πρώτος κι αυτός πάντα. Στο βάθρο. Νικητής. Σε άλλο βάθρο. Ναι. Υπάρχουν πολλά. Αλλιώς δεν θα λεγότανε ζωή.

Ακούγεται νομίζω και ο προβολέας εκτός αν είναι το κεφάλι μου που άρχισε να βουίζει. Εκτός αν είναι που τσακώνονται πάλι ο άγγελος με το διάολο.
Λιώνω. Λιώνω σιγά σιγά.
Ας ρωτήσει κάποιος κάτι επιτέλους.
Πόσες ώρες πέρασαν μετρημένες στα μισά των δευτερολέπτων.
Μέρες μήνες χρόνια.
Λιώνω. Λιώνω σιγά σιγά.
Ας ρωτήσει κάποιος κάτι να σταματήσω να σκέφτομαι.

Δεμένη στην καρέκλα. Τα πόδια μου δεμένα στα πόδια της. Σκοινί σφίγγει την κοιλιά μου στην πλάτη της. Μόνο τα χέρια μου αφήσανε ελεύθερα. Μου δώσανε κι ένα τετράδιο μ ‘ένα καλά ξυσμένο μολύβι.
Λιώνει. Λιώνει σιγά σιγά κι η μύτη του, σε λίγο δεν θα μπορώ ούτε να γράψω πια.

Βρήκα τι θα κάνω αν λιώσει. Θα μάθω την προπαίδεια. Δεν ήταν τυχαίο που μου έδωσαν αυτό το μολύβι με την προπαίδεια. Και όχι ό,τι κι ό,τι , αυτήν που ξεκινάει απ’ το 1Χ11 και φτάνει στο 11Χ11.
Έχει και μια γόμα από πίσω το μολύβι αυτό.
Βρήκα τι θα κάνω μετά.
Θα ξεκινήσω να σβήνω ό,τι έχω γράψει απ’ το τέλος προς την αρχή.
Μέχρι να λιώσει κι η γόμα.
Δεν θα προλάβει νομίζω.
Λιώνω. Λιώνω σιγά σιγά.

Θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα πως δεν πρόκειται να με ρωτήσει κανένας τίποτα.
Θα μπορούσα να γράψω πως φοβάμαι μα δεν μου βγαίνει να το γράψω.
Ίσως να το πω σε λίγο.
Σε πολύ λίγο.
Γιατί αυτή η μύτη του μολυβιού έφτασε στο τέλος της. Πλέον χαράζω το χαρτί.
Δεν θέλω άλλες χαρακιές εδώ μέσα. Το τετράδιο είναι το μόνο πράγμα στη ζωή μου που δεν με πλήγωσε ποτέ…Προλαβαίνω για λίγα αποσιωπητικά….ε;….ναι….








Πι ες: Μια μέρα μετά. Τελικά δεν έλιωσα. Πάνω που είχα φτάσει στην προπαίδεια του 13, ένα φως από απέναντι με ρώτησε «ΕΣΥ; Τι κάνεις;»

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Hμερομηνία Λήξης ή αλλιώς, Για Πέταμα




Στο ντουλάπι της κουζίνας έχει φακές, μακαρόνια, ρύζι και καμιά κονσέρβα.
Πού και πού τσεκάρω την ημερομηνία λήξης και βάζω στην άκρη αυτά που, δεν τους μένει και πολύς καιρός, μήπως και καταφέρω να μαγειρέψω κάτι σύντομα.
Με κάποια τελικά, δεν κάνω τίποτα.
Και λήγουν.
Μένουν αρκετό καιρό ληγμένα στο ντουλάπι της κουζίνας. Μερικά, μπορεί και χρόνια.
Κι έρχεται η μέρα, μια μέρα που έτσι ξαφνικά, λέω να πετάξω τα ληγμένα.

Πιάνω πρώτα την κονσέρβα. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν μ’ άρεσαν οι κονσέρβες.
Ντολμαδάκια γιαλαντζί συγκεκριμένα.
Την κρατώ, την πετάω στον αέρα, την ξαναπιάνω και τη ρίχνω στα σκουπίδια.
Με λίγες τύψεις και λίγες ενοχές που δεν πραγματοποίησε το σκοπό της, ή, που κάποιοι άνθρωποι πεινάνε και δεν έχουνε να φάνε.

Το ντουλάπι της κουζίνας αδειάζει απ’ τα ληγμένα.
Καθαριζει.
Μένει χώρος.

Φροντίζω για τα επόμενα.
Να μαγειρέψω κάτι καλό μαζί τους.
Να μην πάει τίποτα χαμένο.
Να μην θέλω να έχω παραπάνω απ’ όσα μπορώ να αναλώνω.


Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους γύρω μου.
Στο ντουλάπι το δικό μου.
Κυρίως με τους γιαλαντζί.

Αν δεν τους αναγνωρίζεις, είναι εκείνοι οι τόσο καλά αεροστεγώς εγκλωβισμένοι, αυτοί που προσπαθούν να σε καταναλώσουν πρώτοι.
ΠΡΟΣΟΧΗ!





Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

17 Νοέμβρη του 2009





















Αυτή τη μέρα πάντα πονάω.
Τα τελευταία χρόνια αυτή τη μέρα νιώθω ένοχη.
Είναι που σταμάτησα να κατεβαίνω στο δρόμο. Είναι που πάντα είμαι και εδώ και εκεί, και τότε και τώρα.
Με βλέπω στην πορεία, τρομαγμένη μα ασφαλής.
Δίπλα σου πάντα.
Τώρα, δεν με βλέπω. Δεν είμαι εκεί. Είμαι στο σπίτι. Δουλεύω. Ακούω στο ραδιόφωνο τα ωραιότερα τραγούδια που εμπνεύστηκε ανθρώπου πάθος, ανθρώπου ανάγκη, ανθρώπου ζωντανού.
Τώρα, από δω, με βλέπω τότε. Πριν χρόνια. Με βλέπω εκεί. Στους ίδιους δρόμους. Η ίδια πορεία.
Δίπλα σου πάντα.
Οι κεραίες τεντωμένες μα ασφαλής.
Αυτή τη μέρα πάντα κάτι λείπει.
Μα συνεχίζω. Θα περάσει, λέω που θα πάει; Θα γυρίσουν όλοι στα σπίτια τους. Θα τελειώσει. Αύριο στις εφημερίδες και αν. Όλοι θα συνεχίσουν.
Θα περάσει. Θα περάσει η μέρα. Ήδη περνάει, σχεδόν τέλειωσε κιόλας.
Θα περάσει. Δίπλα σου πάντα, με ένα σφίξιμο στην καρδιά, μα ασφαλής.
Χτυπάει το κουδούνι. Η μαμά. Κάτι πέρασε να μου αφήσει. Χαίρομαι που τη βλέπω. Δεν χαίρομαι που τη βλέπω έτσι. Άγχος, νεύρα, πνίγεται, πνίγεται πνίγεται…!
Αρχίζει και μιλάει για τις αναποδιές της ημέρας. Κι αυτό και κείνο και τ΄ άλλο…
Κι ύστερα, με κοιτάει. Βουρκώνει. Και μου λέει:
Κι είναι κι αυτή η μέρα…αχ αυτή η μέρα. Είμαι εκεί. Στο καροτσάκι, μωρό ο αδερφός σου και γω με τον πατέρα σου να θέλουμε να πάμε εκεί, οπωσδήποτε.
Στο δρόμο μας σταμάταγαν. «Πού πάτε με το μωρό; Τρελαθήκατε; Γυρίστε σπίτι σας». Δεν προλαβαίναμε. Ήμασταν ήδη πολύ κοντά. Το μακελειό είχε ξεκινήσει. Μπήκαμε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ακούγαμε έξω, που φωνάζανε βοήθεια!»
Τα παιδιά! Τα παιδιά δυο τετράγωνα πιο πέρα να ζητάνε βοήθεια, και να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα…!

Η απόγνωση για λίγα δευτερόλεπτα εκφράστηκε στο πρόσωπό της σαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή να βρισκόταν εκεί, τότε…
Δυο τρεις λυγμούς έβγαλε κι ησύχασε. «Άσε με», μου πε. «Θα μου περάσει. Καλύτερα να κλάψω να ξεσπάσω. ».

Τώρα, δεν με βλέπω εκεί. Με βλέπω εδώ, απέναντί της, τρομαγμένη, να βλέπω τη δική της δέκατη έβδομη ημέρα του Νοέμβρη του δύο χιλιάδες εννέα.
Οι κεραίες τεντωμένες. Σαστισμένη, μα ασφαλής.


Δίπλα μας πάντα, εσύ.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο αδερφός μου. -Πήγες; -Όχι. -Τι κάνεις; -Καλά είμαι… εσύ; -Καλά..-Είναι η μαμά εδώ. –Τι κάνει; - Σκατά. -Και γω σκατά είμαι. –Και γω. –Α! ωραία! Γελάμε.. Άντε, καλά, κατάλαβα...τα λέμε, δως της φιλιά... γεια. –Γεια.

Κλείνε το τηλέφωνο. Σε λίγο κλείνει κι η πόρτα.

Όταν ο άλλος είναι πιο σκατά από σένα, αυτόματα γίνεσαι λιγότερο σκατά, θες δεν θες. Όπότε σταματάς να ανησυχείς για σένα και ανησυχείς πάλι για τους άλλους κι έτσι μάλλον κάπως παίρνεις κουράγιο για να δώσεις κουράγιο.

Και να μην ξεχάσω…
Μόνοι μας, μα δίπλα σου πάντα.


Πέρασε η μέρα. Τώρα όλοι είναι στα σπίτια τους. Τη γιόρτασαν και φέτος!
Ασφαλείς. Μέσα στο όνειρο.
Καλή τους νύχτα.


Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

παιδάκι

Δεν μπορεί! Κάπου θα είναι. Δοκιμάζω!
Δοκιμάζω! Θα το βρω!

Πίσω από κει;;
¨Όχι, όχι!
Κι όλο νομίζω πως το βρήκα…!
Πού, πού εκεί μέσα;;;
Δοκιμάζω. Θα μου κάνει;;
-Τίποτα δεν έχεις καταλάβει!
Ψάχνω! Ψάχνω! Πού; Εδώ μέσα;;;;

-Ναι, εδωμέσα μας.


Πολλά πράγματα τα ψάχνουμε σε λάθος μέρος ή με λάθος τρόπο.
Ακόμα και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Δοκιμάζουμε, δοκιμάζουμε, και καλά κάνουμε…
Αλλά…



Προσπαθούμε να φτάσουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Μα ξεχνάμε να ψάξουμε αυτό που πραγματικά είμαστε.
Υποθέτω, πως, μόνο χρησιμοποιώντας για βάση αυτό που πραγματικά είμαστε, θα μπορέσουμε να κτίσουμε πάνω του αυτό που θέλουμε να γίνουμε.
Χωρίς να’ χουμε ανακαλύψει πρώτα αυτό, θα δοκιμάζουμε, θα δοκιμάζουμε, μα πάντα κάτι δεν θα μας κάνει. Πάντα κάτι θα μας λείπει.


Αυτό που είμαστε, πιθανόν να είναι το μικρό παιδί που μεγάλωσε. Έχουμε φορέσει τη μάσκα του χρόνου που περνάει στο πρόσωπό μας και το μικρό παιδί το’ χουμε κλείσει τιμωρία. Φυλακισμένο, να καταγράφει τη ζωή, χωρίς να την βιώνει στο έπακρο.
Ίσως μόνο το βράδυ, πριν κλείσει τα μάτια να φοβάται πάλι μην βγει το λιοντάρι κάτω απ’ το κρεβάτι. Ίσως μια ηλιόλουστη μέρα κλείνοντας τα μάτια στον ήλιο, να είναι ο ίδιος ήλιος σε κείνες τις καλοκαιρινές διακοπές που είχε πάλι ξαπλώσει χαρούμενος κοιτάζοντάς τον, κλείνοντας τα μάτια, ικανοποιημένος που κατάφερε να κάνει την πρώτη βουτιά με κεφάλι στη θάλασσα.
Ίσως μόνο περπατώντας στην γειτονιά πηγαίνοντας προς το σπίτι, μυρίζοντας τη μυρωδιά από φρεσκοτηγανισμένες πατάτες, που βγαίνει από κάποιον απορροφητήρα,
να μεταφέρεται στο πατρικό το σπίτι που έμπαινε μέσα με την τσάντα στον ώμο, μετά το σχολείο, και τον περίμενε μια γαβάθα με πατάτες τηγανιτές, στο τραπέζι της κουζίνας. «Πήγαινε να πλύνεις πρώτα τα χέρια σου»!
Κι έτσι χαμογελάει το μικρό παιδί στην μέση του δρόμου, και πιάνεις τον εαυτό σου να χαμογελάει.


Είναι εδώ. Είναι εδωμέσα πάντοτε. Τρομάζει ακόμα κι ας έγινες ατρόμητος. Αναζητάει μια αγκαλιά κι ας παραδέχεσαι πως μπορείς να ζεις και μόνος σου. Ψάχνει για λύσεις κι ας ξεμπέρδεψες με τα μαθηματικά. Έχει ακόμα τις πληγές στα γόνατα, κι ας μετατοπίστηκε ο πόνος στην ψυχή σου.

Πολλές φορές είναι αυτό το μικρό παιδί που δεν μας αφήνει να καταφέρουμε να κατακτήσουμε αυτό που επιθυμούμε. Σε πισωγυρίζει, προσπαθώντας να σου πει: Eι! Πάρε με και μένα μαζί σου! Αλλιώς δεν θα’ σαι εσύ.
Ποτέ κανείς δεν μας ενθάρρυνε να μην το λησμονήσουμε. Βιαστήκαμε να μεγαλώσουμε βιάζοντας το μικρό παιδάκι.

Βιαστήκαμε να θέλουμε να γίνουμε αρεστοί σε όλους. Σε όλους τους άλλους. Ή απλώς στον καθρέφτη μας.



Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

καρδιογράφημα



Σήμερα, άκουσα την καρδιά μου και ποτέ δεν είχα νιώσει τόσο ζωντανή.
Ήταν που ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου εντόπισα αυτό το φοβιστικό, από παιδικής μνήμης, εργαλείο που σου εξετάζει ο γιατρός την καρδιά. Το βρήκα στον πάγκο της κουζίνας, μιας φίλης μου γιατρίνας, πλάι στα μαχαιροπίρουνα.

Και έτσι είπα να με εξετάσω λίγο να δω πως ακούγεται η ζωή.
Αν μικροφωνίζει. Αν έχει πάρει λίγο φύσημα. Αν έχει κάτι να μου πει ανησυχητικό, να το ξέρω, μια και γκρινιάζω τελευταία για το πόσο ταλαιπωρημένη είναι.

Κι έβαλα τα ακουστικά στα αυτιά μου και το μικρόφωνο, παγωμένο βεντουζάκι, μέσα απ’ την μπλούζα, στο μέρος της καρδιάς.
Τι ipod και μαλακίες… Έπαθα πατατράκ ακούγοντας το ωραιότερο track της ημέρας.


Το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Έτσι μου ‘ρχεται, αύριο κιόλας να πάω να αγοράσω ένα αποτέτοιο, μήπως και βρω την υγειά μου.

Κάθε που απελπίζομαι να το βεντουζάρω και ν’ ακούω live my life.

Περιγραφή:

Απόκοσμος ρυθμός ταξιδεμένος.
Ακόμα και με τα μάτια ανοιχτά βλέπεις ξεκάθαρα το σκοτάδι του σύμπαντος.
Κι έναν αγώνα δρόμου χωρίς προορισμό. Χωρίς αφετηρία και τέρμα.

Το πιο συγκλονιστικό είναι ότι τον ρυθμό τον παίζεις εσύ. Θέλοντας και μη.
Έχεις ήχο. Εκπέμπεις. Έτσι κι αλλιώς. Χωρίς να βγαίνει απ’ το στόμα, απ’ τα χέρια απ’ τα πόδια…

Σίγουρα για κάποιο λόγο κατασκευαστικά φτιαχτήκαμε έτσι ώστε να μην ακούγεται πιο δυνατά ο χτύπος της καρδιάς μας. Πόσο συγκαταβατική η φύση μας, να μας δώσει το περιθώριο να μεγαλουργήσουμε, κρατώντας γι’ αυτήν, μια μικρή γωνιά, εκεί αριστερά, να κάνει τη δουλειά της.
Ζήσε εσύ και γω θα βαράω εδώ στα σιωπηλά.
Όσο βαράω θα ζεις κι όσο ζεις θα βαράω.


Φαντάσου ν’ ακούγονταν οι καρδιές μας.
Τι ενοχλητικό που θα’ τανε…
Στους δρόμους, στα τρένα, στις συσκέψεις, στο σινεμά, στα ραντεβού…

Όχι, όχι…
Έτσι, όλα λειτουργούνε ρολόι.
Ωρολογιακή βόμβα.
Σχεδόν δευτερόλεπτα.
Σχεδόν ψίθυροι.
Σχεδόν κραυγές.
Βαράει.
Βαράει έναν ρόλο.

Ζωντανή.
Ζωντανοί.

Για πόσο;
Για όσο.

Πάρε σου λέω ένα μαραφέτι κι άκου τη.
Άκουσέ τη!
Έχει τόσα να σου πει.
Δεν σκέφτεται, όχι.

Όχι…

«Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε» (Φ.Πεσσόα)

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Πες μου! Ποιό να φορέσω;



Πες μου. Πες μου! Ποιό να φορέσω;!
Πού θα με πάει;!

Καμιά φορά ξεχνιέμαι κι όλα δείχνουν τόσο αέρινα!

Καμιά φορά ακροβατώ και το τεντωμένο σκοινί μου, μοιάζει σαν τεράστιος δρόμος χωρίς νησίδες.

Σ’ ένα νησί ξεγλίστρησε η απόγνωση το καλοκαίρι.
Έπεσε ξάφνου από ψηλά, βουτιά στην ασημένια θάλασσα και χάθηκε στο απέραντο.

Κάτι ψαρέματα θυμάμαι εκεί στο απέναντι νησάκι. Εκδρομή με τη βάρκα του Κωστή.
Κι η Γεωργία να παλεύει με τις πετονιές.

Εκεί, πάνω στη βάρκα, με τα πεντέξι μποφόρ ανακατευόταν η χαρά με τη λύπη.

Τη μια το μυαλό έσπρωχνε να ρίξει στη θάλασσα τις κακοδιάθετες εμμονές του, την άλλη μια πορτοκαλένια δύση στο βάθος το έκανε να ξεχνάει σε ποιό σώμα ανήκει.

Μεγάλη υπόθεση το παρόν. Καμιά φορά σου ρίχνει σφαλιάρες να συνέλθεις.
Ει! Σου λέει. Κοίτα δω τι συμβαίνει κι άσε την παραζάλη του νου.
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από τούτη τη στιγμή!

Και συ, κοιτάς. Κι απορείς. Πόση δύναμη κρύβει μέσα της η συνήθεια. Πόση κόντρα με τον καιρό βαστάει η πραγματικότητα του μυαλού.

Πίνακας. Μαυροπίνακας. Σβήνεις, σβήνεις και μένεις με λερωμένα τα χέρια απ’ την κιμωλία την άχαρη, που σου υπενθυμίζει ότι σηκώθηκες στον πίνακα κι ότι ζητήθηκες να λύσεις ενώπιων κάποιων, κάτι. Να λύσεις κάτι.

Ακόμα κι αν ήξερες τη λύση, τα χέρια λερώθηκαν.
Κι ακόμη κι αν το’ λυσες σωστά, ανάθεμα κι αν κατάλαβες τι νόημα έχουν όλα τούτα στην ζωή σου.

Καμιά φορά νιώθω σαν κι αυτά τα απλωμένα αέρινα φορεματάκια προς πώληση.
Ζητείται σώμα να με αντέξει, να με χωρέσει, να του ταιριάξω.



Έτσι από μακριά φαντάζει εύκολο και χαριτωμένο. Λιτό κι απλούστατο.
Μπορώ να με φανταστώ μέσα σε όλα. Να προσαρμόζομαι μ’ ένα πλατύ χαμόγελο σε κάθε γούστο.

Να φυσάει το αεράκι και να ανατέλλει το γόνατο. Να πέφτει η τιράντα στον ώμο ξέγνοιαστη.
Να μην κρυώνω, να μην προσμένω, να μην αισθάνομαι τίποτα, πέρα απ’ το ανάλαφρο αισθαντικό τυχαίο, ενός αναντικατάστατου παρόντος.

Και τι ωραία! Και τι καλά! Τι καλά που επισφραγίζονται οι στιγμές!

Σαν ανέξοδη αγορά του πιο πανάκριβου συναισθήματος!
Πες μου! Πες μου, ποιο να φορέσω;
Ποιο μου πάει καλύτερα;
Έτσι που να χρωματίσει τη γύμνια μου στην τόση ανάγκη που δεν ντρέπεται να ομολογήσει:

Πως κατά βάθος, κρυώνω!

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Φυσιολόγιο με πολλά ερωτηματικά


???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
?????????????
??????????????????????????????????????????????????????????????
??????????????????????????????????????????????????????????????
Τι θεωρείται «φυσιολογικό»;
Αφού το σωστό και το λάθος είναι υποκειμενικό.
Τα λάθη της φύσης είναι φυσιολογικά;
Κι αν σταθούμε στο γεγονός ότι «φυσιολογικό» είναι αυτό που υπάρχει ή γίνεται σύμφωνα με τη φύση, ποιά θεωρείται πλέον η «φύση του ανθρώπου», όταν τα ένστικτα τα έχουμε σχεδόν αποχαιρετίσει, όταν η επαφή μας με τη φύση, όλο και λιγοστεύει.

Η «λογική της φύσης» υφίσταται;


Η λογική δημιουργεί πάντα μια απόσταση. Η λέξη «απόσταση» θα μπορούσε να αντικατασταθεί από τη λέξη «εξήγηση».

Η λογική από μόνη της υφίσταται; Ή συμπορεύεται πάντοτε με τα «συμπεράσματα»;


Η λογική μας απομακρύνει;
Η λογική μας γλιτώνει;
Η λογική μας λυτρώνει;


Το συναίσθημα ανήκει στη φύση.
Αισθήσεις.


Αν δεν υπάρχει η λογική, ένα συναίσθημα μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτο.
Άρα,
η λογική μας ελέγχει.

Κι έτσι,
Χτίζονται σιγά σιγά τα τείχη γύρω απ’ το ΕΓΩωωω…

Ο λογικός ορίζεται ή είναι κι αυτός υποκειμενικός;
Ο λογικός μπορεί να είναι φυσιολογικός;

Ίσως γι’ αυτό πολλές φορές να γινόμαστε τόσο παράλογοι.
Γιατί, ποιός σε μαθαίνει να χειρίζεσαι σωστά τη λογική;

Ενώ, ποιος σε μαθαίνει να χειρίζεσαι το συναίσθημα, παρά μονάχα οι 5 αισθήσεις.

Εμπειρία.
Βιώματα.
Ακοή (ήχοι της φύσης, μουσική, λόγια……..)
Όραση (ομορφιές ή ασχήμιες μέσα στην υποκειμενικότητά τους κι αυτές, ταινίες, διάβασμα……)
Αφή (σε αγκαλιάζανε συχνά όταν ήσουν μικρός; Είχες από μικρός επαφή με ζώα; Tο χάδι; Έχεις παίξει αρκετά με την άμμο; Έχεις φτιάξει ποτέ κολάζ; Έχεις μαστορέψει; Μάζευες λουλούδια;)
Όσφρηση ( το χώμα μετά τη βροχή, τα φρεσκοπλυμένα απλωμένα ρούχα που μυρίζουν ήλιο, μυρωδιές λουλουδιών, αγαπημένων φαγητών ή μυρωδιές που σε κάνουν να κλείνεις τη μύτη, μυρωδιές αγαπημένων προσώπων……)
Γεύση (μια ντομάτα κομμένη απ’ το μποστάνι, το φιλί, η αρμυρή θάλασσα, κάτι χαλασμένο…….)

Όλα αυτά κι άλλα πολλά, γεννούν τα συναισθήματα.
Έπειτα… μπαίνει η λογική.
Κι ύστερα… χάνεται η «μαγεία».


Τ’ αστέρια γίνονται πλανήτες…
Η μουσική, νότες…

Οι έννοιες γίνονται λέξεις χρησιμοποιώντας τα σύμβολα του αλφάβητου ως θεμελιώδη στοιχεία ενός…γνωστικού χώρου.
Οι «έννοιες» είναι συναίσθημα.
Και οι «λέξεις», η λογική τους.
Μια λέξη μπορεί να κρύψει πολλές έννοιες και πρέπει να μπει η λογική για να καταλήξεις σε ποια έννοια αντιστοιχεί.




Η λέξη ΛΟΥΛΟΥΔΙ από μόνη της κρύβει μέσα της όλα τα λουλούδια του κόσμου.
Μα, μόνο αν το δεις, αν το πιάσεις, αν το μυρίσεις….είναι ΤΟ λουλούδι που σου ξύπνησε όλες τις αισθήσεις.

Ένα λουλούδι σαν κι αυτό, κάποιος, κάπου, κάποτε, το κράτησε στα χέρια και το ονόμασε έτσι. ΛΟΥΛΟΥΔΙ


Ποιος να ’ταν, άραγε, κείνος ο άνθρωπος που έβγαλε πρώτος αυτή τη λέξη;




Στην ψυχή μέσα, γνωστές λέξεις ψάχνουν να βρουν ένα νόημα. Κι αντί γι’ αυτό, βρίσκουν μπροστά τους ένα λουλούδι.
Κι ίσως αυτό, έτσι για λίγο, χαρίζει ένα ευχάριστο διάλειμμα στην λογική, να πάει μια βόλτα, να δει αν έρχομαι.





Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Σαν νικητής





















Σαν το σκυλί που έρχεται στα πόδια σου να παίξει και συ το διώχνεις κι αυτό δεν χαμπαριάζει και ξανάρχεται να παίξει.
Σαν τα μικρά ψαράκια που κάποιες φορές σου τσιμπάνε τα πόδια στα ρηχά και συ τινάζεις τα πόδια μα εκείνα δεν τα νοιάζει και ξανάρχονται και σου τσιμπάν τα πόδια.
Σαν τη μύγα που τη διώχνεις δίνοντας σφαλιάρες στον αέρα πάνω απ΄ το πιάτο σου κι αυτή επιμένει.
Σαν το κουνούπι που ζουζουνίζει τη νύχτα πάνω απ’ το κεφάλι σου και συ ανάβεις το φως, χτυπάς τα χέρια σου παλαμάκια να το λιώσεις με δύναμη κι αυτό σου ξεφεύγει. Το ψάχνεις παντού κι όταν αποφασίσεις να σβήσεις το φως και να κοιμηθείς, αυτό ξανάρχεται και σου ζουζουνίζει δίπλα στ’ αφτί.

Σαν μια πόρτα που βρίσκεσαι πίσω της και κάποιος προσπαθεί να μπει και συ την σπρώχνεις για μην τα καταφέρει, κι ενώ προσπαθείς με όλη σου τη δύναμη, ο άλλος φεύγει και σκας απότομα τα μούτρα σου πάνω στην πόρτα.
Σαν ένα bradefer ατελείωτο χωρίς νικητή μα και χωρίς νικημένο.

Πιθανότατα δεν θα χάλαγε ο κόσμος αν άφηνε ο ένας τον άλλον να νικήσει εναλλάξ. Να μείνουν και οι δύο ευχαριστημένοι.

Ευχαριστημένοι;

Έχουμε μια τάση οι άνθρωποι να αντιδράμε σπασμωδικά, με τη μία, σε ό,τι μας… ενοχλεί.
Μακάρι και να’ ξερα αν είναι καλό ή κακό αυτό.
Μάλλον μας ενοχλούν περισσότερο τα μικρά πράγματα.
Αυτά που μπορούμε να ορίσουμε. Που νομίζουμε ότι μπορούμε να ορίσουμε.
Έτσι γινόμαστε νικητές σε άνισες (;) μικρές μάχες.

Μα…

Πόσες φορές κατάφερες να σκοτώσεις αυτό το γαμημένο κουνούπι;
Πόσες φορές κατάφερε η μύγα να μην προσγειωθεί έστω και μια φορά πάνω στις πατάτες σου;
Όσο κι αν χτυπιόσουν μες στη θάλασσα για ν’ αποφύγεις τα μικρά μικρά τσιμπηματάκια, πόσα μικρά μικρά σουπερ nemo σου γαργάλησαν τελικά τα πόδια;
Και το σκυλί παρόλο που το έδιωξες τόσες φορές, είναι ακόμα δίπλα σου και σε κοιτάει στα μάτια.

Στην πόρτα αλλάζει το παιχνίδι.
Έχεις να κάνεις με άνθρωπο.
Και στο bradefer κρίνεται το παιχνίδι:
Με τι άνθρωπο έχεις να κάνεις.





Βγήκα στο δρόμο μετά τη βροχή.
Μια Κυριακή ξημερώνει.
Καλημέρα λέω.
Την λέω κι ας πέσει κάτω.
Δεν θα προλάβει.
Ο σκύλος θα την κάνει μια χαψιά!





...

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Παροράματα




κείμενο του Eduardo Galeano από "Το βιβλίο των Εναγκαλισμών"

«Εκεί όπου η Παλαιά Διαθήκη λέει ό,τι λέει, ίσως θα έπρεπε να λέει ό,τι μου εξομολογήθηκε ο βασικός πρωταγωνιστής της:
Κρίμα που ο Αδάμ ήταν τόσο κούτσουρο. Κρίμα που η Εύα ήτανε τόσο κουφή. Και κρίμα που εγώ δεν κατάφερα να γίνω κατανοητός.
Ο Αδάμ και η Εύα ήταν τα πρώτα ανθρώπινα όντα που γεννιούνταν από το χέρι μου και παραδέχομαι ότι είχαν ορισμένα ελαττώματα δομής, συναρμογής και φινιρισμάτων. Εκείνοι δεν ήταν έτοιμοι ν’ ακούσουν ή να σκεφτούν.
Κι εγώ…, ε, πιθανώς εγώ δεν ήμουν έτοιμος να μιλήσω.
Πριν από τον Αδάμ και την Εύα δεν είχα μιλήσει ποτέ με κανέναν. Είχα προφέρει ωραίες φράσεις όπως το «Γεννηθήτω φως», αλλά πάντοτε κατά μόνας.
Έτσι όταν εκείνο το απόγευμα συναντήθηκα με τον Αδάμ και την Εύα, την ώρα που πνέει η αύρα, δεν υπήρξα πολύ ευφραδής. Μου έλειπε η εξάσκηση.

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν έκπληξη. Εκείνοι μόλις είχαν κλέψει τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου από το κέντρο του Παραδείσου. Ο Αδάμ είχε πάρει ύφος στρατηγού που λίγο πριν είχε καταθέσει το ξίφος του κι η Εύα κοίταζε το χώμα λες και μετρούσε μυρμήγκια. Ήταν όμως και οι δυο απίστευτα νέοι, όμορφοι κι ακτινοβόλοι. Με αιφνιδίασαν. Εγώ τους είχα πλάσει, αλλά δεν ήξερα ότι ο πηλός μπορούσε να φεγγοβολάει.
Κατόπιν το ομολογώ, ζήλεψα. Καθώς κανένας δεν μπορεί να μου δώσει διαταγές, αγνοώ την αξιοπρέπεια της ανυπακοής. Ούτε γίνεται να γνωρίζω την τόλμη του έρωτα που απαιτεί δύο. Πιστός στην αρχή της εξουσίας, συγκράτησα την επιθυμία μου να τους συγχαρώ, επειδή είχαν γίνει αιφνίδια σοφοί στα ανθρώπινα πάθη.
Τότε άρχισαν οι παρανοήσεις. Εκείνοι κατάλαβαν για πτώση όπου εγώ μίλησα για πτήση. Πίστεψαν ότι αν ένα αμάρτημα είναι προπατορικό, του αξίζει τιμωρία. Είπα ότι αμαρτάνει όποιος δεν αγαπάει, κατάλαβαν ότι αμαρτάνει όποιος αγαπάει. Όπου ανήγγειλα λειμώνα γιορτής, κατάλαβαν κοιλάδα δακρύων. Είπα ότι ο πόνος ήταν το άλας που νοστίμιζε την ανθρώπινη περιπέτεια: κατάλαβαν ότι, απονέμοντάς τους τη δόξα του να είναι θνητοί και τρελούτσικοι, τους καταδίκαζα. Όλα τα κατάλαβαν ανάποδα. Και τα πίστεψαν.

Εσχάτως έχω προβλήματα αϋπνίας. Εδώ και μερικές χιλιετίες ταλαιπωρούμαι ώσπου να με πάρει ο ύπνος. Και μ’ αρέσει να κοιμάμαι, μ’ αρέσει πολύ επειδή, όταν κοιμάμαι ονειρεύομαι. Γίνομαι τότε ερωμένος ή ερωμένη, καίγομαι στη φευγαλέα φωτιά των διαττόντων ερώτων, είμαι πλανόδιος κωμικός, ψαράς στο ανοιχτό πέλαγος ή τσιγγάνα που λέει τη μοίρα, καταβροχθίζω ως και τα φύλλα του απαγορευμένου δέντρου και πίνω και χορεύω, ώσπου να κυλιστώ στο έδαφος…
Άμα ξυπνάω, είμαι μόνος. Δεν έχω με ποιόν να παίξω, επειδή οι άγγελοι με παίρνουν πολύ στα σοβαρά, ούτε ποιόν να ποθήσω. Είμαι καταδικασμένος να ποθώ τον εαυτό μου. Πλανιέμαι από άστρο σε άστρο, βαριεστώντας στο κενό σύμπαν. Αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. Γεννήθηκα μόνος, είμαι μόνος, μόνος εις τους αιώνες των αιώνων.»

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

DUX
























Κι εκεί που χάζευα κι αναπολούσα στους αιθέρες, ήρθε ένα σύννεφο και πήρε όλες τις λέξεις μου μαζί του.
Δεν είχα τίποτα να πω.
Σσσσς…..σιωπή… απόλυτη ησυχία.
Κι ύστερα έφερε ο ουρανός από μακριά, τρία μαύρα αέρινα στολίδια.
Και καθώς είδα καθαρότερα, τρία γράμματα ήταν.
Ένα Έψιλον, ένα Σίγμα κι ένα Ύψιλον.
Κρύφτηκαν πίσω από έναν ανεμόμυλο, κι ύστερα, εμφανίστηκες…!

Πάνω σ’ ένα άλογο κουρασμένο μα επίμονο που σ’ αγαπούσε τόσο.
Με μια ασπίδα κι ένα δόρυ, προχώρησες αποφασιστικά προς το μέρος μου.
Τα βήματα αργά και σταθερά.
Δεν ήξερα αν απειλούμαι ή ανασταίνομαι.
Σημάδι πρωτόγνωρο κι αιώνιο στο κορμί, ένιωσα το περίγραμμά του στην αρχή να ταράζει όλο μου το παρελθόν.
Κι όλες οι ακατοίκητες λέξεις μου να σβήνονται για πάντα. Στ’ αληθινά αυτή τη φορά.
Κι ύστερα το περίγραμμα γέμισε με τη μορφή σου. Γεμάτος πια και συ μπροστά στα μάτια μου. Να με κοιτάζεις.

-"Χαιρετώ την αγαπητή μου Δουλτσινέα. Αφέντρα της καρδιάς μου. Διατάζω να με αφήσει να την πάρω μαζί μου"….θα έγραφε η λεζάντα πάνω απ’ τα κεφάλια μας…


Σε κοίταξα κι εγώ. Σε καλωσόρισα στον κόσμο μου. Και είπα ένα ΝΑΙ. Απλώς, είπα ένα ΝΑΙ! Κι ήταν το πιο αποφασιστικό ΝΑΙ που’ χα πει ποτέ.
Κι έτσι κι έγινε…
Είσαι εσύ. Θα ήθελα να είσαι εσύ. Θα σε κάνω να είσαι εσύ. Αυτός ο ταλαιπωρημένος από των παθών τα λάθη και των λαθών τα πάθη, ιππότης, που θα συνυπάρξουμε, δια βίου.





Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Un Mondo Difficile!

Agapiti mou Maroulia Hola! Que tal?

Etsi, se skeftomoun poly simera kai eipa na sou grapsw. Ante na kataferw kai fetos na ethw pros ta kei!
Evlepa kai to videaki apo Barcelona "UN MONDO DIFFICILE" sto palio sou to spitaki, tote pou xeligothikame sto xoro kai xamogelousa me ta niata mas kai tin omorfia mas. OXI oXI den niwthw akrivws oti megalwsa alla niwthw oti exasa tin elpida kai mou ti spaei auto.
(ithela na sto steilw alla einai megalo to atimo kai den to xwraei sto mail)
Varethika na perimenw. Den thelw na perimenw tipota. Thelw na euxaristiemai me auta pou exw. Na ta ektimisw akoma pio poly kai na pane na gamithoume oloi!

genika niwthw oti "exw tou kwlou mou to xava"
Kai o,ti prospatheia epikoinwnias kanw me antrwpous pou den me xeroun toulaxiston panw apo 10 xronia... paei strafi...

Einai meres autokritikis. Einai meres pou paleuw na kratisw ton eauto mou se ena axioprepes epipedo gia na min kleisw pali patzouria kai fwta...
Oxi mi fovasai, den tha to kanw to gamimeno!
Alla niwthw na to paleuw, den vgainei apo mono tou.

H sezon xekinaei, i ekthesi pige eutixws kala, lefta den exw katholou prepei na strwsw ton kwlo mou kai na to rixw sti douleia kai na min me apasxolei tipota allo.
Aurio xekinaw xoro kai ispanika. Etsi, na gemisw tis meres mou gia na mporesw na min skeftomai kai na fortizw apo ola auta pou thelw na kanw.

Oi anthrwpoi leme polla logia. Logia logia logia logia... kamia praxi. Tipota. Ola mesa sto mualo. Ki epeidi einai sto mialo nomizoume ki olas pws ola auta pou leme tha ta kanoume.Varethika na uposxomai kai na mou uposxontai kai telika na epistrefoume sto kavoukaki mas animporoi na kanoume mikres prospatheies na tirisoume ola auta ta logia.

Ti skata exoume pathei re pousti mou?? Wraio diavazetai auto sta greeklish ti les? Xaxa!!!

San to zombie kai gw anamenw sta eiserxomena tou mail kapoia epikoinwnia. Mi me rwtas me poion i poious, den exei simasia. To thema einai oti auto exei ginei sxedon arrwsteia kai enw to xerw, to xava mou.
to paleuw ki auto mi nomizeis . Alla einai auto pou sou elega parapanw. To paleuw ki epeidi to paleuw nomizw oti kati ginetai ki olas. Malakies. Opws oi prezakides...olo lene lene lene oti nai tha ta kataferoun, nai... to niwthoun, to vlepoun na ginetai tin alli mera ton allo mina, na katharisoun kai na sinexisoun ti zoi tous. Kai etsi... pernaei i mera kala! Gematoi apo thelisi gia kati pou den tha kataferoun pote!

Telika oi alloi mas trelainoun. Den pisteuw oti mporei kaneis na trelathei apo monos tou. Ektos an milame gia xontri pathisi...
Kai auto mou ti spaei.
Tha mou peis, trava pigaine s ena vouno kali mou kai vres kai mia spilia kai xwsou mesa kai vres to noima tis zois. (ti? den einai to potami? Thimasai ekeino to anekdoto? xaxa!!)

Re file de goustarw spilia. Giati kai otan tha paw...tha staniarw ki epeita tha thelw na epistrepsw edw na kanw ola auta pou mou aresoun, tha xw vrei ti dunami kai tha goustarw.
Ela omws pou kovw kai to kefali mou pws sta idia tha katalixw epeita apo tin foveri sumvoli twn agapitwn sunanthrwpwn mou. Kai...xana mana spilia! kai ante ftou ki ap tin arxi.

Tha me varethei kai mena to noima tis zois kai tha ginei kanenas seismos kai tha pesei i spilia na me plakwsei apo tin axaristia mou.

Enas filos mou o Fwtis ( oxi autos pou xereis) mou pe kapote.
"Stamata na skeftesai re poulaki mou epitelous. Stamata! Tha sou pw mia istoria. Htan kapote enas monaxos, zouse se ena psilo vouno mesa se mia spilia kai eixe trigurw tou ta zoa tou, ta ktimata tou klp.
Mia mera emfanizetai mprosta tou mia morfi, pes kati san tzini. Kai tou leei... me to etsi thelw, den zitaw tipota allo apo sena para mono na mou dineis douleia na kanw oli mera ki egw tha se prostateuw. An den mou dineis douleia tote tha se faw!
Ti na kanei o monaxos, tromagmenos me to tipaki pou tou skase ap to pouthe tou leei ENTAXEI.
E, tin prwti mera xipnaei to prwi tou leei, tha xehortariaseis edw trigurw gi arxi. Entaxei leei to gamwtzini. Xekinaei , se 3 wres exei teleiwsei. Dwse mou douleia! Dwse mou douleia!
ti na kanei o monaxos, tou leei, trava pigaine kai mazepse ksila kai meta pigaine sto potami kai fere nero. Tsoup, mesa se 2 wres eixe teleiwsei. Dwse mou douleia dwse mou douleia tha se faw!
Ti na kanei o monaxos, vlastimage apo mesa tou, ante pigaine kai taise ta zoa. Tsoup! Se misi writsa, ta xe taisei kai ta zoa! Dwse mou douleia, dwse mou douleia! Tha se faw!
O gerontas den eixe ti allo na tou dwsei. Skeptotan skeptotan, kratouse mia magoura , tin karfwnei me dunami sto xwma exw ap ti spilia kai tou leeι: Tha pigaineis panw katw panw katw panw katw panw katw stin magoura, ki otan egw tha sou pw tha stamatiseis. mpike sti spilia kai sinexise ti zoi tou irema kai...xwris kamia skepsi na tou trivelizei to kefali..."

Auto...

Etsi loipon agapiti mou fili. Makari na mporousame na valoume tis skepseis mas n anevokatevainoun panw katw panw katw stin magoura kai OTAN mono OTAN emeis pragmatika tha theloume tote mono na to leitourgoume to rimadi. Na min mas orizoun oi skepseis mas.

Alla...eipame, noimon on o anthrwpos vazei ta xerakia tou kai vgazei ta matakia tou.

Loipon se kourasa vradiatika. Se afinw. Dwse filia ston agapimeno sou kai sto plasmataki pou xeis stin agkalia sou, kai mathe tou ola auta ta omorfa pou xereis.
Auto to plasmataki, sta sigoura glukeia mou einai apo mono tou mia elpida sta xeria sou.

Kalinixta!



Y.G. Panta s' agapw

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Ασφαλής Συνήθεια




Κι έτσι συνέβη άθελά τους.
Πήραν μαζί στη σκέψη τους η μια μορφή την άλλη και χωρίστηκαν ειρηνικά.


Τι μεγαλείο!


Να 'χεις επτά φωτιές αναμμένες μπροστά σου
και ν' ανάβεις το τσιγάρο σου με τον αναπτήρα.



Ασφαλής συνήθεια.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Υπ' ατμόν




Σε περίπτωση που χαθώ
Παρακαλώ επιστρέψτε με στο σώμα μου.

Το μυαλό είναι για να ονειρεύεται,
η καρδιά για ν’ αγαπάει,
και τα λόγια για να μοιράζονται.

Μη μου στερείτε τον εαυτό μου.




Καλό φθινόπωρο…

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

και οι σκέψεις μας, σαν υπόσχεση, προχωρούν μαζί




-------------------
-------------------
-------------------
-------------------
-------------------
-------------------
-------------------
--------------------------------------
------------------
-------------------
-------------------
-------------------
-------------------
-------------------
-------------------
-------------------
-------------------
...συναντιούνται και συνεχίζουν
ο καθένας τον δρόμο του
ανεβαίνουν κατεβαίνουν
μπαίνουν βγαίνουν
υπόσχονται...


εκεί που κατευθύνεσαι
εκεί θα φτάσεις



σε ποιο δωμάτιο μπορώ να κλειδώσω τον εγωισμό μου και να έρθω πλάι σου;
Και συ, πλάι μου



μόνο όταν η κατεύθυνσή μας είναι η ίδια;




πόση αγάπη χρειάζεται, ξέρεις;







εγώ ξέρω;









θα συνεχίσω








και συ θα συνεχίσεις






με την ψευδαίσθηση πως αν γυρίσεις να κοιτάξεις πλάι σου
θα είμαι εδώ...












είσαι εδώ;



Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Έλα να μου δέσεις τα κορδόνιααα!




Δεκατέσσερα χρόνια πέρασαν.
Κι έτσι σήμερα κάθισα στον καναπέ απέναντι απ’ την πόρτα και περίμενα να την ανοίξεις και να μπεις. Ν’ αφήσεις τα παπούτσια σου στο μικρό δωματιάκι, να με κοιτάξεις και να μου χαμογελάσεις.
Να καθίσεις πλάι μου, ν ‘ανάψεις ένα άφιλτρο και ν’ αρχίσω να σου λέω.
Να μιλήσω απλά και να σου πω πως…έζησα πολλά.
Πως ο χρόνος παρόλο που δεν τον προλάβαινα, πήρε ως συνήθως την μορφή του γιατρουδάκου με τη λευκή του ρόμπα. Και πάνω της, λογιών λογιών γραμμένες ιστορίες. Πολύχρωμες κι ασπρόμαυρες. Ηλιόλουστες ή συννεφιασμένες.
Την έπλενα, την σιδέρωνα και ξανά μανά του τη φόραγα και πέρναγαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια κι η ζωή.
Έμαθα πως ο πόνος με ανέβαζε σκαλοπάτια. Όσο πιο πολύς ήτανε τόσο πιο εύκολα τον ημέρευα. Δεν έδινα καμία σημασία στις γρατζουνιές. Μονάχα στο βλέμμα μου οι φίλοι οι αληθινοί ξεχώριζαν αν θα ‘πρεπε να λυπούνται ή να χαίρονται για μένα.
Και πόση ανακούφιση μου χάρισαν που λίγες ήταν οι φορές που λυπήθηκαν…

Ήθελα να σου πω πως έπιασα τη ζωή στα χέρια μου και την έπλασα. Κι ακόμα την πλάθω, και θα συνεχίσω να την πλάθω, όσο τα χέρια μου βαστάνε ένα κομμάτι γης. Αγάπησα τα τέσσερα στοιχεία της ανεπανάληπτης φύσης που μου χαρίστηκε.
Γη Νερό Φωτιά Αέρας κι ας ήθελες εσύ από πάντα να την βγάλω στα πανεπιστήμια και να μπλέξω με τη φιλοσοφία…
Όλη η φιλοσοφία γραμμένη στα τέσσερα αυτά στοιχεία είναι.
Και το ξέρεις καλά.
Εύπλαστος ο πηλός, εύπλαστη κι η ζωή. Τα λάθη άλλοτε διορθώνονται κι άλλοτε παραμένουν λάθη. Μα… το ’μαθα καλά και γω πως απ’ τα λάθη πάλι ανεβαίνω σκαλοπάτια.

Πόνος και λάθη λοιπόν…

Κι ήθελα να σου πω και για την αγάπη. Περήφανος να ‘ σαι που αγαπώ τόσο πολύ.
Τα πάντα με αγάπη τα κοιτώ. Μονάχα στο βλέμμα μου οι φίλοι μου οι αληθινοί ξεχωρίζουν αν θα ’πρεπε να δίνομαι και ν’ αγαπώ τόσο ανεξέλεγκτα μα καθώς με τόση αγάπη με κοιτούν κι αυτοί, καταλαβαίνω…ναι…πως χάρισμα μεγάλο είναι κι ας οδηγεί κάποιες φορές σε πόνο και σε λάθη. Είναι που οι άνθρωποι πολλές φορές δεν την αντέχουν τόση αγάπη…

Πόνος, λάθη και αγάπη λοιπόν.

Παράπονο δεν έχω. Αγαπήθηκα και γω πολύ μα… ήθελα ακόμα να σου πω και για τους έρωτες. Αχ αυτοί οι έρωτες! Δεν θα μας φτάσει η νύχτα να σου εξιστορήσω! Το μελανό σημείο στη ρόμπα του χρόνου! Λήστευαν την αγάπη μου και δεν ήσουν εδώ να σε ρωτήσω αν αξίζει να πορεύεται κανείς σκορπώντας την καρδούλα του φύλλο και φτερό. Μα καθώς μεγάλωνα έμαθα τη λέξη «ανιδιοτέλεια», κι έτσι ησύχασα. Το ’λεγε κι η μαμά εξάλλου από μικρή πως έχω καρδιά αγκινάρα… Κι ας οδηγούσε ξανά στον πόνο και στα λάθη η βαρυστομαχιά. Κι έτσι ανέβαινα και πάλι σκαλοπάτια βιαστικά που κάμποσες φορές έτρωγα και τα μούτρα μου αλλά…είπαμε, ο πόνος βάζει ρόδες στα δυό του όμικρον και κυλάει προς τον παράδεισο.

Πόνος, λάθη, αγάπη, κι έρωτας λοιπόν.

Κι ήθελα να σου πω…
Κι ήθελα να σου πω και για τον αγώνα, για τον φόβο, για τις αξίες, για τις ιδέες, για την αισιοδοξία, για την γαλήνη.
Κι ήθελα να σου πω…για το σπίτι στο νησί, για το σκύλο μου, για ένα βιβλίο που διάβασα, για το ποίημα σου που βρήκα σ’ ένα τετράδιο.
Κι ήθελα…να σου μαγειρέψω, να τραγουδήσουμε, να απαγγείλουμε, να μεθύσουμε μια μέρα μαζί.


Πόνος, λάθη, αγάπη, έρωτας, θέλω λοιπόν…

Είσαι ακόμα εδώ;
Είσαι.
Πάντα είσαι.
Βάλε τα παπούτσια σου.
Πες πως φεύγεις.
Δεν θέλω να ’ρθω μαζί σου.


Μόνο που να…μια λέξη μου’ χει λείψει να φωνάζω.
Όταν τη φωνάζω καμιά φορά, έτσι για…πλάκα…μέσα στο σπίτι, αυτόματα ξαναγίνομαι μικρό παιδί, έφηβη, κόρη.




«Η κόρη μου» έλεγες, και άστραφταν τα μάτια σου!




Απότομο τέλος, δεν νομίζεις…;

Κι ας συνεχίζεται η ιστορία…
Tα δύσκολα γίνονται εύκολα και τα εύκολα γίνονται δύσκολα.
Εύπλαστη η ζωή ε;
Κι ο θάνατος ανεπανάληπτος! Για σένα.
Για μένα, ο ίδιος θάνατος ξημέρωνε κάθε πρωί που άνοιγα τα μάτια μου.
Η απώλεια στην καθημερινότητα πόσο διαφέρει.
Μα έρχεται είπαμε ο γιατρουδάκος ο χρόνος… σε βάζει να σκύψεις μόνος σου να δέσεις τα κορδόνια σου. (Πόσοι κόμποι στην αρχή...)

Δεκατέσσερα χρόνια πέρασαν.
Και πήραν κι έδωσαν κι άφησαν.





Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Άκου, θάλασσα...





Θα σου διαβάσω θάλασσα το δειλινό
Θα σου διαβάσω για το άπλετο κενό σου που προσποιείται ένα βάθος.
Θα σου διαβάσω παρέα μ’ ένα επαναλαμβανόμενο πείσμα, μουσική επένδυση
ο αέναος κυματισμός σου, εις τους αιώνες των αιώνων.
Οι λέξεις αερίζονται, σκορπίζονται τις παίρνει η αλμύρα.
Ποιος λεξοθραύστης τις ακούει ;

Αράδες στις αράδες εδώ μέσα, στου τυπωμένου κόσμου τα ασπρόμαυρα
παφλάζουν λέξεις που μιλούν για ένα όνειρο.
Και θέλουν, θάλασσα, να σου το πω…

Λέει πως ήταν κάποτε μια σάρκα με οστά, ταγμένη στο απέραντο,
στο ατελείωτο, στο αχανές , στο παντού και στο πάντα.
Και λέει πάλι, πως ήταν και μια έννοια ταγμένη κι αυτή στο ακαθόριστο, στο υποκειμενικό, στο άϋλο, ναυαγισμένη έννοια, σανίδα σωτηρίας γι’ αυτήν, μόνον εκείνος που θα την ερμήνευε με μία μόνο λέξη.

«Ζητείται σάρκα και οστά να ξεστομίσει αυτή τη λέξη.»

Κανείς. Κανένας δεν απάντησε σ’ αυτή την αγγελία.
Μόνο η σιωπή.

Η σιωπή… τις ωραιότερες χαρίζει απαντήσεις.
Και κάτι αποσιωπητικά την κάνουν να ελπίζει.
Πως κάτι θα ειπωθεί μετά για να την αναστήσει.
Κι αν άλλη μια σιωπή της απαντήσει.
Διάλογος οι σιωπές πυροβολώντας αποσιωπητικά…
Θ’ αποσιωπήσουν.
Θ’ αφήσουν χώρο στον ήχο των κυμάτων σου.
Να υπενθυμίζεις, πως σιωπή δεν θα υπάρξει ποτέ.
Απόλυτη, μουγκή…

Κι ένα καΐκι για ρολόι να διασχίζει τον χρόνο.


Για πες μου θάλασσα…
Με χρόνια με καιρούς ταξιδευτής ο Οδυσσέας, μόνη του ανάγκη να επιστρέψει στην Ιθάκη. Κάτι σαν όνειρο που θα έβγαινε στ’ αλήθεια.
Ο ήρωας πάντα τα καταφέρνει μα…για πες μου θάλασσα…τέτοια τρομάρα που ’νιωσε όταν αγκυροβόλησε, δεν ένιωσε κανείς!
Μα…δεν ήταν για να κάνει πίσω. Ήταν μόνο που έδωσε στον εαυτό του το δικαίωμα για λίγα δευτερόλεπτα να κλείσει ταπεινά ένα κεφάλαιο της ζωής του.

Λίγο πριν συναντήσει τους μνηστήρες…και την πιστή Πηνελόπη…




…δεν συνεχίζεται.



Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

H ανάγκη του σεληνόφωτος




Είσαι εκεί…
Τόσο ψηλά. Κι αν δεν μπορέσω ποτέ να σε φτάσω, μπορώ ακόμα να σε χορταίνω κοιτώντας σε.
Μια ανυποψίαστη ανάγκη να με γεμίσεις με φως . Να με αγκαλιάσεις με θέρμη καθώς άλλη μια νύχτα απέναντι από τα φώτα της πόλης στέκομαι και τα κοιτώ. Στέκεσαι και συ λίγο πιο πάνω και χαρίζεις ένα φωτεινό στίγμα ελπίδας στον νυχτερινό καμβά της ύπαρξης.
Ναι… Το μόνο που θέλω, είναι να με γεμίζεις.
Το μόνο που θέλω είναι να μου κρατάς συντροφιά.
Το μόνο που θέλω είναι να χαμηλώνεις ευγενικά δίνοντας χώρο να διαβεί η επόμενη μέρα μου.
Το μόνο που θέλω είναι να μου δίνεις ραντεβού κάθε βραδάκι στο μπαλκόνι.
Το μόνο που θέλω…είδες…το μόνο που θέλω…δεν είναι μόνο ένα…
Είναι δυο τρία πραγματάκια που θέλω να κάνεις για μένα.
Έτσι…για να μην πάψω να σ’ αγαπώ.

Πόσες φορές σε λάτρεψα.
Πόσες φορές σε αναζήτησα στις ξαστεριές.
Πόσες φορές σεληνιάστηκα και σε συγχώρεσα για την επιρροή του υγρού στοιχείου μέσα στα σωθικά μου που το’ φερες πάνω κάτω.
Πόσες φορές…

Φώτισέ με κι απόψε να κοιμηθώ ύπνο γλυκό.
Χάρισέ μου λίγο απ’ το ανεπαίσθητο φως σου.

Αν δεν υπήρχες… πόσο άδειες θα’ ταν οι νύχτες μου.
Αν δεν υπήρχες πόσα ποιήματα δεν θα’ χαν καν γεννηθεί.
Αν δεν υπήρχες…

Μα υπάρχεις.
Υπάρχεις φεγγαράκι μου λαμπρό.
Από τότε που δεν ήξερα ούτε καν πρόσθεση.
Υπήρχες. Στα παραμύθια που μου διάβαζαν το βράδυ για να κοιμηθώ.
Υπήρχες…

Κλείνω τα μάτια και η αχνοφεγγιά σου εξακολουθεί να με φωτίζει εκεί ανάμεσα απ’ τα δυο μου βλέφαρα.
Τ’ ανοιγοκλείνω νωχελικά. Σαν τις γάτες λίγο πριν βυθιστούν στον ψεύτικο ύπνο τους.
«Να με πάρεις μακριά. Να με πας σε άλλα μέρη».

Εκεί που ο νυχτερινός ορίζοντας είναι μόνο για λίγους. Για εκλεκτούς.
Εκεί που χαρίζεις λίγα περισσότερα από τα μυστικά σου.
Εκεί που δύεις μέσα στη θάλασσα κι όχι πίσω απ’ τις πολυκατοικίες.
Εκεί που αναδύεσαι μέσα από τη θάλασσα κι όχι πάνω από κεραίες τηλεόρασης.
Εκεί που φέγγεις λόφους και πλαγιές, πέτρες και βράχους κι όχι μονοπάτια χιλιοπερπατημένα.
Εκεί θέλω να με πας απόψε στα όνειρά μου.
Κι αν μου κάνεις αυτή τη χάρη, σου υπόσχομαι πως σε λίγες μέρες θα’ ρθω να σε βρω, εκεί…που απόψε θα με πας.

Καληνύχτα

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Kαι είδα...




Kαι είδα, τον ήλιο αλλιώτικο
Και το φεγγάρι πιο ζεστό.
Τις θάλασσες που ανοίχτηκα, πιο ήμερες.
Και τα βουνά που πέρασα πιο απλωμένα.

Και είδα, τους ανθρώπους πιο χαμογελαστούς.
Και τα πλακόστρωτα πιο ξασπρισμένα.
Τους χωματόδρομους που πορεύτηκα πιο πατημένους.
Και τους περίπατους που έκανα πιο περπατημένους.

Και είδα τους ορίζοντες πιο ανοιχτούς.
Και τα σύννεφα πιο ανάλαφρα.
Τους ανέμους που με φύσηξαν πιο αέρινους.
Και τη φωτιά που με ζέστανε πιο ήρεμη.

Και είδα τις λέξεις πιο γνώριμες.
Και τις έννοιες πιο κατανοητές.
Τα γράμματα που έγραψα πιο ουσιώδη.
Και τα τετράδια που γέμισα πιο λυτρωτικά.

Και είδα και σένα πιο θνητό.
Και τους θεούς πιο σιωπηλούς.
Τα όνειρα που με ξύπνησαν, πιο γλυκά.
Και την καινούρια μέρα πιο όμορφη.

Και είδα και μένα πιο καλά.
Και την ψυχή μου πιο κοντά.
Τις σκέψεις που με γέμισαν πιο καθαρές.
Και τη ζωή μου πιο εύκολη.

Και είδα πως μπορώ κι έτσι να βλέπω
Μέσα από τα μάτια μου τα κουρασμένα.
Και είδα πως αυτή η οπτική
Μου δίνει μια άλλη προοπτική.
Να συνεχίζω απλά κι ωραία.
Να συνεχίΖΩ…