Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Aπό το + στο x Κι από το x στο +








+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++ xxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxx


Yφαίνοντας διαβάσεις
Η μοίρα διευκόλυνε τον δρόμο μου.
Μου πε… «Ακόμα κι αν δεν ξέρεις που πηγαίνεις, πάντα θα υπάρχει ένα μικρό κομμάτι γης που θα μπορέσεις να περάσεις λίγο πιο εύκολα, από τη μια μεριά στην άλλη…»
Στα σταυροδρόμια του μυαλού, ευχήθηκα να αγναντέψω από ψηλά τις τέσσερις πορείες. Κι απόρησα πόσες φορές αυτοί που σταύρωνα και ψήφιζα για γνώριμους συμμάχους μου, στις μοίρες που μου στρέψανε κατεύθυνση, ένα μεγάλο Χ στο τέλος έβαλα.
Μα οι τέσσερις γραμμές, όπως κι αν ήτανε, ήταν εκεί…

Στο κέντρο τώρα βρίσκομαι και περιστρέφομαι.
Πάντα ένας κύκλος αγκαλιάζει τις στιγμές μου.
Εγώ, που ήμουν πριν εκεί .
Κι εκεί που ήμουν πριν εγώ.
Ζαλίστηκα…
Το ένστικτο διαλέγει πάντα έναν δρόμο.
Κι ο δρόμος πορεία γίνεται για να μου αποκαλύψει αν το λάθος και το σωστό μπορεί να συνυπάρξει.
Και πως συμβαίνει πάντοτε, να συνυπάρχει…
Πως γίνεται πάντα μα πάντα αυτό που απέρριψα ενστικτωδώς να απλώνεται εμπρός μου, χαρίζοντάς μου άλλη μια ευκαιρία, το Χ να το μεταμορφώσω και πάλι σε ακέραιο σταυροδρόμι.
Υφαίνοντας διαβάσεις…
Η μύτη του διαβήτη ναν τα θέλω μου
Και η πένα, η ζωή μου.


Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Σκια(γράφοντας)




Πόσα πάρε δώσε με τη σκιά σου.
Σαν μια ρωγμή του εαυτού σου στη γη της ουτοπίας.
Σαν ένα μαύρο κενό περίγραμμα της ουσίας σου κομμένο με ψαλίδι.
Σαν την πιο βαθιά αντίθεση της υπαρξής σου.

Πόσοι και πόσοι δε μίλησαν γι’ αυτήν.
Κι άλλοι τόσοι που κουβέντα ανοίξανε μαζί της.
Κι αν βγάλανε άκρη, μη με ρωτάς.
Ο καθένας νταραβερίζεται αλλιώτικα με τη σκοτεινή πλευρά του.

Εγώ, κάπου τη χάνω…
Κάπου τη βρίσκω…
Κι όταν νομίζω πως μόνη μου είμαι, όλο και κάπου κάτι κινείται πλάι μου.
Στη ρουφηξιά του τσιγάρου μου καπνίζει και κείνη.
Στο ξύσιμο του κεφαλιού μου, σκέφτεται περισσότερο από μένα.

Κι όταν φυσά, τα μαλλιά της παίρνουνε αέρα.
Κι όταν ακίνητη χαζεύω απέναντι το κενό μου κι ένα δάκρυ πλησιάζει στη γούβα, στο κάτω μέρος των ματιών, αγκαλιά με κρατάει πισώπλατα ν’ αντέξω.

Μην της το πεις…
Μα κάπου τη ζηλεύω…
Κάνει ό,τι κάνω…
Και γω, τι κάνω;
Καλά εσύ , ευχαριστώ!

Σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου έξι σκιές περιμένουν την έβδομη να ξυπνήσει.
Κι η έβδομη κρυμμένη στα σεντόνια.
Κοιμισμένη σ’ ένα όνειρο που δεν χόρτασε ακόμα.

Βλέπεις έξω απ’ το παράθυρο όλους τους υγιείς να τρέχουν στις δουλειές τους.
Με τις σκιές του βιαστικές να τους προλάβουν.
Δέκα και δέκα το ρολόι.
Η σκιά στο δέκα της ώρας και εσύ στο δέκα των λεπτών.

Ξύπνα!

Σ’ ένα χωριό σ’ ένα νησί με άφησε το κτελ ένα πρωί το καλοκαίρι.
Μπουκαμβίλιες φούξια στόλιζαν τα λευκά σπιτάκια του.
Και κάτι γάτες τεντωνόντουσαν στα πλακόστρωτα.
Είχα καιρό να κοιταχτώ σ’ ένα καθρέφτη.
Ισορροπούσα στο πεζούλι. Δεξιά η θάλασσα κι αριστερά η ζωή μου.
Κι ο ήλιος καθρέφτισε τη στιγμή μου.
Ένα σακίδιο στον ώμο κι άλλο ένα στο στήθος.
Ζυγιάζοντας τα βάρη.
Κι οι προσδοκίες ισορροπούσαν κι αυτές τάχα μου αμέριμνες.

Σε περίμενα να έρθεις να με πάρεις απ’ τον κοντινό χωριό.
Κι έριξα και μια βουτιά στη θάλασσα για να περάσει η ώρα.

Σ’ ένα σακίδιο μαζέψαμε τις διακοπές μας και να τες τώρα εδώ δίπλα στο τζάκι.
Περιμένουν να τις βάλω φωτιά.

Ξύπνα!

Ότι έχουμε να κάψουμε θα το κάψουμε.
Κι όσο είναι να καούμε θα καούμε.

Είτε το θέλουμε είτε όχι.
Η σκιά ακολουθεί.
Σε ένα μαύρο τόσο γνώριμο.
Σε μια ομορφιά τόσο λιτή.
Σε μια πίστη τόσο άπιαστη, όσο και η αγάπη.

Αγάπη…

Όπου και να την κρύψω αποκαλύπτεται.
Φορές φορές, τσαντίζομαι μαζί της.
Θέλω να την διώξω.
Θέλω να την καταχωνιάσω.
Σε μπαούλα.
Σε ντουλάπες.
Σε συρτάρια.
Στο ψυγείο.Στην αποθήκη…

Να τη θάψω στο χώμα.
Άραγε τι θα φύτρωνε, πες μου!

Εδώ στην άκρη του στόματος το’ χεις, αλλά δεν το λες…


Θα περιμένω…



Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

απαπα...




Παπαριές με ροδοπέταλα συνοδεύουν μια διάθεση νοηματικής αθυροστομίας.
Είναι κάτι σαν ανάγκη να βρεις μια καινούρια συνταγή που να βοηθάει στη χώνεψη.

Μπορεί το κρέας να είναι άνοστο ή μπαγιάτικο αλλά του προσθέτεις λογιών λογιών
μυρωδικά, μπαχάρια, τζίτζιλα και μίτζιλα, τρως τη μπουκιά και μέχρι να σου’ ρθει η απαίσια κρεατίλα το’ χεις καταπιεί και πληκτρολογείς ήδη τον αριθμό της πιτσαρίας. Ναι. Μια πίτσα μαργαρίτα είναι ό,τι πρέπει για τέτοιες στιγμές.
Μοιάζει με το κενό. Με το σχεδόν τίποτα. Με το που τη βλέπεις και πριν τη δοκιμάσεις αρχίζεις και φαντάζεσαι πάνω της ντομάτες χμ… ναι… πιπεριές…χμ… ναι…ναι, μανιτάρια… χμ…όχι… μήπως οικολογική…χμ… με ποια λογική αφού θα βγάλεις στην άκρη τα κρεμμύδια και τις ελιές και τα μανιτάρια…και…και...και… και θα μείνεις με μια διαλυμένη πίτσα στο χέρι.

Μαργαρίτα κα πάλι μαργαρίτα. Κομμάτι το κομμάτι, μ’ αγαπά – δε μ’ αγαπά και εύχεσαι να έχεις φουσκώσει σε ζυγό τρίγωνο.

Μ’ αγαπά; Ναι! Κέρδισες! Πάρε ένα πιτσάκι που λέμε και στο trivial.
Δε μ’ αγαπά; Πάρε τον πούλο, πάμε γι ‘ άλλη ερώτηση…

Πας καλά;
Και στην πίσω πλευρά της κάρτας η απάντηση.
Βέβαια το κακό με το μαραφέτι αυτό είναι ότι δεν έχει πίσω πλευρά.
Σελίδες κατεβαίνουν κατεβαίνουν κατεβαίνουν… αλλά ποτέ δεν γυρίζουν απ’ την πίσω πλευρά. ΠΟΤΕ!

Γι’ αυτό και πολλές φορές προσπαθείς να δεις πίσω απ’ τις λέξεις.
Μα στην προκειμένη το κείμενο μεταφράζεται σε ένα ψιλοχυδαίο ανούσιο πείραμα που στην πραγματικότητα είναι εμπνευσμένο απλά και μόνο από μια φωτογραφία που στο παρελθόν είχε προκαλέσει αρκετό γέλιο δεδομένης της κατάστασης στην οποία έλαβα χώρα.

…Έλαβε… χώρα.. βεβαίως βεβαίως!!!

«Ρεδεμπάμε καλάάάά….!» λέει η πίσω πλευρά στην μπροστά και τελειώνει η υπόθεση.
Ετσι απλά..!

Απλούστατα!