Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Το βαλς της συνήθειας

Ένα βήμα μπροστά
Δύο βήματα πίσω
Παραπατάς και βουτάς στην άρνηση

Τα παπούτσια λερωμένα απ’ την ερωμένη του τίποτα.
Κατάθλιψη την λέγανε μα τώρα μοιάζει με παραστρατημένη ανακούφιση.

Στο επόμενο βήμα ο τόνος θα είναι λίγο πιο δυνατός.
Αλλάζει η ώρα
Τα λεπτά μένουν ίδια
Ο χρόνος άλλοτε κερδίζει
Ο χρόνος άλλοτε χάνει


Ένα βήμα μπροστά
Δύο βήματα πίσω
Στο σύνολο τρία
Παραπατάς και βουτάς στην αλήθεια

Τα παπούτσια λερωμένα απ’ τον εραστή της ανάγκης
Μια συνήθεια με βαθιές ρίζες στα άδυτα του παραλόγου

Πώς να κλαδέψεις κάτω απ’ τη γη;

Ένα βήμα μπροστά
Δύο βήματα πίσω
Τι κι αν στο τέλος φτάσεις πάλι στο ίδιο κάπου.
Το κάπου και το κάποτε, εσύ μόνο γνωρίζεις πως υπήρξαν στ’ αλήθεια…

…Με μια αβεβαιότητα παραμάσχαλα.
Κι αρχίζει να σ’ αρέσει!

Σαν ένα χαμόγελο
Που έσκασε τελικά στα γέλια!



Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Κύπρο μου για ένα γέλιο σου...

Γύρισα προχθές…
Το μυαλό και η καρδιά ακόμα εκεί…
«Καρκιάν» τη λένε την καρδιά κι «αγκάλην» την αγκάλη…
Και μας αγκάλιασαν σαν να’ μασταν μικρά παιδιά…
Και μας συγκίνησαν τα λόγια και οι ματιές.
«Μάδκια» τα λεν τα μάτια, «παλάδκια» τα παλάτια…

Επίσκεψη και συμμετοχή στο 2ο Πανκύπριο Φεστιβάλ Κεραμικής στη Λάρνακα.
Μέσα στο κάστρο, πλαι στη θάλασσα στήσαμε τα καμίνια.
Πάλι έπαιξα με το χώμα το νερό, τη φωτιά και τον αέρα.
Υψώθηκαν πάλι τα κανάτια…
Υψώθηκε και η αγάπη βαλμένη σε κάθε κόκκο άμμου.
Υψώθηκε κι ένα κατακκόκινο φεγγάρι βγαλμένο μέσ’ απ’ τη θάλασσα.
Κάποιες ματιές εξερευνούσαν πάνω μας την διάθεση την «Ελληνική»…
Μα εγώ τους έλεγα πως είμαι απ’ την Αθήνα, όχι απ’ την Ελλάδα.

Ήξερα για την Κύπρο ό,τι ξέρει κάποιος που λέει πως γνωρίζει τα στοιχειώδη.
Ήξερα για τα κατεχώμενα, μα όταν την πρώτη μέρα κοίταξα τον χάρτη…
Μπερδεύτηκα…

Και τι είναι όλες αυτές οι διακεκομμένες;
Λίγο από δω…
Λίγο από κει…
Σε μια στεριά πεταμένη στη θάλασσα σαν ένα ΣΠΛΑΤΣ, σύνορα πέταξε ο ουρανός να χωρίζουν το παράλογο από τη λογική και να ορίζουν την παράνοια…

Μέχρι που…κατάλαβα…
Κατάλαβα, γιατί τα μάτια μου είδαν…

Μα άργησαν…
Την τελευταία μέρα ύστερα από γλέντια, τραγούδια και χορούς, ύστερα από ένα ξενύχτι που ‘λεγες να μην τελειώσει, ξυπνήσαμε σχεδόν μεθυσμένοι, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για την Αμμόχωστο.

Οδηγός μας ο Βάσος, μας φόρτωσε στο τζιπάκι πέντε άνθρωποι μαζί κι αυτός και πήραμε τον δρόμο…
Πριν ακόμα πλησιάσουμε τα σύνορα για τον έλεγχο των διαβατηρίων μου κόπηκε το χασμουρητό απότομα.
Όταν στ’ αριστερά του δρόμου ένα καταπράσινο κομμάτι γης με αμπέλια, διακοπτόταν απότομα και πίσω του συρματοπλέγματα…και πιο πίσω ένα φυλάκιο…και πιο πίσω ένα χωριό εγκαταλελειμμένο…

Δεν είπα τίποτα γιατί δεν έβρισκα τα λόγια, μόνο φαντάστηκα μες το μυαλό μου τη διαφορά της λέξης ζωντανό και νεκρό.
Πόσο κατάχλωμη η ζωή χωρίς ανθρώπους σ’ ένα χωριό που κάποτε ξυπνούσαν κι άνοιγαν τα παράθυρα στο φως της μέρας.
Σκεφτόμουν τα αδέσποτα. Ελεύθερα να περνούν τα σύνορα χωρίς να δείχνουν διαβατήριο. Σκεφτόμουν τα φαντάσματα, να στήνουν πανηγύρια κάθε που έπεφτε το φως…

Κι ύστερα ο έλεγχος…
Στον πηγαιμό ούτε καν μας έψαξαν τ’ αυτοκίνητο.
Ο Βάσος πήγαινε τουλάχιστον μια φορά το μήνα στην Αμμόχωστο…
Είχαν βαρεθεί να τον βλέπουν… Τον ξέρανε πια στα σύνορα.

Εκεί γεννήθηκε… Εκεί μεγάλωσε…

Φτάσαμε.
Μπήκαμε σε κάτι στενά στα προάστια της πόλης. Τα σπίτια αχούρια…
«Την βλέπετε εκείνη την μπλε πόρτα;
Εκεί μέσα γεννήθηκα»…
Τώρα απλωμένα ρούχα σε σκοινιά…
Βάζει μπρος να φύγει…
«Δεν θέλω να ενοχλήσουμε κανέναν».

Διασχίσαμε κάτι στενάκια. Μας έλεγε για την πρώτη του αγάπη. Έπαιρνε το ποδήλατο και πήγαινε κάθε απόγευμα έξω απ’ το σπίτι της κι εκείνη του χάριζε γιασεμιά

Σκεφτόμουνα τον Βάσο. Πως μες τα μάτια του ήταν γραμμένα όλα. Τέτοια καλοσύνη σπάνια βρίσκεις σε άνθρωπο.

Προχωρήσαμε προς την πόλη.
Στο σχολειό τα παιδιά είχαν διάλλειμα. Κρεμασμένα στα κάγκελα μας χαιρέτησαν.
Και πιο δίπλα…συρματοπλέγματα και ταμπέλες «απαγορεύεται η φωτογράφηση και η βιντεοσκόπηση».
Κάναμε πως κρύψαμε τις κάμερες και στα τυφλά προσπαθούσαμε κάτι να τραβήξουμε.

Πλησιάσαμε προς τη θάλασσα.
Ο Βάσος πάρκαρε και μας είπε: « Τώρα, θέλω να δείξετε ψυχραιμία και υπομονή… Είναι πολύ αυστηρά τα πράγματα με της φωτογραφήσεις…καλύτερα να μην επιχειρήσετε να προκαλέσετε. Και ιδίως με τους Έλληνες είναι πιο ζόρικοι… Κρατήστε τις εικόνες στο μυαλό σας…»

Το πρώτο βομβαρδισμένο κτίριο που είδαμε ήταν πολύ ψηλό. Φαινόταν το φρεάτιο του ασανσέρ. Μας είπε πως την ώρα του βομβαρδισμού ένας νέος ήταν μέσα κι ύστερα κρεμόταν εκεί ψηλά καρφωμένος σε κάτι σίδερα…

Προχωρήσαμε προς την παραλία.
Στην ευθεία μια καταγάλανη θάλασσα και στην πανέμορφη ακρογιαλιά ξαπλώστρες και θαλάσσια ποδήλατα.
Μα δεξιά…
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τι αντίκρισα…
Μια πόλη φάντασμα…
Χιλιόμετρα απλωμένη μέχρι εκεί που με το ζόρι έφτανε το μάτι.
Βαλμένη στα συρματοπλέγματα του παραλόγου.
Ερείπια…Βομβαρδισμένες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις και η μόνη ζωή…oι σκοποί μέσα στα φυλάκια...
Κοιτούσαν καλά καλά μήπως και σηκώσουμε τις φωτογραφικές μηχανές.


Κι ύστερα έλεγα για το χωριό που αντικρίσαμε πριν τα σύνορα…
Τώρα…; Τώρα τι να πω;
Μια πόλη νεκροταφείο κι ένας κόμπος στο λαιμό.

Διασχίσαμε την παραλία.
Αριστερά μου άστραφτε η θάλασσα και δεξιά μου όλη η απορία ξεχύλιζε μέσα σε μια εικόνα πρωτοειδωμένη.

Γιατί;
Και γιατί δεν κάνουν κάτι;
Και γιατί την έχουν έτσι;
Και εντάξει…έγινε ό,τι έγινε αλλά γιατί τα άφησαν όλα έτσι;
Πώς μπορούνε και ζούνε εδώ;

Όχι… δε ήξερα τίποτα τελικά…
Όχι… ιδέα δεν είχα…

Βάσο…γιατί;
«Μη με ρωτάς τίποτα… Δεν υπάρχει λογική…»

Κάποιοι κολυμπάνε και κάτι γέλια ακούγονται.
Μάθανε φαντάζομαι να ζουν με την εικόνα αυτή…
Γυρνάνε την πλάτη και μπαίνουν στη θάλασσα…
Μα εγώ τη θάλασσα δεν θέλω να τη βλέπω.
Την λυπάμαι που αγκαλιάζει το πιο γκρίζο τοπίο που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.

Φύγαμε…
Πήγαμε στην πόλη με το τζαμί και την αγορά και τα πλακόστρωτα. Ανεβήκαμε στα τείχη και είδαμε το λιμάνι και την πόλη φάντασμα από ψηλά.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο ξεκινώντας για το δρόμο της επιστροφής.

Σιωπή…
Ένα τραγούδι παίζει το ραδιόφωνο.
Ένας σκοπός στο φυλάκιο καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά σηκώνει το χέρι και μας χαιρετά…

Τι να σκέφτονται άραγε κι αυτοί…;
Άνθρωποι και άνθρωποι…
Μας χωρίζει μια μαλακία… σκέφτομαι εγώ…


Το βράδυ στο αεροδρόμιο.
Δύσκολοι αποχαιρετισμοί…
Κάτι σουβλιές δίνει η καρδιά στα μάτια και δεν μπορούν να κρατηθούν.
Είναι η αγκαλιά του Βάσου… Είναι η πόλη φάντασμα που στοίχειωσε το μυαλό μου…

Απογείωση… από μια αλήθεια που έφτασα πιο κοντά της.
Προσγείωση… στη ζωούλα μου που με περιμένει να την συνεχίσω…







































Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Πατόκορφη πτώση


Ανάδυση στον πάτο…
Μιας από καιρού πορευόμενης πτώσης που έψαχνε τον πιο πάτο κι απ’ το κάτω και το πιο κάτω κι απ’ τον πάτο.
Στο ενδιάμεσο πάτωμα συναντούσε εμένα, εσένα, τον πάτο του άλλου και πάει λέγοντας…

Ο πάτος, κάποτε του είχαν πει, πως με ελατήριο μοιάζει. Κι αυτό το πήρε για παιχνίδι…
Όπως επίσης, του είχαν πει πως… «όταν δεν έχεις τίποτα, δεν έχεις και τίποτα να χάσεις» και πίστεψε πως δεν είχε τίποτα μωρέ…
…Όπως επίσης και πως… «ο χαμένος τα παίρνει όλα».

Από καιρό χαμένος σε μια ζωή γεμάτη, είχε ξεχάσει το άδειο τι σημαίνει κι αποφάσισε να φύγει.
Του άρεσε ν αδειάζει.
Γενικώς… να αδειάζει… Να αδειάζει τον άλλον από συναισθήματα, από υπομονή, από κατανόηση… Να αδειάζει τον ίδιο του τον εαυτό από σκέψεις, από εικόνες, από ομορφιές κι ασχήμιες.
Ήθελε να είναι κενός. Δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί με τίποτα στο τίποτα.

Φεύγοντας, το μόνο που νόμιζε πως πήρε μαζί του ήταν μια βαλίτσα.
Έβαλε μέσα δεκάδες ΔΕΝ ΘΕΛΩ και βούτηξε σ’ ένα ποτήρι για να ταξιδέψει αδειάζοντάς το κι αυτό ψάχνοντας τον πάτο, να τον εκσφενδονίσει ψηλά και να ξανακάνει βουτιά μέσα και ξανά μανά φτου κι απ’ την αρχή.

Πολλά τα πάνω κάτω και τα μπες βγες, μούσκεμα η ψυχή.
Το κινητό χτυπούσε στην τσέπη μα εκείνος άκουγε μόνο μπουρμπουλήθρες.

Ξαπλωμένος τέζα σε ένα πεζούλι νόμιζε πως κοίταζε τα αστεράκια κι είχε μπερδέψει τον πάτο του ποτηριού με τον πάτο του παπουτσιού, τον πάτο της θάλασσας με το ξεπάτωμα της κούρασης, όπως επίσης και την Πούλια με τον Αυγερινό.

Τίποτα δεν έλαμπε τόσο πολύ εκείνη τη νύχτα όσο το ολοστρόγγυλο φεγγάρι, μα εκείνος επέμενε πως έβλεπε τον Αυγερινό που «την είχε κάνει» απ΄ την αυγή και απομακρυνόταν για τον γαλαξία που είχε συναντήσει στο προηγούμενο ταξίδι του με ωτοστόπ ψάχνοντας την Πούλια.

Ναι… είχε χάσει το δρόμο του, του είπε ένας περαστικός που του θύμιζε τον Wall-E.
Νόμιζε μάλιστα πως του πήρε και τη βαλίτσα, αποσυμπίεσε τον αέρα απ’ όλα τα ΔΕΝ ΘΕΛΩ του, τα κράτησε, κι ύστερα του την πέταξε στο κεφάλι.

Βαρύ κεφάλι, μα σκληρό σαν καρύδι. Κι είχε μπερδέψει την καρδιά με την καρυδιά και το προσόν με το ποσόν.

Ήταν βλέπεις πιο εύκολο να κατανοήσει την ατέλεια από μια τελεία και παύλα που θα ‘πρεπε να ‘χε βάλει καιρό τώρα.

Τώρα γυμνός νομίζει πως είναι 2008 λεύγες κάτω από τη θάλασσα του παραλόγου. Κοντεύει να πνιγεί.
Δεν του ‘μεινε ανάσα…
Το κινητό του στην τσέπη, βγάζει ακόμα μπουρμπουλήθρες. Μια ηχώ φτάνει στ’ αφτιά του.
Είναι η σειρήνα. Όχι αυτή που απαρνήθηκε την ουρά της για τον έρωτα…
Αυτή που αναβοσβήνει και φωνάζει: ΘΕΛΩ-ΔΕΝ ΘΕΛΩ-ΘΕΛΩ-ΔΕΝ ΘΕΛΩ -ΘΕΛΩ-ΔΕΝ ΘΕΛΩ… να σωθείς…
ΘΕΛΩ να θέλεις σωθείς


Θέλεις;
-ΔΕΝ ΘΕΛΩ-θέλω-ΔΕΝ ΘΕΛΩ -θέλω-ΔΕΝ ΘΕΛΩ

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ!!!!!

-ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ δεν μπορώ…. Της μόδας τόσο πολύ η έκφραση «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ» Δεν υπάρχει αυτό… και ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ εκείνο και το άλλο και τα παράλο…που ΟΛΑ υπάρχουν μόνο το ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ… Δεν υπάρχει αυτή η λέξη!


Θέλεις;

/\/\/\/\/\/\/\/\/\/\MW/\M..........._-----_____-----_____------______--------






Δεκατέσσερις δεκάτου του δύο χιλιάδες οχτώ.

Σήμερα ξέρω πως τίποτα δεν θα είναι όπως χθες.
Σήμερα ξέρω πως τίποτα δεν θα είναι όπως αύριο.



«Καλό ταξίδι στα χρυσά σου παραμύθια…»

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Ανάκριση

Και ρωτάει η αλήθεια…
-Ήσουν εσύ που έπαιζες μαζί μου;
Μου άλλαζες ρούχα, μου ανοιγόκλεινες τα χέρια;

Μου φόραγες ψηλά τακούνια;
Μου χτένιζες τα μαλλιά;
Πού και πού μ’ εριχνες στο κρεβάτι με τον John-John. Τον έβαζες από πάνω μου γιατί έτσι είχες δει στην τηλεόραση πως κάνουν αυτοί που στο τέλος μένουν μαζί για πάντα. Ένα φιλί και… the end… the happy end…Κι ύστερα μ’ έβαζες στο καλάθι με τα παιχνίδια...
























Και ρωτάει η αλήθεια…
-Ήσουν εσύ που μόνο με αγκάλιαζες και χαμογελούσες;

Με είχες για μωρό σου; Έλιωνες ασπιρίνες κι έκανες πως με ταΐζεις;
Σήκωνες το φουστάνι μου κι έβλεπες το βρακί μου και χασκογελούσες;
…Κι ύστερα σου κρατούσα συντροφιά το βράδυ πλάι στο κομοδίνο...



Και ρωτάει η αλήθεια…
-Ήσουν εσύ που όταν μ’ έβλεπες το μυαλουδάκι σου ταξίδευε;
Έμπαινες σ’ ένα αυτοκίνητο, άνοιγες το παράθυρο κι έβγαζες το κεφάλι απ’ έξω.
Ο αέρας σε φύσαγε και έπαιρνε τα μαλλιά σου. Και μύριζες τις μυρωδιές του κόσμου. Δεν σκέφτηκες ποτέ αν θα φτάσεις κάπου… Μόνο ταξίδευες…




Και ρωτάει η αλήθεια…
Ταυτίστηκες ποτέ με αυτό το προσωπάκι;
Και σκέφτεσαι το παγωτό που σου’ πεσε απ’ τα χέρια. Τον εμετό που έκανες μες τ’ αυτοκίνητο γιατί πιο πριν είχες φάει 20 βατόμουρα. Ή… τότε που σε μάλωσε για πρώτη φορά η μαμά σου και ήθελες τόσα να της πεις μα δεν μίλαγες ακόμα.









Και ρωτάει η αλήθεια... Είσαι εσύ;


Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

Eίσαι ακόμα εδώ και με χορεύεις?


Σχήματα τα αισθήματα.
Τα συναισθήματα διανύουν καμπύλες
γλύφοντας τα τοιχώματα της ουσίας με ηδονικές
φαντασιόπληκτες αναδρομικές διακυμάνσεις.

Δυσνόητες έννοιες εγκεφαλικής δυσλειτουργικής υπερδιέγερσης.

Πριν προλάβεις να πεις «κιχ», μια κραυγή έχει ήδη πνιγεί
και σε καλωσορίζει σε μια ουτοπική απεικόνιση
μιας συγκεκριμένης πλασματικής πραγματικότητας.

Δύο πλάσματα στον πληθυντικό.
Κι ένα, κρυμμένο κάτω απ’ το πάπλωμα ενός
πρωτοσκεπασμένου φθινοπωρινού ύπνου.

Κρυώνω
Δεν κρυώνω
Κρυώνω
Δεν κρυώνω

Κρυώνω, τόσο, όσο να σκεπάζομαι
με το παράθυρο ανοιχτό,
σε μια μπόρα που ξέφυγε
απ’ το ξέσπασμα και πνίγεται…

σε μια εποχή, που μπερδεύεται…
Το καλοκαίρι αντιμέτωπο με το κακοκαίρι.




Είσαι ακόμα εδώ;


Σου είπα, φύγε!

Και συ ξεσκέπαστος κουρνιάζεις
σε μια αγκαλιά που σου καλύπτει μόνο την ανασφάλεια.
Κατά τα’ άλλα, παγωμένα τα πόδια σου
παραμυθιάζονται, χάριν μιας ζεστής καρδιάς.

Το θέρος κολύμπησε αρκετά τρεις μήνες τώρα.
Μακροβούτεια συνάντηση με την ανακοπή μιας καρδιάς
που χτυπούσε σε παλμούς καύσωνα.


Μη με ξεχνάς.
Δεν γιατρεύονται τα χιλιοστά της ταλαιπωρημένης αρρωστιάρικης απόγνωσης.

Δώσ’ μου ένα κενό να πάρω ανάσα.
Πλημμύρισε η ύπαρξη με σκέψεις καλές.
Πολέμησε την φρέσκια εντύπωση πως κάτι τρέχει πλάι στο νερό.
Κάτι αληθινό. Ρέει…


Ποιος σου χάρισε να χαραμίσεις μια ζωή;
Ποιανού περίσσευε η υπερβολή και την ξεπούλησε κοψοχρονιά;


Πες μου…
Είσαι εδώ;
Είσαι αλλού;

Πού είσαι;

Εγώ, ακόμα σ’ αγαπώ.
Πρωτόγνωρη αγάπη. Σαν και πρώτα.

Που το μισό, νιώθει το άλλο το μισό
να πλησιάζει.