Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Μαργαρίτες του Σεπτέμβρη

Δεν βρίσκω λόγια μα δε με νοιάζει.
Παρέα με τον Ξυλούρη και τον Καζαντζάκη, με χάρτινα καμίνια και RAKU σε ροκανίδια.
Και τσαμπιά σταφύλια και κατσικάκι και ρακή

και πινέλα και χρώματα και αισθήματα που σου θυμίζουν
πως μπορεί φορές φορές να ερμηνευτεί τόσο εύκολα η λέξη ευτυχία.

Ναι, το ξεστομίζω!
Ευτυχία!

Ευτυχία που δεν έχει να κάνει με άνθρωπο αλλά με ανθρώπους.

«Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περσσότερα»

«Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί»

Ναι. Θα γίνουμε πιο απλοί επιτέλους.
Και ναι! «Αύριο θα λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη»

Έτσι θα λέμε πια.
Ναι!
«Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο»

«-Τι έπαθε το δάχτυλό σου Ζορμπά; φώναξα.
-Τίποτα! αποκρίθηκε, πειραγμένος που δεν χάρηκα όσο έπρεπε τα δελφίνια.
-Σου το πήρε καμιά μηχανή; επέμεινα.
-Τι μηχανή κάθεσαι και λες; To’ κοψα μονάχος μου!
-Μονάχος σου; Γιατί;
-Πού να καταλάβεις ελόγου σου, αφεντικό! είπε σηκώνοντας τους ώμους.
Σου είπα πως όλες τις τέχνες τις πέρασα. Μια φορά το λοιπόν έκανα και τον κανατά.
Την αγαπούσα την τέχνη αυτή σαν παλαβός.
Ξέρεις τι θα πει να πιάνεις ένα σβώλο λάσπη και να κάνεις ό,τι θες; Φρρρ! ο τροχός, κι η λάσπη στρουφογυρίζει σα δαιμονισμένη και συ από πάνω της και λες: θα κάμω κανάτι, θα κάμω πιάτο, θα κάμω λυχνάρι, θα κάμω διάολο!
Αυτό θα πει να’ σαι άνθρωπος σου λέω: ελευτερία!

Είχε ξεχάσει τη θάλασσα, δε δάγκανε πια το λεμόνι, το μάτι του ξεθόλωσε.

-Λοιπόν; ρώτησα. Και το δάχτυλο;
-Να, μ’ εμπόδιζε στον τροχό. Έμπαινε στη μέση και μου χαλούσε τα σχέδια.
Άρπαξα λοιπόν και γω μια μέρα το σκεπάρνι…»


(Νίκος Καζαντζάκης – Ζορμπάς σ.29)



«Κι ο πατέρας μου στον Άδη άκουσε μια τουφεκιά»

Ναι! Είναι γιατί με νιώθει από κει. Την ψυχή μου να ξεβράζει ευτυχία!

Καΐκι είναι. Ικάριο και Καρπάθιο ρεύμα! Αλλάζει ο καιρός και λες: ωχ γαμώτο μου αλλάζει ο καιρός; Όχι! Είσαι εκεί και τον συμμερίζεσαι. Τον κάνεις φίλο σου τον καιρό!
Δεν κάθεσαι. Σηκώνεσαι απάνω!
Ξαγρυπνάς γλιτώνοντάς σε!
Κι έτσι… υψώνεται το πυθάρι.

Δύναμη θέλει! Στα χέρια και στην ψυχή!
Στην ψυχή και στα χέρια!

Φτιάξτε γύρω μου ένα καμίνι να καώ, ν’ αναστηθώ!
Σε μια μαντινάδα να γίνω στίχος.
Ν’ αρπάξει τα’ ανάθεμα!

Κρήτη-Κύπρος-Γαλλία-Μάλτα-Βέλγιο…

«Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου, γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα, το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα…»

«Χαμογελάμε»!

«Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να’ ναι κι από αίμα»

«Αυτόν τον κόσμο τον καλό, άλλοι τον καρτεράνε… Σκέψου φίλε μου, την ώρα που θα φεύγεις…»


Όταν έχεις ένα κομμάτι πηλό στα χέρια σου, ποτέ δεν νιώθεις μόνος…

«Πιάνω χώμα πιο χοντρό, που φτιάνουν τα σταμνιά και τα κανάτια και πλάθω χωριάτες και χωριάτισσες, δούλους και δούλες, κι ευτύς οι ξαδιάντροποι κουνούν τα χέρια τους, τα πόδια τους, τα νεφρά τους και θεν να ζευγαρώσουν.
Ας ζευγαρώσουν, χώμα έχουμε, νερό έχουμε, ας ζυμώσουμε και καλεσμένους, ας ξεσπάσει απόψε, για να περάσει η ώρα.

Μεγάλο πανηγύρι στην ερημιά!»

(Νίκος Καζαντζάκης - Τραγωδίες, Βούδας σ. 447)




Μεγάάάλο πανηγύρι, σου λέω!!!


































































































Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Κάτι κινείται πίσω από κείνη τη σιωπή



Νιώθει σαν το μικρό παιδάκι που έχει πιεί το αμίλητο νερό.
Με τα χέρια στις τσέπες και το ένα φρύδι σηκωμένο.
Τα χείλη σφιγμένα και λίγο σουφρωμένα.

Αέρας από κει μέσα θέλει να βγει σε λέξεις.
Μα ψάχνει να τις βρει.

Ανάμεσα σ’ ένα μακροβούτι χωμένος μέσα στον ορίζοντα της θάλασσας

και σ’ ένα κατακόκκινο ηλιοβασίλεμα μπέρδεψε την αλήθεια με την πραγματικότητα.




Η αλήθεια είναι ότι είναι καλά, μα στην πραγματικότητα δεν αισθάνεται καλά.

Πραγματικά ήταν πολύ χαρούμενος αυτό το καλοκαίρι.

Μα αλήθεια, πόσο πιο χαρούμενος θα μπορούσε να είναι στην πραγματικότητα…





Η αλήθεια μπορεί να κρύβεται.
Αλλά δεν χάνεται.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι κατοικεί μέσα του.


Η πραγματικότητα συμβαίνει.
Συμβαδίζει με τα γεγονότα έτσι όπως τα φέρνει ο χρόνος και η στιγμή.



Στην πραγματικότητα παίρνει θέση μέσα σε μια ασπρόμαυρη σκακιέρα.
Μα η αλήθεια του, είναι τα χρώματα που βλέπει ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο.

Εκεί του αρέσει να είναι.






Έχει μια πληγή. Κατακόκκινη.
Δεν λέει να κλείσει μα τη φροντίζει κάθε μέρα.

Έχει και πλαστικά χρώματα.
Τα βασικά. Έχει και νερό έχει και πινέλα.
Έχει και οντουλέ χαρτί σε ρολό.
Κόβει όσο θέλει, όποτε θέλει.

Ζωγράφισε αρκετές φορές αυτό το καλοκαίρι.

Έφτιαξε χρώματα.

























Έχει και μια εργαλειοθήκη.
Πριόνισε και λίγο, κάρφωσε, βίδωσε.



Είναι αλήθεια ότι επισκέφτηκε για πρώτη φορά ένα δενδρόσπιτο.
Ακουμπισμένο πάνω σε μια βελανιδιά 350 ετών.

Είναι αλήθεια ότι θα ήθελε πολύ να μείνει λίγες μέρες εκεί.
Στην πραγματικότητα κάθισε εκεί απ΄το μεσημέρι μέχρι το σούρουπο.



Δυο τετράχρονες φίλες έπαιζαν τους καπετάνιους κι αυτός ήταν ο ταξιδιώτης.


Στην πραγματικότητα θα ήθελε να σαλπάρουν για το νησί που βρισκόταν η αγάπη του.


Μα στ' αλήθεια είναι χαρούμενος που κάθεται σε μια αιώρα στο κατάστρωμα του δενδρόσπιτου και οι καπετάνισσες του ετοιμάζουν ένα αόρατο γεύμα.






Αποβιβάστηκε σ’ ένα μεγάλο κτήμα.

Μίλησε με την γαλοπούλα και θαύμασε τις φραγκόκοτες.
Ήταν αλήθεια ότι χάρηκε που μάζεψε σύκα απ’ τη συκιά και αχλάδια από την αχλαδιά και σταφύλια από τ’ αμπέλι κι έτρωγε μέχρι να σκάσει.



Περιδρόμιαζε ώσπου να φτάσει στην χόρταση.
Το αόρατο γεύμα είχε χορτάσει μόνο μια ιδέα.
...Πως μπορούσε να παίξει ακόμα με τα τετράχρονα κορίτσια.
Όρμησε σε μια φέτα καρπούζι κι έφτυνε τα κουκούτσια στο χώμα.
Και τα κορίτσια χασκογελούσαν και του ζητούσαν να το ξανακάνει.




Κι εκείνος το ξανάκανε…
Και το ξανάκανε… Και το ξανάκανε…


Μα στην πραγματικότητα…δεν ήταν εκεί.


Σ’ ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο του μυαλού έχει μπει.






Έχει επιστρέψει στην αλήθεια του.



Νιώθει σαν το μικρό παιδάκι που έχει πιεί το αμίλητο νερό.
Με τα χέρια στις τσέπες και το ένα φρύδι σηκωμένο.
Τα χείλη σφιγμένα και λίγο σουφρωμένα.

Αέρας από κει μέσα θέλει να βγει σε λέξεις.


Μα ψάχνει να τις βρει.




Ακόμα…





Κάτι κινείται πίσω από κείνη τη σιωπή. Κάτι που ετοιμάζεται να κάνει Φτού Ξελευθερία!