Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

30 φύγε κι 1 έλα.


φωτογραφία: Μανώλης Τσάφος



Φύγε!
Απ’ το παντού μου φύγε!!!
Από το μυαλό, την καρδιά την κατακόκκινη φύγε!!!
Από τις λέξεις μου φύγε!!!

Παραλήρημα ολάκερο το πακετάκι.
Το άνοιξα πριν καιρό και είδα μέσα του.
Είδα πως πουθενά δεν βγάζει.
Ένα πακέτο τσιγάρα μόνο αφημένο πάνω στο τραπέζι να μου θυμίζει ότι ήσουν κάποτε εδώ.
Φύγε!!!
Ψευδαίσθηση ο έρωτας ο ακατονόμαστος με τις χίλιες λακούβες γεμάτες με αλκοόλ.

Έλα ξεμέθυστος να μου τα πεις.
Αλλιώς...φύγε!!!

Δεν ελέγχεται. Δεν ορίζεται. Δεν μπαίνει σε λόγια. Δεν ονομάζεται.
ΔΕΝ…

Φύγε!!!

Χθες ήταν αλλιώς…
Σήμερα είναι αλλιώς..
Αύριο θα είναι αλλιώς…

Μια λακκούβα σ’ ένα ποτήρι.
Ένα ψεύτικο σύννεφο πυρκαγιάς.
Ψυχαναγκαστική προσγείωση στην απουσία.
Τα φτερά μου μπήκανε στο πλύσιμο.
Και ένα αεράκι να μου θυμίζει πως κάπου κοντά βρίσκεσαι.

Σε μυρίζω.
Σε πίνω.
Σε μισώ.
Σ’ αγαπώ.


Δεν φεύγεις με τίποτα.
Φεύγω εγώ…
Στο τίποτα…


Στο πάντα.

Πόσο τίποτα φαντάζει το πάντα χωρίς εσένα στη σκέψη μου.

Κενό.
Αναγκαστική αρχή μιας συνέχειας που την φοβάμαι.
Μα το εγώ μου δεν με αφήνει να σε πάρω στα σοβαρά.

Πάλι μαλακία έκανες, μου λέει.
Για να δικαιολογηθεί.
Για να ξενερώσει.
Για να συνεχίσει.

Ίσως, σε μια άλλη ζωή. Όλα να ήταν αλλιώτικα.
Το αλλιώτικο μακριά σου δεν συμπεριλαμβάνει την αλήθεια.
Μα η αλήθεια μου δίπλα σου ανοίγει τα φτερά.
Μόνο δίπλα σου.

Και συ…
Ακόμα ψάχνεις κάπου να πιστέψεις.

Είμαι λιώμα, το παραδέχομαι.
Μα… και ξενέρωτη σ’ αγαπώ ακόμα περισσότερο από τώρα.
Τώρα σε μισώ.
Τώρα σε πίνω.
Τώρα…τώρα κατάφερες να μου αποσπάσεις ένα δάκρυ που μέρες βασανίζει τα τσίνορα.

Φύγε!!!
Πέσε κάτω παλιοδάκρυ!

Κι όταν θα φτάσεις στο μάγουλο, κι ύστερα πλάι στο στόμα, μια χαψιά θα σε κάνω, θα ξέρω πως ίδιο κι απαράλλακτο με τη γεύση της θάλασσας θα’ σαι.

Με πνίγεις.
Με πνίγεις.
Με πνίγεις.


Η αγαπημένη Κική λέει… "Και είσαι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί στο πάνω πάνω ράφι που δεν φτάνω… "

Το έφτασα. Με κόπο. Το γεύτηκα. Μέθυσα. Εύκολα. Ο φελλός, ακόμα εδώ. Κι οι εικόνες στον πάτο.
Το έφτασα μια μέρα που η ομορφιά γιόρταζε και φόραγε τα καλά της.

Επιπλέω… Σώνομαι. Σημαδούρα η πίστη πως… δεν μπορεί… κάπου, κάπως, κάποτε,
μέσα σ’ ένα όνειρο θα σε αγγίξω. Θα σε φιλήσω. Θα σε κρατήσω σφιχτά στην αγκαλιά μου. Κα θα είσαι εκεί. Μόνον εκεί.
Θα είσαι εδώ. Δίπλα μου, μέσα μου, παντού μου.

Πρέπει να σ’ εμπιστεύονται αυτοί που εξαπατάς.
Να εθίζονται μαζί σου.
Για να μπορείς ακόμα και αν φεύγεις μακριά τους, να ξυπνάς και να κοιμάσαι με τη βεβαιότητα ότι μες την καρδιά τους και το μυαλό τους, σου παρέχουν ενοικιαζόμενα δωμάτια, για να μπορείς να επιστρέφεις.

Κι αντί για νοίκι, τους πληρώνεις με χρόνο.

Μέσα στην καρδιά μου έχω ένα δωμάτιο για σένα.
Είναι το μόνο που απέμεινε.
Τη βρίσκω να μ’ εξαπατάς, να με κατοικείς.
Τη βρίσκω να επιστρέφεις…

Φύγε!!!
Όχι!!!
Φύγε!!!
Όχι, μη φεύγεις!!!!


Θα φύγω εγώ…
Για λίγο…


Αντέχω να σε αντέχω.

Έτσι όπως είσαι. Έτσι σ’ αγαπώ. Έτσι σε μισώ. Έτσι…

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Mπές!

Πώς ορίζεται ο χρόνος στην τελική ευθεία;
Βλέπει το τέλος να έρχεται και φορτσάρει ή καθυστερεί για να χωρέσει κι άλλα μέσα του μέχρι το τέρμα;

Οριοθετημένη χαοτική πορεία προς κάτι που τελειώνει μα δεν τελειώνει ποτέ.
Η ευθεία συνεχίζεται και πέρα απ’ το τέρμα.

Δυό βδομάδες έμειναν περίπου.
Διορία συμπυκνωμένη για να γίνει ένα ΤΣΑΦ! Και να στηθεί ένα όνειρο που άρχισα να το βλέπω τον Ιανουάριο.

Ένα δωμάτιο, σ’ ένα νησί με περιμένει να το κάνω δικό μου για ένα μήνα.
Εκεί θα στήσω τα κομμάτια μου σε κοινή θέα.
Θα τα μοιραστώ…
Θα τα πουλήσω…

Ενοικιαζόμενα δωμάτια του μυαλού.
Εκεί που μπαίνεις, όταν το «εδώ» δεν είναι αρκετό.

Πόσο ν’ αξίζουν άραγε;


Ένα κλειστό τσουβάλι με λάσπη ανοίγει.
Πλάθονται οι σκέψεις και γεννιούνται καινούριες.
Κάποτε λες πως τελειώνουν…στεγνώνουν…αφυδατώνονται…

Στο μεταξύ…φίλοι, στιγμές και μουσική.
Αγουροξυπνημένα ραντεβού με τα κομμάτια μου στο εργαστήριο.
Βουβοί διάλογοι πνιγμένοι πότε στην ανασφάλεια πότε στην σιγουριά.
Χρώματα…
Το ωραιότερο παιχνίδι του κόσμου!
Πυροχρώματα συνοδεύουν τις λέξεις.

Βάζω στον φούρνο τα κομμάτια μου, τα καίω.
Στο μεταξύ, κρασάκι και τσουγκρίσματα, γέλια μπλεγμένα με αγωνίες.
Καμιά συναυλία, βόλτες με το σκύλο.
Η απομόνωση φλερτάρει με την κατάθλιψη και η ένταση με μια κρυμμένη ευτυχία.
Άγχος και απάθεια. Τσίτα και λυτρωτικές παθιασμένες στιγμές απέναντι σ’ ένα κομμάτι του εαυτού που πλέον μπορείς να το αγγίξεις.

Η θερμοκρασία ανεβαίνει. Πυρώνουν οι στιγμές βολεμένες στο φούρνο με προσοχή.
Η θερμοκρασία κατεβαίνει. Στους εκατό βαθμούς περίπου ανοίγω το φούρνο με λαχτάρα.

Έζησαν τα κομμάτια μου ή έσπασαν κομμάτια;

Κάποια ζουν και προχωράμε.
Κάποια άλλα με ρωγμές ανοίγουν διάλογο.

Έτσι θα με αφήσεις;
Δοκίμασε ξανά. Ξανά. Ξανά.
Λέω να δοκιμάσω λίγο ακόμα.
Ο χρόνος κυλά.
Είναι αυτός που τώρα θέλω να καθυστερήσει.

Χμ… οι ρωγμές.
Ταιριάζουν. Χωράνε κι αυτές στο δωμάτιο.

Ζωγραφίζω ρωγμές εκεί που υποψιάζομαι ότι θα δημιουργηθούν.
Ρωγμές κλαδιά.
Μ’ ένα φυλλαράκι να ανθίζει όπως αυτό που περιμένω με αγωνία να βγει στην κλαδεμένη ελιά στο μπαλκόνι.

Όσα ζήσανε τα πακετάρω καλά και τα πάω στο νησί.
Ταξιδάκι με το καράβι. ‘Όχι, δεν βουλιάζει.

Μεταφορά υπολοίπων. Αποτυπώματα σκέψεων. Γέννα.

Σας έφερα για να σας εκθέσω στον κοσμάκη τον περαστικό και σε φίλους.
Αυτοί είναι που φοβάμαι περισσότερο.
Ποτέ δεν κράταγα απόσταση ασφαλείας. Ούτε και τώρα.
Πριν μπουν θα τους κοιτάξω. Κι όταν θα βγουν, θα τους κοιτάξω πάλι…
Άραγε είδανε πως εκεί μέσα είναι πλασμένοι όλοι τους;


Η ντροπή μου χτυπάει την πόρτα.

«Καλά δεν ντρέπεσαι;» μου λέει.

Αναρωτιέμαι ακόμα…

Σκέφτομαι τον κόσμο.
Περάστε κόσμε!

Έναν καθρέφτη θα’ χω εκεί μέσα.
Κι από κάτω ένα αναλόγιο μ’ ένα τετράδιο.
Και θα ζητήσω και γω κάτι να πάρω πίσω.

«Ποιο ήταν το τελευταίο δωμάτιο του μυαλού που μπήκατε»;
Μια στιγμή θα ζητήσω απ’ τον καθένα.
Να’ χω γι’ αντάλλαγμα, να ισορροπεί η ντροπή.

Πέρασε κόσμε!
Μπες!


Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

Κλαδεύοντας το μέγα έλαιός μας



Καλοκαιράκι. Ζέστη και σκάει ο Τζίτζικας!
Κάτι ξεχασμένα τριζόνια ακούγονται όταν η κίνηση στο δρόμο σταματά.

Γιορτάσαμε απόψε τον καλό καιρό που θυμίζει το πέρσι ένα χρόνο μετά.
Η ίδια παρέα. Στην ίδια βεράντα.
Πέρσι βλέπαμε την κορυφογραμμή της Πάρνηθας να φλέγεται. Φλεγόμασταν και μεις. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους.
Τα πάθη καταλαγιάσανε και φούντωσαν καινούρια, παρέα με μια επίγνωση μαύρου τοπίου και μέσα μας.
Είναι εκεί το καραφλό βουνό. Μέσα σε μιαν άκρη του μυαλού σαν κάποιο πόνο που’ χαμε, και ο χρόνος τον έφερε στα ίσια του.
Φύτρωσαν στιγμές και καινούρια πάθη.
Και κάποια άλλα, που δεν έφυγαν ποτέ. Λίγο κλάδεμα θέλουν για να βλαστήσει και πάλι η ματιά.

Σήμερα κλάδεψες την ελιά μου που ζητούσε βοήθεια!
Σ’ ευχαριστώ.
Κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο κοντά μου, ακόμα κι αν δεν είναι στην κάθε μέρα μου παρόντες. Ακόμα κι αν περνάει ο καιρός... πολύς καιρός...

Καμιά φορά αναρωτιέμαι μήπως είναι η ιδέα μου.
Μέρος της αθεράπευτα μοναδικής μανίας μου να βλέπω τα πράγματα
ρομαντικά στην ουσία τους.
Άνθρωποι.
Άνθρωποι με ανθρώπους και κουβέντες για εξωγήινους που δεν φοβόμαστε με τη μια να αρνηθούμε την ύπαρξη τους.
Άνθρωποι με ανθρώπους που όσο κι αν εγκλωβιζόμαστε στη μοναδικότητά μας μοιράζουμε στιγμιότυπα και γεγονότα που μας λυτρώνουν από την παράνοια της μοναξιάς μας.

Και…

δεν το ‘χω πάθει μόνο εγώ αυτό. Δεν το’ χω αισθανθεί μόνον εγώ. Δεν είναι μόνο στον δικό μου εγκέφαλο χαραγμένο σαν περιστατικό που μου άλλαξε όλη μου τη ζωή.

Συζητήσεις καραγκιόζηδων που ενσωματώνουν στην μεταμεσονύκτια παράσταση την επικαιρότητα μιας φευγαλέας σκέψης που έγινε κουβέντα κι ύστερα ανέκδοτο.

Συζητήσεις περί ματιάσματος …

Πενταψήφιος αριθμός τηλεφώνου. Στην αναμονή για ξεμάτιασμα.
Αν σαν μάτιασε γαλανομάτης πατήστε ένα.
Αν σας μάτιασε πρασινομάτης πατήστε δύο.
Και πάει λέγοντας…

Εγώ πιστεύω, εγώ δεν πιστεύω εγώ πιστεύω, εγώ δεν πιστεύω

Στο μάτι
Στους εξωγήινους
Στον θεό
Στο δωδεκάθεο
Στην αρχαία Ελλάδα
Στις κατακόμβες
Στις εκκλησίες που κτίστηκαν πάνω από αρχαίους ναούς…

Πίσω από την Πάρνηθα σκάνε τα ούφο.
Γείτονα! Ήρθανε!
Κόσμος τρέχει. Κι όπου βρίσκει τρύπα χώνεται μέσα. Υπόνομοι ανοιχτοί.

Σκατά!

Εσύ ακόμα κλαδεύεις.
Γυρνάς και μου λες πως έχεις ακούσει πως η ελιά πρέπει να κλαδεύεται τόσο, έτσι ώστε ανάμεσα απ΄ τα κλαδιά της να μπορεί να πετάξει ένα πουλί.

Και εσύ, άλλο «εσύ», μου λες πως έχεις αρχίσει να ανησυχείς που ποτέ δεν πίστευες πουθενά.

Και συ, τρίτο «εσύ», μου λες πως ο πατέρας σου είναι παπάς και πως έχεις μεγαλώσει με κάποια δεδομένα που άλλοι έπρεπε να ψάξουν για να τα ενστερνιστούν ενώ σε σένα αφομοιώθηκαν, και πως ύστερα το έριξες στη μαύρη μαγεία με αποτέλεσμα να σιχαθείς τον εαυτό σου και να τα παρατήσεις όλα τελικά παραμένοντας απλή χριστιανή γιατί…
Γιατί έτσι…

Κι εσύ, τέταρτο «εσύ», μου λες πως το αφεντικό σου πουλάει μούρη στους πελάτες του, πως φτιάχνει ιστοσελίδες στέλνοντάς τις σε κορυφαίους web designers στο εξωτερικό, ενώ κάθεσαι και τα κάνεις όλα μόνος σου δουλεύοντας απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ.

Τις προάλλες τον άκουγες που μίλαγε στο τηλέφωνο…
Ναι θα το στείλω σε έναν κινέζο σχεδιαστή!!

Ε, όχι και Κινέζο… τσίνησες και σκάσαμε στα γέλια…

Τέσσερα διαφορετικά ΕΣΥ είχα απέναντί μου και άλλο ένα… εγώ…

Πήραμε τις σκέψεις και τις κουβέντες μαζί μας και τραβάμε προς το σπίτι.

Η ελιά μου ανάσανε απόψε.
Ο σκύλος ξεπάστρεψε τα πεσμένα κλαδιά.
Το πιο αγαπημένο μου «εσύ», κοιτούσε τα φώτα της πόλης απέναντι και πίσω τους την Πάρνηθα, προσπαθώντας να πιστέψει κάπου.

Τα ούφο είχαν σβήσει τα φώτα.

Μια γαρδένια απέμεινε στη γλάστρα και ένα περγαμόντο πιο δίπλα. Κουμκουατιά τη λέω εγώ.

Και ερωτώ… που είσαστε τώρα; Πού είμαστε;
Ένα χρόνο μετά. Καλοκαιράκι.

Φέρτε μου ένα μαγικό χαλί να βολτάρω στα μυαλά σας.
Κι άλλο.
Κι άλλο…


Κι άλλο…..

Διαχωρίζοντας υπέροχα πλάσματα στα ζόρια της κάθε μέρας είμαι πάντα ανοιχτή και ακούω.

Πως βλέπουμε τον κόσμο ο καθένας;
Πόσα ξέρουμε;
Πόσα θέλουμε να μάθουμε;
Πόσο εύκολα πάμε κόντρα στο δεδομένο και πόσο το δεδομένο μας κάνει να
τραβήξουμε τον ακριβώς αντίθετο δρόμο αντί απλούστατα να βγάλουμε μια μεγάλη κραυγή κι ύστερα να σωπάσουμε κοιτάζοντας τ’ αστέρια.

Περιμένοντας ίσως ένα ούφο να έρθει να μας σώσει ή απλώς…

…να μας κρεμάσει κουδούνια και να αρχίσει να γελάει με γέλια τρανταχτά!

Άλλη μια μέρα ξημερώνει.