Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

ΣΚΡΑΤΣ!!!

------------------------------------------- ------------------------------------------?-------------------?---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------?---------------------------------------------------------------------------------------?------------------------------------------
-Τι έπαθες;
-Για μια στιγμή η μουσική σταμάτησε. Ένας δυνατός θόρυβος. Ένα ΣΚΡΑΤΣ!
Κι ύστερα, ξέχασα πώς να αγαπώ…

Πάει καιρός από τότε αλλά δεν το είχα καταλάβει.
Κάθε φορά που με παρασύρει η μελωδία, όλα τα συναισθήματα της αγάπης και του έρωτα έρχονται και με σκεπάζουν. Άλλοτε μου φέρνουν δάκρυα κι άλλοτε χαμόγελα. Μπαίνω στον ρυθμό, περπατάω με βήματα σίγουρα προς τα κει που με οδηγεί το γνωστό άγνωστο. Εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρη. Μα τα βήματα πάνε και πάνε και προσπερνάνε επιλογές σαν να χαζεύω σε βιτρίνες μέσα από μια πορεία πάνω σε ράγες.
Και κάποτε φτάνω, πλησιάζω τουλάχιστον… Κι εκεί, ένας δυνατός θόρυβος. Ένα ΣΚΡΑΤΣ!
Κι ύστερα, ξεχνάω πως ν’ αγαπώ…


Και πως γίνεται να απαγορεύσω στον εαυτό μου να με ρωτήσει… «γιατί;»
Δεν γίνεται… Με ρωτάει και τότε ψάχνω να βρω μια σωστή απάντηση για να μην τον απογοητεύσω. Με ξέρει τόσο καλά, πώς να τον πλανέψω, πώς να του φορτώσω με άγνοια κάτι τόσο σημαντικό γι’ αυτόν…και για μένα.

Και ψάχνω, και ψάχνω μέσα μου μιαν απάντηση να με καλύψω. Να καλύψω το κενό της σαστισμένης μου αξιοπρέπειας.
Πώς γίνεται να ξεχνάω πώς να αγαπώ; Πως γίνεται να γυρίζω πάντα την πλάτη σε αυτό που ψάχνω για μια ζωή χρόνια τώρα. Να βρω ν’ αγαπώ.

Το κάθε ελάττωμα που θα πρέπει να αγαπήσω γυρνάει και με σκοτώνει. Και όχι εμένα… Το εγώ μου. Πώς να τιθασεύσω αυτό το ανήμερο θεριό, το εγώ;
Και το ίδιο αυτό το εγώ με έμαθε παράλληλα πως αν δεν καταφέρω να αγαπήσω τα ελαττώματα του άλλου, σημαίνει πως δεν αγαπώ αληθινά.
Και κει,
Ακούω το ΣΚΡΑΤΣ!

Και κει, η μουσική σταματά.
Και πρέπει να διαλέξω, αν πρέπει να παλέψω το εγώ και να του αποδείξω πως κάνει λάθος,
μα έτσι, και πάλι, η μουσική δεν ξεκινά.
Και πρέπει να διαλέξω, αν πλάνη είναι όλος ο δρόμος μέχρι εδώ.
Μα πάλι…η μουσική δεν ξεκινά. Πώς να διαλέξω κάτι τέτοιο;

Κι έπειτα, αφήνομαι.
Και η μουσική ξεκινά πάλι και με ταξιδεύει, και παίρνω ένα ρόλο.
Λέω… τώρα.. αγαπώ.

Μα παλεύω κάθε μέρα γι’ αυτό.





Ποιος σου είπε φίλε πως η αγάπη είναι εύκολο πράγμα;
Πως προσθέτεις στη ζωούλα σου έναν άνθρωπο, έτσι, απλά κι ωραία;

Και κει, ξεκινάει η αυτοψυχανάλυση.

Μήπως είναι γιατί ξέρεις να αγαπάς τελικά και δεν θες να προσθέσεις στη ζωή σου ό,τι να’ ναι; μου λέει το εγώ.
Ναι, ωραία, του λέω εγώ. Είναι σαν να μου λες πως ξέρω να αγαπώ αλλά δεν έχει υπάρξει ακόμα ο άνθρωπος, για να μπορέσει να επιβεβαιωθεί αυτό.
Όλοι αυτοί που έφυγαν με έμαθαν καλά να φεύγω. Ξέρω πιο πολύ να φεύγω παρά ν’ αγαπώ.
Είναι πολύ πιο εύκολο. Κι ας μου παίρνει συνήθως δυο τρία χρόνια για να το καταλάβω.

Πάντα έπαιζα με μια ζυγαριά. Δεν ξέρω που βρίσκεται μέσα στο σώμα μου. Αν βρίσκεται, στην καρδιά, στο μυαλό στο συκώτι…
Πάντως κάπου την έχω βάλει εκεί να ζυγιάζει και να ζυγίζει.
Στην αρχή δεν έχει τίποτα από καμία πλευρά.
Κι όσο γνωρίζεις τον άλλον, προστίθενται σιγάά σιγάά.
Λίγα από δω, λίγα από κει…
Κι όσο ο χρόνος προχωράει και δεν φεύγω, είναι γιατί γεμίζω και επιζώ.
Κι όλα πια είναι πάνω στη ζυγαριά. Κάποια σαπίζουν και μοιάζουν πιο βαριά, κάποια σταθερά απολαμβάνουν τη θέση τους, κάποια άλλα εξατμίζονται και ξεφουσκώνουν…

Μα δεν τελειώνει έτσι η ιστορία αν ο άλλος, προσθέτει συνέχεια…

Αλλά αν δεν προσθέτει;
Aν δεν αυτοανακυκλώνεται το παιδί που κρύβεται πιο μέσα. ΑΝ δεν υπάρχει τίποτα πια εκεί πάνω, κι αν ό,τι υπάρχει είναι αυτό που έμαθες με το ζόρι να αγαπάς. Με το ζόρι να ανέχεσαι; Γιατί απλώς μια ωραία μέρα είπες πως.. Βαρέθηκα να φεύγω… Τώρα θ’ αγαπήσω…

Γιατί να ανέχεσαι;


Συναισθήματα, αισθήματα, καλά, κακά, σωστά, λάθη, ομορφιά, ασχήμια…
Πάνω στη ζυγαριά…


Πώς να ισορροπήσω;
Πώς να διώξω το εγώ που με γαργαλάει από μέσα μου για να πέσω.
Πώς να βρω που κρύβεται η ζυγαριά που με κάνει να παλαντζάρω
πάνω στο τεντωμένο σκοινί της ιστορίας μου;


ΣΚΡΑΤΣ!

Κι αν αυτός που αγαπώ έτσι όπως ξέρω, δεν μ’ αγαπά;
Έρχεται το εγώ και μου λέει, «μα όχι… δεν μπορεί να είναι αυτός»
Κι έρχομαι εγώ και του λέω… θα μείνω μόνη.

Η μουσική θα παίζει για μένα και θα προχωρώ πάνω στις ράγες
κοιτάζοντας βιτρίνες…τα υπέροχα πλάσματα που με περιβάλουν.
Κλουβιά με πτώματα παραστρατημένης αγάπης, να βλέπουν τηλεόραση.
Να αιμορραγούν ανία.
Να αγκαλιάζουν πλάι τους μια ιδέα.

Ασφάλεια ζωής μόνο για μένα.
Σήμερα το πρωί με πήρανε τηλέφωνο. Με 20 ευρώ το μήνα,
αν πάθω κάποιο ατύχημα και δεν μπορώ να εργαστώ με αποζημιώνουν
με 150.000 ευρώ. Κι αν λέει σκοτωθώ με το αυτοκίνητο, προσφέρουν στην οικογένειά μου 200.000 ευρώ…
«Σκεφτείτε το και θα σας πάρουμε τη Δευτέρα τηλέφωνο να μας πείτε τι αποφασίσατε…»


ΣΚΡΑΤΣ!!!!


Ζω ακόμα; Αναρωτιέμαι τώρα. Σκοτεινά εδώ μέσα.
Τι μου λέτε;
Ζούμε εμείς κυρία μου!!!
Ποιος θα πεθάνει;
Ποιός θα μου κόψει τα χέρια;

Πιάνω τον πηλό.
Φτιάχνω μια μορφή που ξέρει ν’ αγαπάει.

Παίρνω τη ζυγαριά. Μια πρέζα οξείδιο του μαγγανίου απ’ τη μια και
μια πρέζα σίδηρος κατακόκκινος απ’ την άλλη.
Χαμογελώ…
…Και σκέφτομαι τον άνθρωπό μου.

Περιμένω τηλέφωνο.
Θα συναντηθούμε το βραδάκι…


Περί Πολύ Πλοκότητας


-Τι θέλεις;
-Θέλω απλά πράγματα.
-Τα απλά είναι για τους καλομαθημένους.
-Τι μας λες; Το απλό κρύβει μια πανέμορφη πολυπλοκότητα. Και... στην ουσία το απλό είναι σπανιότερο του περίπλοκου.

Αλήθεια, ποια η διαφορά του περίπλοκου από το πολύπλοκο;

Το «περί» δηλώνει αναφορά σε κάτι το «πολύ», κάτι σε…μεγάλο βαθμό.

Ό πολύπλοκος είναι ο υπερβολικά σύνθετος που έχει την τάση να μπερδεύει(αλλά ο ίδιος άραγε μπερδεύεται;)

Ο περίπλοκος, είναι σύνθετος, αλλά πιο ξεκάθαρος.

Ο απλός, είναι αυτός που αποτελείται από τα βασικά μόνο συστατικά.
Μα για τον καθένα τα βασικά συστατικά διαφέρουν αντίληψης..

Για παράδειγμα τα… απλά μαθηματικά είναι τα μαθηματικά για πολύ απλούς υπολογισμούς όπως ότι 1+1=2. Για κάποιον όμως και το 1977+(2x15)-(60-30)=1977 είναι εξίσου απλά μαθηματικά… και πάει λέγοντας…
Ο καθένας λοιπόν ανά πάσα στιγμή αντιλαμβάνεται το απλό ως περίπλοκο και το περίπλοκο ως απλό ανάλογα με το κατά πόσο έχει κάνει κτήμα του μια γνώση ή μια εμπειρία.

Απλά ή Δύσκολα;
Βασικά συστατικά ή σύνθετα;
Μπερδεμένα ή ξεκάθαρα;
Σωστό ή λάθος;

Αν μιλήσουμε για τους ανθρώπους, ένα λάθος για κάποιον μπορεί να είναι σωστό για κάποιον άλλον.
Βάση της πολυπλοκότητας του καθένα, της ιδιοσυγκρασίας, των συνηθειών, της βούλησης, της προσωπικής του τελοσπάντων άποψης με βάση την εξέλιξη όλου του του είναι, κρίνει και ετυμηγορεί για το σωστό και το λάθος, ελεύθερος.

Αν πάρουμε πάλι τα απλά μαθηματικά 1+1=2 το δύο είναι σωστό και το 1+1=11 είναι λάθος. Αλλά και πάλι, για δες που… αλλάζει απλώς η οπτική.
Κάποτε, αυτοί που το ΙΙ το μέτραγαν για 2 πόσο πιο απλοί ήταν και πόσο πιο σωστοί…άραγε;

Kι όσο για την απόφαση;

Πόσο μπορεί να είναι σωστή μια απόφαση;
Αλλάζει η οπτική…

Σήμερα, αυτά που γράφω μου φαίνονται απλά. Αύριο, ίσως και να μου φαίνονται περίπλοκα και μπορεί να τα διαβάσω και να μου φαίνονται σωστά ή να διαφωνήσω μη μπορώντας να κατανοήσω την πολυπλοκότητα του θέματος.

Φλερτάροντας την ακόρεστη επιθυμία της πολυπλοκότητας, απλούστατα κρίνω σωστό να σταματήσω εδώ. Και ταυτόχρονα, κρίνω λάθος που σταματώ εδώ γιατί αν συνέχιζα να παίζω με τις λέξεις, τις έννοιες και το ξερό μου το κεφάλι, ίσως να γέμιζα σελίδες που αύριο θα με είχαν κάνει λίγο διαφορετικό άνθρωπο λόγω πρόσθετων σκέψεων στην μέχρι τώρα σκέψη μου.
Αλλά σταματώ εδώ…

Το ότι σταματώ εδώ είναι γιατί απλώς λειτουργεί το ένστικτο και λέει…ΩΣ ΕΔΩ!

Και ιδού η ερώτηση…

Σωστό ή λάθος;


To 3 ερωτευτηκε το ε και έγινε 8;;;

Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

Φιλί στον πάτο




Βουτιά μέσα στη θάλασσα.
Τίποτα δεν διακρίνεται ξεκάθαρα κι όμως όλα, τόσο καθαρά εκεί μέσα της.
Ο απέραντος γαλάζιος ορίζοντας στο θολό μακρινό βλέμμα, μου μιλάει για μια σιωπηλή ευτυχία. Τίποτα δεν συμβαίνει. Τίποτα δεν υπάρχει….Τίποτα που να μ’ ενοχλεί στ’ αλήθεια.
Να μην τελειώσει. Χαρίστε μου οξυγόνο.
Πόσο χορταίνεις κάτι που μετριέται με κομμένες ανάσες;
Eκεί, μέσα, βαθιά στη σιωπή την αλλιώτικη βρίσκω πάντα ένα νόημα.
Εκεί, μέσα, βαθιά, όταν η κοιλιά φτάνει να αγγίξει τον πάτο με μακροβούτι, νιώθω πάντα σαν να με αγκαλιάζει όλη η ουσία της ύπαρξης. Φιλί με όλο το σώμα μου της δίνω και την ευχαριστώ.

Ένα μυστικό μου αποκαλύπτει κάθε φορά και ξεχνάω τα πάντα.
Είμαι πιο κοντά στον εαυτό μου όσο ποτέ. Μόνος. Και ξέρω, και γνωρίζω και πιστεύω, βγαίνοντας στην επιφάνεια, πως έχουν ξεπλυθεί μέχρι και οι πιο βαθιές μου σκέψεις.
Ένα σώμα που έχει ανάγκη από αέρα αναδύεται με δύναμη απ’ τη θάλασσα και εισπνέει ξανά τη ζωή. Αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως θέλει να ζήσει. Θέλει να συνεχίσει. Θέλει χρόνο κι άλλο για να πλησιάσει τα άδυτα του μυαλού.
Κι οι μήνες περνάνε.
Και η ανάμνηση ξεφτίζει αλλά η επίγνωση έχει χαραχτεί βαθιά στο «όλον» μου.
Ξέρω πια, υπάρχει πάντα ένα ραντεβού το καλο-καίρι.
Άσπρο το σώμα, τα λέπια κλειστά.
Πλησιάζω την άκρη της. Με περιμένει να της αποκαλύψω τα πάθη του χειμώνα, να την ταΐσω με λίγο από «άνθρωπ-ον», απέραντη αυτή, δεν χορταίνει να εισπράξει.
Διαλύομαι… Το νου μου σκορπάει κι απομακρύνεται. Έχει γίνει ήδη ένα με το θολό απέραντο γαλάζιο ορίζοντα.

Καλό καλο-καίρι!

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Όπου κι αν παω είμαι ο ίδιος




- Τι περιμένεις;
- Υποτίθεται πως περιμένω κάτι για να με πάει κάπου. Εσύ;
- Εγώ περιμένω το τρένο. Έχεις αργήσει;
- Δεν με περιμένει κανείς. Εσύ; Έχεις αργήσει;
- Όχι.

- Ωραία που έβρεξε σήμερα ε;
- Ναι. Μύρισε το χώμα.
- Το φεγγάρι το είδες; Γεμίζει!
- Ναι!

- Καλά είσαι;
- Δεν ξέρω, νομίζω πως ναι. Εσύ;
- Δεν ξέρω ούτε κι εγώ. Τώρα καλά νιώθω.
- Ναι. Μάλλον φταίει το παρόν.
- Ναι. Ίσως. Καλά είναι εδώ.

- Έχεις προγραμματίσει κάτι;
- Ναι. Πολλά. Εσύ;
- Ναι. Κι εγώ.

- Ακούς το τικ-τακ;
-Ναι. Ακούω τον χρόνο. Λέει πως περνάει. Εσύ τoν ακούς;
- Όχι. Ακούω το ρολόι.
- Α…

- Πού ήσουν νωρίτερα;
- Μέσα σ’ ένα παραμύθι. Εσύ;
- Εγώ μέσα σ’ ένα όνειρο.
- Α… ωραία. Ήταν καλά;
- Ναι. Καλά ήταν. Εσύ, ήσουν καλά;
- Ναι. Καλά ήμουν.
- Ωραία.

- Νομίζεις πως αργεί το τρένο;
- Δεν ξέρω. Δεν με νοιάζει. Είναι ξεκούραστα εδώ. Εσύ; βιάζεσαι να πας κάπου;
- Όχι ακριβώς. Με ξεκουράζει αυτή η μη αναμονή.
- Ωραία.
- Ναι. Ωραία.

- Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Ο άσπρος ή ο μαύρος;
- Χα! Αυτό θα σε ρώταγα μόλις…!
- Δεν ξέρω.
- Ούτε και γω.
- Δεν με νοιάζει.
- Ούτε και μένα με νοιάζει.

- Ωραία.
- Ωραία.

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Χαμένοι στη μετάφραση


Πόσο μακριά βρίσκεται η αλήθεια.
Αν κάποιος μπορούσε να σου πει… Ναι! Πράττεις σωστά. Καλά πας. Αυτό είναι. Ή…
Όχι. Πάρε δρόμο. Σε κοροϊδεύουν! Πάρ’ το αλλιώς!
Μα… πως μπορείς να κοροϊδέψεις το ένστικτό σου… Πόσο μπορεί εκείνο να σε κοροϊδέψει ;
Χαμένοι στην μετάφραση… Αν κάναμε απλώς κριτική της ταινίας θα ήταν πιο απλά τα πράγματα. Όχι…όχι…
Χαμένοι στη μετάφραση. Εδώ και μερικές εβδομάδες στροβιλίζεται στ’ αφτιά μου η δήλωση αυτή.
Έρχεται απ’ το πουθενά και πάει στο πουθενά.
Εκεί που συζητάς και νομίζεις ότι κατάλαβες. Τσουπ! Να σου η ατάκα να σε κάνει σβούρες. Να βάζει τα πάνω κάτω!
Και ποιος σου είπε ρε φίλε ότι θέλω να βάλω τα πάνω κάτω και τα κάτω πάνω!
Ναι! Μου αρέσει να μεταφράζω τα πάντα.
Αποκωδικοποίηση άνευ λόγου και αιτίας. Παιχνίδι από τα λίγα!
Εδώ δεν έχει a) b) c) να διαλέξεις. Εδώ έχει ΕΓΩ και μόνον ΕΓΩ!
Και διαλέγεις το καλύτερο! Το υπέροχο γαργάλημα στ’ αφτιά που σε κάνει να ξυπνάς με χαμόγελο ακόμα κι αν ξέρεις πως ζεις σ’ ένα ψέμα!
Κι ακόμα κι αν έρχεται ο διερμηνέας φάτσα κάρτα στη μάπα σου και σου λέει Το και Το…ΟΧΙ, εσύ και πάλι τα δικά σου.
Πως μεταφράζεται το άπειρο. Πώς μεταφράζεται η αιτία. Πώς μεταφράζεται η ουσία. Πως μεταφράζεται η πραγματικότητα. Πώς μεταφράζεται το παραμύθι. Πώς μεταφράζεται το θέλω. Πώς μεταφράζεται το είναι…
Είναι όπως είναι… ΔΕΝ μεταφράζεται!
Εσύ που τώρα διαβάζεις όλα αυτά. Πώς τα μεταφράζεις; Πως τα αποκωδικοποιείς;
Πως τα εισπράττεις και πως τα εγκλωβίζεις σ’ ένα δικό σου θέλω.
Εσύ, που τώρα δηλώνεις πως κατάλαβες, πόσο έξω έχεις πέσει. Πόσο σου αρέσει να πέφτεις έξω για χατίρι μου.
Για χατίρι σου!
Χαμένοι στη μετάφραση! Σ’ ένα αόριστο πρέπει που μελλοντικά φυλακίζει το θέλω.
Σ’ ένα όμορφο παρόν που μεταφράζει τις ώρες σε χρόνο διαρκείας.
Σ’ ένα αόρατο είναι που στολίζει τις μέρες με αποτελειωμένο υπερσυντέλικο.
Εγώ είχα πιστέψει.
Εσύ είχες ελπίσει.
Αυτός είχε πλανέψει.
Εμείς είχαμε ξεχάσει.
Εσείς είχατε παρερμηνεύσει.
Αυτοί είχαν φανερώσει.
Είχαν φανερώσει ότι κάτι ήταν τελειωμένο στο παρελθόν πριν γίνει κάτι άλλο.
Είχαν φανερώσει πως τα πράγματα είναι έτσι. Απλώς… Απλούστατα…κι όμως… τόσο περίπλοκα συγχρόνως!
Χαμένοι στη μετάφραση! Σ’ ένα σου βλέμμα τα πάντα κρυμμένα. Κι αυτό που γράφω δεν είναι για σένα.
Δεν είσαι έτοιμος να κερδίσεις. Γι’ αυτό παίζεις ακόμα.
Με ζάρια δανεικά, με άσσους στο μανίκι, γόητρο απ’ τα λίγα. Απ’ αυτά που έβαζες στην άκρη χρόνια τώρα, για να τα παίξεις όλα για όλα. Σε μια παρτίδα με τον πιο δυνατό αντίπαλο.


Το ΕΓΩ…

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

ΙδιογράφΩς Πλασμένο...

























Μαζί σου ήμουν σήμερα στου τόσου ήλιου τη μέρα.

Κι ας μην το ήξερες...


Ευχαριστώ για την πρόσκληση τους redtalisker και από μηχανής θεό


Κανόνες του παιχνιδιού:
1. Γράψε
2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε…)
3. Πόσταρε
4. Απαραίτητα στο τέλος του ποστ γράψε: για το http://autographcollectors.blogspot.com/
5. Προσκάλεσε κι άλλους να συμμετέχουν

Προσκαλώ τους: m - it is - vj spyros - Lory - patsiouri

-----------------------------


για το http://autographcollectors.blogspot.com/

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

O ληστής Μπαμπέσης και οι σαμοντίβες μέρος 5ο και τελευταίο


Ξημέρωσε…
Ο ληστής Μπαμπέσης άνοιξε τα μάτια έπειτα από βαθύ ύπνο.
Κι ήταν ο ήλιος που τον ξύπνησε.

Κοίταξε γύρω του. Το ποτάμι μπροστά του, πίσω του το δάσος, πλάι του το διάφανο αέρινο πέπλο, δεμένο στην άκρη με δαχτυλίδι πυργωτό και πιο δίπλα ο αγκαθωτός μίσχος.

Κοίταξε μέσα του. Αφόρητα συναισθήματα αγάπης, μοναξιάς απ’ τις λίγες και σιγουριάς πως κάτι, κάτι… κάτι θα συνέβαινε πολύ σύντομα.

Ξέρει καλά πως έχει πια αλλάξει , μα συνάμα, θέλει κάτι να συμβεί για να το αποδείξει στον εαυτό του.

Πιο σοφός, πιο όμορφος, πιο αληθινός από ποτέ, σηκώθηκε ορεξάτος, πήρε στα χέρια του τα υπάρχοντα και συνέχισε το ταξίδι του πλάι στο ποτάμι.

Την ίδια στιγμή, λίγες ώρες μακριά, οι σαμοντίβες ξυπνάνε και φοράνε τις σκιές του.

Μα μια φωνή ακούγεται! Μια κραυγή απελπισίας, ένα σπαραχτικό ουρλιαχτό οδύνης ταράζει με την ηχώ του όλο το δάσος!
Μια σαμοντίβα, δεν τη βρίσκει τη σκιά της για να τη φορέσει.
Και ντρέπεται τόσο πολύ. Και φοβάται τόσο μα τόσο πολύ…

Τι θ ‘απογίνει χωρίς σκιά, πως θα χορέψει, πως θα τραγουδήσει, πως θα ελπίζει πια, πως θα πιστέψει πια πως… κάπου κάποιος κάποτε θα την ελευθέρωνε και θα την έκανε γυναίκα;

Οι σαμοντίβες με τις σκιές αρχίσανε τα γέλια και τα χάχανα

«Χα και Χα και Χα!!!

Πως θες να λέγεσαι σαμοντίβα αν δεν φοράς σκιά;
Πως θες να λέγεσαι γυναίκα αν δεν σου κλέψει κάποιος την καρδιά;

Τι είσαι τώρα, πες εσύ! Τώρα που άδεια από ελπίδα στέκεσαι;

Ποιός θα σ’ αγαπήσει!

Ποιός θα σου κλέψει τη σκιά!

Πως θα πλανέψεις τον περαστικό που χρόνια τώρα και καιρούς προσμένουμε;

Χα και Χα και Χα!

Ποιο φως θα σ’ αγαπήσει;

Αφού δεν είσαι σαν και μας, μόνη να μείνεις!

Δεν είναι δα τυχαίο πως η σκιά σου σε βαρέθηκε και χάθηκε στο δάσος.

Μισή έμεινες! Μισή καρδιά!

Χα και Χα και Χα!»

Πιαστήκανε απ’ τα χέρια κι αρχίσανε τριγύρω της χορό κι ύστερα χάθηκαν στο δάσος αφήνοντάς την πίσω τους γυμνή απ’ τη σκιά της.

Και κείνη, πιο μόνη από ποτέ, μες το ποτάμι μπήκε, μήπως και πλανέψει τον ήλιο. Βρήκε ένα βράχο λαξεμένο και κρύφτηκε στη σκιά του.

Κι άρχισε κλάμα σιωπηλό.

Μέχρι που στο κλείσιμο των ματιών της ένα δάκρυ έπεσε στο νερό κι όταν τα άνοιξε ξανά, είδε να ‘ρχεται προς το μέρος της ένα πανέμορφο κίτρινο ροδοπέταλο.

Κίτρινη βαρκούλα η χαρά, χαμόγελο της φόρεσε στο πρόσωπο.

Δυο ενωμένες φούχτες έκανε τα χέρια της και το έβγαλε απ΄ το νερό.

«Τι όμορφο που είσαι;»

Τότε τα μαλλιά, της πιο χρυσά κι απ’ τον ήλιο, φώτισαν το λαξεμένο βράχο.

Μπορώ και έτσι να ζήσω… σκέφτηκε.
Μπορώ ν’ αλλάξω! Να γίνω από σαμοντίβα μια νεράιδα του νερού!
Κι αν η σκιά μου με βαρέθηκε, εγώ είμαι ακόμα εδώ…!

Έκλεισε τα μάτια κι έστρεψε το πρόσωπο προς τις ακτίνες του ήλιου.
Κι απ’ το χαμόγελό της ένας ψίθυρος βούτηξε στο ποτάμι.

Ζωή… έλεγε ο ψίθυρος.

Κι έσκασε στα γέλια!

Ήταν που έσκασε καταπράσινο φιλί στο λευκό λαιμό της και την γαργάλησε το πράσινο ροδοπέταλο.

Άνοιξε τα μάτια, το ξεκόλλησε με το χέρι της και το κοίταξε όλο αγάπη.
Στο ένα χέρι το κίτρινο, στο άλλο το πράσινο, πλησίασε τις φούχτες της και σαν αντάμωσαν ξανά τα πέταλα μαζί αγκαλιάστηκαν σφιχτά!

«Τι ομορφιά είν’ αυτή! Πρωτοειδωμένη!»

Κι απ΄ την συγκίνησή της, άλλο ένα δάκρυ αποχωρίστηκε τα βλέφαρα και έσταξε πλάι στο μέρος της καρδιάς.
Κι απ’ το χαμόγελό της ένας ψίθυρος βούτηξε στο ποτάμι.

Αγάπη… έλεγε ο ψίθυρος.

Και κόκκινη βαρκούλα στροβιλιζόταν το κατακκόκινο ροδοπέταλο και αγκυροβόλησε στο στήθος της.
Το ξεκόλλησε απαλά από πάνω της και το έφερε κοντά στ’ αγκαλιασμένα ροδοπέταλα και με μιας ενώθηκε μαζί τους το κόκκινο, σφιχτή αγκαλιά!

Τα μάτια της άστραψαν και το φως του ήλιου χανότανε σιγά σιγά πίσω απ’ τα δέντρα.

Μπορώ κι έτσι να ζήσω! Μπορώ ν’ αγαπήσω και με μισή καρδιά! Μπορώ να κρύβομαι και να φανερώνομαι και τίποτα δεν φοβάμαι! Αφού η ομορφιά με αντάμωσε και με δέχτηκε χωρίς σκιά, μπορώ να αρκεστώ σε αυτό.

Κι αν η σκιά μου δεν μ’ αγάπησε ποτέ, εγώ εμένα με αγαπώ.

Κι αν η ελπίδα με αρνήθηκε, καθόλου δεν με νοιάζει!

Και τι περίμενα;

Τι περίμενα;

Τίποτα πια δεν θέλω να περιμένω.

Όσο περιμένω, τόσο πληγώνομαι.

Όσο ελπίζω, τόσο καθυστερώ ν’ ανοίξω τα μάτια και να δω.
Όχι αυτά που θέλω αλλά αυτά που ήδη υπάρχουν εδώ, γύρω μου, παντού!

Το σούρουπο έφτασε. Και η πρώην σαμοντίβα αντίκρισε το πρώτο αστέρι μες το ποτάμι. Ερχόταν να τη βρει, ταξιδεύοντας πάνω σε μια μπλε ήρεμη βαρκούλα.
Την πλησιάσε, το αστέρι βούτηξε στο ποτάμι και το μπλέ ροδοπέταλο σφιχταγκαλιάστηκε με τα υπόλοιπα.

Η νύχτα είχε έρθει. Κι ένα ολόγιομο φεγγάρι στόλιζε το μπλε τ΄ουρανού.

Βγήκε απ’ το νερό, ανέβηκε στο λαξεμένο βράχο, πήρε αγκαλιά το ομορφότερο ρόδο του κόσμου και κοιμήθηκε ύπνο βαθύ.

Χωρίς να γνωρίζει… πως έξω απ’ το νερό, αόρατη ήταν και μόνο η σκιά της ήταν αυτή που είχε πάρει τη θέση της στο λαξεμένο βράχο.

Την ίδια στιγμή, λίγο πιο πέρα, ο ληστής Μπαμπέσης είχε πια κουραστεί μα παρόλη την κούραση, η καρδιά του χτύπαγε δυνατά.
Άφησε τα υπάρχοντά του κάτω απ’ το δέντρο και βούτηξε στο ποτάμι.

Και καθώς έστρεψε το βλέμμα του προς τον φωτεινό ουρανό μια αχτίνα φωτός ένωνε το φεγγάρι με τον λαξεμένο βράχο.
Μια γυμνή σκιά διέκρινε από μακριά και κάτι χρώματα που κάτι του θύμιζαν.

Τότε, εμφανίστηκε πλάι του η νεράιδα του νερού. Πιο όμορφη κι απ’ την ομορφότερη πλάνη του κόσμου! Κι ένας ψίθυρος ακούστηκε στ΄αφτιά του.

« Αν πραγματικά θέλεις όλα αυτά που λες ότι θέλεις, κι αν πιστεύεις στ΄αλήθεια πως το πιο όμορφο όνειρο μπορείς να το κάνεις πραγματικότητα, αν σταμάτησες να φοβάσαι τον εαυτό σου, αν νιώθεις έτοιμος ν’ αγαπάς σε κάθε χτύπο της καρδιάς, αν μια ζωή σεβάστηκες όλα όσα επέλεξες, αν δεν νιώθεις πια τύψεις για τίποτα απ΄ ό,τι έπραξες κι αν δεν σε τρομάζει η ατόφια ομορφιά, τότε πάρε το διάφανο πέπλο, βούτηξέ το στο ποτάμι και πήγαινε να το απλώσεις να στεγνώσει, πάνω στο λαξεμένο βράχο .Ύστερα, γύρισε στο δέντρο και κοιμήσου. Κι ό,τι σου φανερωθεί με το πρώτο φως της μέρας, είναι αυτό που χρόνια τώρα αναζητάς .Μόνο πρόσεξε… Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν συμβεί μέτα, έχε την ίδια πίστη που΄χεις κι ετούτη τη στιγμή. Και μην πάψεις ποτέ να πιστεύεις. Μόνο, να πιστεύεις…»

Ο ληστής Μπαμπέσης, λουσμένος απ΄τα λόγια της νεράιδας του νερού, γεμάτος πίστη, πήρε το διάφανο πέπλο, το βούτηξε στο ποτάμι και προχώρησε προς το λαξεμένο βράχο.

Όσο πλησίαζε, διέκρινε πάνω στον βράχο, όλα τα χρώματα του κόσμου να εναλλάσσονται και τη ζωή του να προβάλλεται πάνω του, και την πορεία του πλάι στο ποτάμι να φτάνει σ’ ένα τέλμα κάνοντας στάσεις στο κίτρινο, στο πράσινο, στο κόκκινο και στο μπλε.

Άπλωσε το διάφανο πέπλο τρυφερά κι απομακρύνθηκε. Επέστρεψε στο δέντρο, ακούμπησε στο μέρος της καρδιάς τον αγκαθωτό μίσχο, έκλεισε τα μάτια και τον πήρε ύπνος βαθύς.

Στις ώρες που μέτραγε η νύχτα, το διάφανο πέπλο στέγνωνε απ’ το φως του φεγγαριού.
Και όσο στέγνωνε το πέπλο, τόσο η σκιά έπαιρνε σάρκα και οστά.

Και μια γυναίκα στο πρώτο φως της αυγής ήταν ξαπλωμένη αγκαλιά με το πιο όμορφο ρόδο του κόσμου και στο δάχτυλό της δαχτυλίδι πυργωτό άστραφτε τα εκατό παραθυράκια του και τ΄ άνοιγε διάπλατα να μπει το φως και να ξυπνήσει την καρδιά της.

Η μέρα έφτασε και η γυναίκα άνοιξε τα μάτια. Ήξερε καλά πως είχε ελευθερωθεί από έναν ύπνο φυλακή.

Σηκώθηκε, χαμογέλασε στον ήλιο και κρατώντας στα δυο της χέρια το «ρόδο των νυμφών» προχώρησε προς τον άντρα που ήταν ξαπλωμένος κάτω απ’ το δέντρο.

Στεκόταν εκεί και τον κοίταζε που κοιμόταν.

Τ΄αγκάθια του μίσχου τσίμπησαν την καρδιά του και άνοιξε τα μάτια.
Τα βλέμματά τους βυθίστηκαν το ένα μέσα στ’ άλλο.

Ο άντρας ανακάθισε και τράβηξε τον αγκαθωτό μίσχο απ΄ την καρδιά του.
Η γυναίκα μύρισε το ρόδο βαθιά ως τα σωθικά της και το ακούμπησε πάνω στο αγκαθωτό μίσχο.
Το «ρόδο των νυμφών» ήταν πια όπως και πρώτα.

Τα αγκάθια εξαφανίστηκαν.

Μια αγκαλιά πολύχρωμη ανάμεσα σε δυο σώματα. Μια σφιχτή αγκαλιά.

-Πάμε;
-Φύγαμε!

Ο άντρας και η γυναίκα πήραν το δρόμο πλάι στο ποτάμι και ξεκίνησαν το ταξίδι τους.
--------------------------

Την ίδια στιγμή, πίσω, πέρα, μακριά, οι σαμοντίβες ξύπνησαν, φόρεσαν τις σκιές τους και περίμεναν...περίμεναν…περίμεναν…

…έναν αφέντη, να τις μεταμορφώσει σε γυναίκες.

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

O ληστής Μπαμπέσης και οι σαμοντίβες μέρος 4ο


Ξημέρωσε…

Ο ληστής Μπαμπέσης άνοιξε τα μάτια.
Δεν ήταν ο ήλιος που τον έκανε να ξυπνήσει, μα τα γέλια του! Ένα όνειρο που δεν θυμόταν πια, μα το μόνο που αισθανόταν ήταν μια ευφορία, μια όρεξη, μια απερίγραπτη ανάγκη να αγκαλιάσει, να αγαπήσει, να ερωτευτεί, να πει σ’ αγαπώ, να πει… σε θέλω, σε χρειάζομαι, σε νιώθω!
Ένα ασυγκράτητο πάθος τον έκανε να σηκωθεί απότομα ξεχνώντας πως στο μέρος της καρδιάς είχε ακουμπήσει «το ρόδο των νυμφών».

Ήταν η πρώτη φορά μέχρι τώρα που του φανερώθηκαν τ’ αγκάθια του μίσχου.
Το ρόδο, είχε γαντζωθεί πάνω του για τα καλά, σαν ν’ αναζητούσε περισσότερο αυτό παρά εκείνος, μιαν αγκαλιά, λίγο κόκκινο απ’ το πάθος του, μια συντροφιά, λίγο απ’ τ’ όνειρό του να το ποτίσει.

Ο ληστής Μπαμπέσης δεν τρόμαξε καθόλου. Ούτε πόνεσε καθώς το τράβηξε για να φορέσει τα ρούχα του. Μόνο που...μόνο που μια σκέψη του καρφώθηκε στο μυαλό…
Το μπλε ροδοπέταλο, ήταν το τελευταίο… Τι θα ‘κανε χωρίς αυτό;

Τι θα του ξημέρωνε;
Ποιοι ψίθυροι θα του έδειχναν το δρόμο;

To απόψε, δεν ήταν μακριά…

Το κοίταξε τρυφερά, το μύρισε βαθιά ως σωθικά του και συνέχισε το δρόμο του πλάι στο ποτάμι.

Την ίδια στιγμή, μια μέρα πιο μακριά, οι σαμοντίβες, ξυπνάνε, φοράνε τις σκιές τους και ξεκινάνε να πλέκουνε στεφάνι αλεξανδρινό!
Πράσινη η βάση από λογιών λογιών βλαστάρια, κίτρινο από αζοεριά, πρίμουλα και μαργαρίτες, κόκκινο από παπαρούνες μαζί κι αγριοφράουλες.

Πλέκουν μαζί λέξεις και τραγουδούν…
Μον' είναι βάτος μ' αγκαθιές κι αλίμονό σου αν μπλέξεις
Μάτια με μάτια βλέπονται κι αχείλι δε φιλιέται
Κορμί δεν αγκαλιάζεται, αγάπη δε λογιέται
Ο έρωτας ανυφαντής με πανουργιά εγίνη
Αράχνη έστησε ψηλά και πιάστηκα σ' εκείνη
Και για να φύγω δεν μπορώ, με τα φτερά με σώνει
Αυτός ζυγώνει από κοντά κι από μακριά σκοτώνει
Απ' όλα τ' άστρα τ' ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει
Ένα που βγαίνει το πουρνό, όταν γλυκοχαράζει
Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει
Που στέκεις πάντα δροσερό κι ανθείς και λουλουδίζεις;
Όποιος φιλάει την αυγή την αγαπητική του
Παίρνει του Μάη τη δροσιά, τη ρίχνει στο κορμί του
Σου στέλνω χαιρετίσματα, με μήλο δαγκωμένο
Κι ανάμεσα στη δαγκασιά, σου ‘χω φιλί βαλμένο
Κόκκιν' αχείλι φίλησα κι έβαψε το δικό μου
Και στο μαντήλι το ‘συρα κι έβαψε το μαντήλι
Και στο ποτάμι το ‘πλυνα κι έβαψε το ποτάμι
Κι έβαψ' η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου
Κατέβη ο αϊτός να πιει νερό κι έβαψαν τα φτερά του
Κι έβαψ' ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο»
Έπλεκαν, έπλεκαν το στεφάνι και τραγουδούσαν...
Ώσπου στεφάνι ερωτιάρικο έπλεξε κι αυτό τις ώρες με αγάπη κι έφτασε το σούρουπο.


Ο ληστής μπαμπέσης είχε πια κουραστεί.
Η σκέψη που του είχε καρφωθεί στο μυαλό και του’ χε αφήσει σημάδι στην καρδιά του ήταν ακόμα εκεί.

Πλησίασε το ποτάμι και άρπαξε δυο φούχτες νερό να τις πετάξει στο πρόσωπο.

Τότε με μιας! Σαν ανυπόμονος ο ψίθυρος περισσότερο από κείνον, πλησίασε στ’ αφτιά του.
«Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν»«πλένε την ψυχή όχι μόνο το πρόσωπο..»

Κι ένας αϊτός στεκότανε στην άκρη του νερού.

«Αν θες να κοιμηθείς γλυκά κι απόψε, δίχως κακά όνειρα, κι αν θες ακόμα να χαρίσεις στο νερό την ομορφιά σου, να σε γεμίσει με αλήθεια και σοφία, το παρελθόν σου να το κάνει δροσιά και να ντυθείς με ουράνια φλόγα, τη μοναξιά σου ν’ αγαπήσεις πρώτα, κι ύστερα ν’ αγαπηθείς, τότε ρίξε στο ποτάμι το μπλε ροδοπέταλο. Τίποτα πια δεν έχεις να φοβάσαι. Το μόνο που έχεις, είναι να θυμάσαι, τι σου χαρίστηκε στον δρόμο και να μην ξεχνάς, να μην ξεχάσεις ποτέ πως ο άνθρωπος φτιάχτηκε για ν’ αγαπά. Μόνο ένα πράγμα πρόσεξε. Μην πετάξεις το μίσχο με τ’ αγκάθια. Θα σου χρειαστεί! Καλό ταξίδι!»

Ο ληστής Μπαμπέσης, πιο ευτυχισμένος παρά ποτέ, γεμάτος συναισθήματα αγάπης, απόκοψε τρυφερά το μπλε ροδοπέταλο από τον αγκαθωτό μίσχο, το πέταξε στο ποτάμι χαζεύοντάς το μέχρι να απομακρυνθεί στη ροή και ξάπλωσε κάτω απ’ το δέντρο για να κοιμηθεί.


συνεχίζεται…

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

Ο ληστής Μπαμπέσης κα οι σαμοντίβες μέρος3ο


Ξημέρωσε…

Ο ληστής Μπαμπέσης άνοιξε τα μάτια.
Δεν ήταν ο ήλιος που τον έκανε να ξυπνήσει, μα ένα απαλό χάδι στο πρόσωπο.
Από ένα αέρινο διάφανο πέπλο που κρεμόταν απ’ το παραπάνω κλαδί του δέντρου.
Το πήρε στα χέρια του, και το μύρισε. Όλες οι μυρωδιές τις άνοιξης ήταν εκεί.

Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και θυμήθηκε τότε που ήταν παιδί.
Τότε που στα κρυφά έμπαινε στα κτήματα και ξέκανε τις αμυγδαλιές. Δυο πέτρες μόνο, μια κάτω και μια στο χέρι του κι ανάμεσα τ’ αμύγδαλο, κι έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του να μην το ξεπαστρέψει, μα να βγει άθικτο μέσ’ απ’ το τσόφλι.

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που μύρισε λεμονανθό, πώς χανότανε στην εισπνοή ξεχνώντας τ’ όνομά του, να κλέψει ήθελε όλη του την μυρωδιά, να τη φορέσει και να βγει στη γειτονιά ν’ αρχίσει τα τερτίπια.

Έτσι έκλεψε την πρώτη του καρδιά. Τότε δεν καταλάβαινε, να κλέβει, τι σημαίνει. Ήθελε κι άλλες, κι άλλες , κι άλλες… κι άλλες καρδιές να κλέψει, ξεχνώντας πως το χθες, πριν γίνει χθες, λαμπρό αύριο ήτανε.

Σαν μαύρες πέτρες έριχνε πίσω του τις καρδιές που έκλεβε, κι όπου καρδιά και λεμονιά…

Μα τώρα, εκεί, μέσα στο δάσος, πιο σίγουρος παρά ποτέ, τα λάθη του έριχνε σαν μαύρες πέτρες πίσω του. Και φύτρωνε η ελπίδα.

Ο ληστής Μπαμπέσης , πήρε την ακρούλα απ το αέρινο διάφανο πέπλο, έδεσε σφιχτά το πυργωτό δαχτυλίδι, κράτησε στο άλλο χέρι του «το ρόδο των νυμφών» και συνέχισε το ταξίδι του.

Την ίδια στιγμή, δυο μέρες πιο μακριά, οι σαμοντίβες, ξυπνάνε, φοράνε τις σκιές τους και ξεκινάνε τον χορό των επτά πέπλων.

Λικνιστικά ξεδιάντροπα ξορκίζουν την κατάρα της σκιάς που τις ορίζει, κι αέρας δυνατός σηκώνεται για να κουνήσει τα κλαδιά των δέντρων όλων, να χορέψουν οι σκιές τους, μέχρι που ο ήλιος να μην τις θέλει πια, χορευταράς να κουραστεί, ν’ αρπάξει σπίθα και να δύσει.


Κι έτσι έγινε.
Το σούρουπο έφτασε ξελιγωμένο κατακόκκινο.


Ο ληστής Μπαμπέσης είχε πια κουραστεί. Σταμάτησε για σήμερα και πάει να βρέξει το αναψοκοκκινισμένο του κορμί.
Κρατιέται από ένα ξύλο σταθερό κι αφήνει το σώμα του στη ροή του νερού, να ξεπλύνει ό,τι έχει και δεν θέλει. Ό,τι βαρέθηκε πια να κουβαλά. Τύψεις, λάθη, παρελθόν, να πνίξει κάθε άσχημη σκέψη, ό,τι ασυναίσθητα τον κάνει να επιστρέφει.


Όχι. Όχι. Να μην επιστρέψει ξανά. Να καθαρίσει. Να σβήσει τα πάντα μέσα του εκτός από την κόκκινη καρδιά του που χτυπά τόσο ξεκάθαρα, τόσο μα τόσο αληθινά.
Σιωπή…
Παντού…
Μέσα και έξω…
Κάθαρση.

Καθισμένος πια δίπλα στα υπάρχοντά του μόνο ένα πράγμα περιμένει υπομονετικά.
Ένα σημάδι.
Έναν ψίθυρο.
Μα τίποτα…
Σιωπή…

Η νύχτα σκέπασε το δάσος.
Κρατάει στα χέρια του το ρόδο και θυμάται εκείνον τον απέραντο κήπο απ’ όπου το… ελευθέρωσε.
Πρώτη φορά.
Πρώτη φορά αισθάνθηκε πως δεν το έκλεψε.
Το ελευθέρωσε.

Τότε κατάλαβε, πως κάθε του ληστεία, τον έκανε να φτάνει όλο και πιο κοντά σε αυτό που ήθελε. Και πως όλα όσα λήστεψε στο πέρασμά του, τη στιγμή που τα λήστευε, ήθελαν και αυτά όσο και κείνος να αλλάξουνε την ιστορία τους.
Να γεμίσει ουσία η μέχρι τότε καλά περιφραγμένη προσποιητή ευτυχία τους.

Νύχτα πυκνή. Και ένα τόσο δα φωτάκι του χάρισε αυτό που ώρα τώρα περίμενε.


Μια μικρή σπίθα.
Μια μικρή μικρή πυγολαμπίδα στεκόταν δίπλα στο πόδι του και του ψιθύρισε.


«Αν θες να κοιμηθείς γλυκά, δίχως κακά όνειρα, κι αν θες ακόμα να χαρίσεις στο νερό την ομορφιά σου , την ομορφιά που μόλις πριν λίγες ώρες ανακάλυψες, να την κάνει αγάπη ατόφια κι αληθινή να την χαρίσεις, ρίξε μέσα στο ποτάμι το κόκκινο ροδοπέταλο. Τότε, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα και για πάντα. Μόνο πρόσεξε… Το μπλε που θ ‘απομείνει μόνο του, στο μέρος της καρδιάς ακούμπησέ το, να’ χει ν΄ακούει τους χτύπους της το βράδυ».

Ο ληστής Μπαμπέσης, πιο ήρεμος από ποτέ, με μεγάλη προσοχή και μια στάλα χαμογελαστής θλίψης, βλέποντας με μιας το κόκκινο πέταλο, το χώρισε απ’ το μπλε.
Το μπλε ροδοπέταλο μόνο του πια, έκανε μια στροφή και αγκάλιασε τον εαυτό του.

Ο ληστής Μπαμπέσης, πέταξε το κόκκινο ροδοπέταλο στο ποτάμι, το χάζεψε μέχρι να απομακρυνθεί στη ροή, κι έπειτα ξάπλωσε να κοιμηθεί κάτω απ’ το δέντρο, ακουμπώντας λίγο μπλέ πλάι στο κόκκινο της καρδιάς.


συνεχίζεται…

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Ο ληστής Μπαμπέσης και οι σαμοντίβες μέρος 2ο



Ξημέρωσε…
Ο ληστής Μπαμπέσης άνοιξε τα μάτια.

Δεν ήταν ο ήλιος που τον έκανε να ξυπνήσει, μα η έντονη λάμψη του δαχτυλιδιού που ήταν ακουμπισμένο σε μια μεγάλη πέτρα δίπλα του. Δαχτυλίδι πυργωτό με ανώγεια και κατώγια κι εκατό παραθυράκια!

Είχε μόλις ληστέψει με τον τρόπο του, ένα παλάτι μαγικό!
Έτοιμο να το φορέσει στα μακριά δάχτυλα του στόχου του.
Το έβαλε στην τσέπη, πήρε και το «ρόδο των νυμφών» και συνέχισε το ταξίδι του πλάι στο ποτάμι, σκεπτόμενος την νύχτα που πέρασε και τα όνειρά του, που ήταν λουσμένα μ’ έναν κίτρινο ήλιο να πετάει το φεγγάρι σ’ ένα βαθύ πηγάδι.

Την ίδια στιγμή, τρεις μέρες πιο μακριά, οι σαμοντίβες ξυπνάνε, φοράνε τις σκιές τους και συνεχίζουν το τραγούδι μέσα στο δάσος, παρασύροντας όλα τα πουλιά στον ίδιο το σκοπό.













Κι άμα περάσεις από δω και θες να μας ληστέψεις

Να μας φιλήσεις σταυρωτά και να μας περιπαίξεις

Στο νου σου να’ χεις πάντοτε πως δεν θα πλανευτούμε

Στην αγκαλιά σαν πέσουμε και σαν αγαπηθούμε.

Εμείς είμαστε αγέρωχες αφέντη μας ζητούμε

Μα να’ ναι πρώτα αληθινός κι ύστερα θα σου πούμε

Αν θα χαρίσουμε σκιές με σε να γίνουν ένα

Τις σαμοντίβες σαν ποθείς κι αυτές ποθούν εσένα

Καρδιά να έχεις καθαρή και λόγια μετρημένα.


Στο μεταξύ οι ώρες περνούσαν και ο ληστής Μπαμπέσης, δρόμο έπαιρνε, δρόμο άφηνε και χαμογελαστός με μια γλυκιά κούραση προχώραγε πλάι στο ποτάμι, ώσπου το σούρουπο τον βρήκε πάλι και σταμάτησε για να ξαποστάσει.
Έβγαλε τα ρούχα του και σαν μικρό παιδί πλατσούριζε και πέταγε νερό με τα χέρια προς τον ουρανό.
Κι όταν πια ησύχασε, μια λιμπελούλα τον πλησίασε και κάθισε κοντά του.
Κι ο ψίθυρος δεν άργησε ν’ ακουστεί.

«Αν θες να κοιμηθείς γλυκά, δίχως κακά όνειρα, κι αν θες ακόμα να χαρίσεις στο νερό την ομορφιά σου , να την κάνει πέπλο διάφανο για ν’ αγκαλιάσει μιαν αγάπη, ρίξε μέσα στο ποτάμι το πράσινο ροδοπέταλο. Τότε, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα γι απόψε!»

Ο ληστής Μπαμέσης, ικανοποιημένος που κατάφερε και πάλι ν’ ακούσει μια φωνή, πλησίασε στα ρούχα του, τα φόρεσε, πήρε στα χέρια του το ρόδο και βάλθηκε να ξεμπερδέψει το πράσινο χρώμα από το κόκκινο και το μπλε.
Αυτή τη φορά, ξέροντας πια τον τρόπο, πιο εύκολα αφουγκράστηκε, άγγιξε και ξεχώρισε απαλά το πράσινο πέταλο, και τ’ άλλα δυο, αγκαλιάστηκαν ξανά σφιχτά...
...και κάτι χάχανα απομακρύνθηκαν προς το δάσος.

Ο Ληστής Μπαμπέσης, έριξε το πράσινο πέταλο στο νερό το χάζεψε για λίγο που ξεμάκραινε στη ροή, κι έπειτα ξάπλωσε να κοιμηθεί κάτω απ΄το δέντρο…
-----------
-----------
-----------
-----------
συνεχίζεται...

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

Ο ληστής Μπαμπέσης και οι σαμοντίβες μέρος 1ο




Ο ληστής Μπαμπέσης, πάνω στο άνθος της ηλικίας του, είχε αποφασίσει να αλλάξει τον κόσμο του. Να υπερνικήσει το κουσούρι του και να το κάνει προτέρημα.
Δυναμικός και εγωιστής, φιλόδοξος αλανιάρης, ελεύθερος και ξύπνιος μα ταλαιπωρημένος με λογιών λογιών ληστείες που δεν αποσκοπούσαν στους στόχους του, αποφάσισε να αλλάξει γραμμή πλεύσεως.
Τώρα, μοναδικός του στόχος ήταν να ψάξει για να βρει να κλέψει μια καρδιά, ένα μυαλό και μια ομορφιά, φορεμένα όλα αυτά μαζί σε ένα γυναικείο σώμα.
Nα την κάνει δική του. Να την ονομάσει αγάπη του και να μοιραστεί μαζί της τα πάντα.

Είχε ξεκινήσει απ’ το ονομαστό - για την καλλιέργεια ρόδων - χωριό Ροδολείβος απ’ όπου και είχε κλέψει το πιο όμορφο ρόδο που ήταν φυλακισμένο στο κέντρο ενός απέραντου κήπου.
Το ρόδο αυτό ονομαζόταν «ρόδο των νυμφών» και ήταν τετράφυλλο.
Κάθε του πέταλο κι άλλο χρώμα.
Κίτρινο. Πράσινο. Κόκκινο. Μπλε.
Τα τέσσερα ροδοπέταλα ήταν ενσωματωμένα το ένα μέσα στο άλλο με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε όταν το κοίταζες και ανάλογα με το φως της μέρας άλλαζε συνεχώς χρώματα.

Πάντα πίστευε πως παίρνοντας τον δρόμο πλάι στο νερό, θα συναντούσε στο πέρασμά του αιθέριες υπάρξεις, υδάτινες συντροφιές, χωμάτινους ψιθύρους και δροσερές σταλίδες συμπυκνωμένου αέρα παρέα με μυρωδιές ακριβοθώρητες.
Όλα αυτά ήξερε βαθιά μέσα του πως θα του προκαλούσαν το ξέρασμα των κρυμμένων αγαθών του.

Την απόφαση την είχε πάρει. Είχε ήδη ξεκινήσει. Δεν έμενε παρά να συνεχίσει.

Την ίδια στιγμή , τέσσερις μέρες πιο μακριά, οι σαμοντίβες ξέπλεναν στο ποτάμι κάποια τους όνειρα. Ακέραιες και αγέρωχες περίμεναν υπομονετικά κάποιον ταξιδιώτη μήπως και καταφέρουν να τον κάνουν αφέντη τους.


["Οι σαμοντίβες, στον φανταστικό κόσμο των Βουλγάρικων μύθων είναι πνεύματα που αποκαλύπτονται στους ανθρώπους με την μορφή όμορφων κοριτσιών με ξανθά χυτά μαλλιά, που ζούνε στα βουνά σε έρημα μέρη, κοντά σε πηγές και λίμνες, κοντά σε δέντρα. Το βράδυ λούζονται στα ποταμάκια και πλένουν την σκιά τους, που μετά την απλώνουνε να στεγνώσει στο φεγγάρι. Αυτός που γίνεται κύριος της σκιάς μιας σαμοντίβας, γίνεται αφέντης της και την μεταμορφώνει σε γυναίκα. Στους μαχητές για δίκαιο σκοπό, οι οποίοι αναζητούν καταφύγιο στα δάση και σε βραχώδη βουνά, οι σαμοντίβες εμφυσούν καινούργια δύναμη, θεραπεύοντας τους πληγωμένους τους με ειδικά θεραπευτικά βότανα".]


Είχε ήδη φτάσει το σούρουπο.
Η ώρα εκείνη της ημέρας που όλα μοιάζουν να ησυχάζουν ως δια μαγείας, ακόμα κι αν τίποτα δεν έχει αλλάξει, παρά μόνο το φως.
Ο ληστής Μπαμπέσης σταμάτησε. Θα συνέχιζε αύριο πάλι.
Πλησίασε το ποτάμι και άρπαξε δυο φούχτες νερό να τις πετάξει στο πρόσωπο.

Αααααααχ!! Αυτό θα πει…

Τότε, άκουσε τον πρώτο ψίθυρο.
Ένα κοτσίφι, ανάμεσα απ’ τα φύλλα του δέντρου που ήταν πίσω του, σαν να του είπε:

«Αν θες να κοιμηθείς γλυκά, δίχως κακά όνειρα, κι αν θες ακόμα να χαρίσεις στο νερό την ομορφιά σου , να την κάνει δαχτυλίδι πυργωτό, ρίξε μέσα στο ποτάμι το κίτρινο ροδοπέταλο.
Τότε, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα γι απόψε!»

Ο Μπαμπέσης, χαμογέλασε και κατενθουσιασμένος που κατάφερε τόσο σύντομα να ακούσει μια φωνή, έπιασε στα χέρια του το ρόδο, το μύρισε βαθιά ως τα σωθικά του και ήταν έτοιμος να αποκόψει το κίτρινο πέταλο.

Μα το κίτρινο πέταλο άλλαζε θέση. Πότε ήταν το ένα, πότε το άλλο. Και μάλλον ήτανε οι σκέψεις του που αλλάζανε θέση και ύστερα από λίγη ώρα, όταν ηρέμησε, όταν συλλογίστηκε τον σκοπό του κι όταν τα χέρια του τρυφερά περιεργάζονταν τα ροδοπέταλα, τότε, το κίτρινο καταστάλαξε κι εκείνος με προσοχή το τράβηξε απαλά, αποχωρίζοντάς το από το πράσινο, το κόκκινο και το μπλε.
Κενό στο «ρόδο των νυμφών» δεν είχε μείνει.

Με το που έφυγε το κίτρινο, τα υπόλοιπα τρία πέταλα αγκαλιαστήκανε ξανά.

Ο Ληστής Μπαμπέσης, έριξε το κίτρινο πέταλο στο νερό, το χάζεψε για λίγο που ξεμάκραινε στη ροή, κι έπειτα ξάπλωσε να κοιμηθεί κάτω απ΄το δέντρο…





Συνεχίζεται…