Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Μικρή μου ηλιαχτίδα



Μοιάζεις με αυτόφωτο λουλούδι…

Με μια απλή φράση, είσαι στον κόσμο σου
Με μια λίγο περισσότερο συγκεκριμένη διάγνωση,
έχεις βαριάς μορφής αυτισμό και νοητική στέρηση, μαζί.

Αυτά σου χαρίστηκαν για να πορευτείς.

5 χρονών πια, αλλού χαμένη…
Βλέπει κανείς μέσα απ’ το βλέμμα σου;
Και συ; Τι βλέπεις;

Σου δίνουν φαΐ και δεν ανοίγεις το στόμα σου, ούτε
απλώνεις το χέρι σου να το πάρεις.
Μόνο κοιτάς τα δυο χέρια που επεμβαίνουν στα χείλη σου
και τότε κάτι ίσως αισθάνεσαι, με γεύση μοιάζει,
κι αρχίζεις να το πολτοποιείς στο στόμα σου.
Δεν καταφέρνεις πάντα να καταπιείς
και το φτύνεις καμιά φορά.
Δεν το σκέφτηκες…τι να γίνει…;
Και σου κλείνουν το στόμα για να αναγκαστείς να το κάνεις
Να βρει τον δρόμο του προς τον οισοφάγο.

Μου είπαν πως οι επιληπτικές σου κρίσεις αυξήθηκαν…
Μου είπαν πως είσαι ένα από τα πιο βαριά «περιστατικά» που υπάρχουν.
Δεν μπορείς να κάνεις απολύτως ΤΙΠΟΤΑ...
Δεν έχεις καμία ιδέα…ΠΩΣ

Μια μέρα συνάντησα τη δασκάλα σου στον ειδικό σταθμό που σε πηγαίνουν.

Και τότε έμαθα κάτι ακόμα…

Σε κάθε διάλειμμα σε βγάζουν στην βεράντα μαζί με τ’ άλλα παιδάκια.

Οι τέντες κατεβασμένες
Ανάμεσα στο κενό τους, μια ηλιαχτίδα περνάει.
Και συ, κάθε φορά, κάθε μα κάθε φορά, πας και ξαπλώνεις
στο πλακάκι
στο δρόμο που ανοίγει για σένα ο ήλιος.
Κλείνεις τα μάτια…
Κι είναι σαν χωρίς να φαίνεται, όλοι να μπορούν να διακρίνουν
ένα σου χαμόγελο.

Σώσε με! Της λες…

Μικρή μου ηλιαχτίδα
Σε σένα μέσα κατοικώ
Κλείνω τα μάτια
Κι είμαι εδώ

Τ’ ανοίγω…
Και χάνομαι
Στα τόσα ακατανόητα του κόσμου αυτού
Που στα σίγουρα δεν φτιάχτηκε για μένα





Σσσσσς…μικρή μου ηλιαχτίδα…

Μη με μαρτυρήσεις σε κανέναν!





Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Φαντάζομαι πως...




Αυτό που φοβάμαι περισσότερο, νομίζω, είναι ο θάνατος της φαντασίας.


Η ίδια αυτή ταΐζει τους φόβους μου.
Η ίδια τους ξορκίζει.


Είχα μια ζωή κάποτε θυμάμαι.
Και νόμιζα πως ήταν η ζωή μου.


Κι αν πήγαινα μπροστά, ποτέ δεν αρνήθηκα
να κοιτάζω το πίσω να μένει πίσω.



Κάθομαι πάντα στο βαγόνι του τρένου κοιτάζοντας την αφετηρία
να απομακρύνεται
Γυρνώντας την πλάτη στον προορισμό.

Έτσι κι αλλιώς...εκεί θα φτάσω...

Οι εικόνες ξεμακραίνουν
και γω αναπαυτικά κάθομαι
ρεμβάζοντας ό,τι αφήνω.

Τα μάτια ακολουθώντας τις εικόνες που εναλλάσσονται
σπασμωδικά ξεσκονίζουν τη θλίψη τους.


Σαν ένα ερωτευμένο ζευγάρι που καθώς αποχωρίζονται ο ένας τον άλλον,
κάνουν δυό τρία βήματα με την όπισθεν για να χορτάσουν άλλο λίγο
αυτό που θα χαθεί απ' την όραση.
Κι έπειτα γυρίζουν την πλάτη
και συνεχίζουν να βλέπουν την εικόνα του άλλου,
αποτυπωμένη στο μυαλό...να μια μικρή φαντασία...


Αυτό που φοβάμαι περισσότερο, νομίζω, είναι ο θάνατος της φαντασίας.

Οι ιστορίες που φτιάχνω βλέποντας ένα μικρό παραθυράκι με φως
και μια σκοτεινή φιγούρα
Τα πρόσωπα των συνεπιβατών της διαδρομής μου
ή αυτά στους σταθμούς που περιμένουν.


Και κείνη την κυρία στο παγκάκι με μια βαλίτσα πλάι στα πόδια της.
Τι έχει μέσα? Πού πηγαίνει?


Δεν φταίω εγώ...
Εκείνη φταίει.


Το βλέμα της μου πρόδωσε πως ανυπομονεί να επιστρέψει στο χωριό.
Η βαβούρα του κόσμου την αναστατώνει.

Εκεί θα την περιμένουν
η γη της, τα ζώα της... η εποχή της...
και ο παππούς...

Ήρθε να δει τα εγγόνια της.
Βλέπω και τις τσάντες που κουβαλούσε ερχόμενη, γεμάτες με ελιές
γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδες.

Τις άφησε...
Και εισέπραξε σβουριχτά φιλιά και χάχανα!

Ο παππούς δεν μπορούσε να έρθει.
Έπρεπε να φροντίσει τις δουλείες.


Μα, να!
Έφτασε κι όλας στο χωριό και μπαίνει στο σπίτι.

Ο παππούς την περιμένει στην κουζίνα.
Τα μάτια του λαμπυρίζουν.

Με μια φωνή την ρωτά... "Τα έφερες τα χάχανα"?
Ναι! απαντά κι ανοίγει τη βαλίτσα.


Γέλια παιδιών στην κουζίνα κάνουν μια βόλτα γύρω απ' τον παππού, ψάχνουν
να βρουν το παράθυρο και φεύγουν έξω.
Τα σκυλιά γαβγίζουν, περνάνε απ' το κοτέτσι
κι οι κότες κακαρίζουν!

Και χάνονται στους αγρούς
Την ίδια ώρα που τα εγγόνια τους
κάθονται σ' ένα θρανίο και χαζεύουν έξω απ' το παράθυρο.
Φαντάζονται σε λίγους μήνες που θα' ρθει το καλοκαίρι
και θα πάνε στο χωριό!

Να δουν και τον παππού, που τους έλειψε τόσο!


Και το ζευγάρι απέναντι μου που δεν αντάλλαξε κουβέντα...
Όχι, όχι... όχι... επιλέγω να μην φανταστώ τίποτα γι' αυτό.



Και...και...και...


Από πού άρχισα και πού έφτασα?
Τι με νοιάζει?
Αφού έφτασα στον προορισμό μου απόψε.
Το μολύβι έγινε τρένο και οι γραμμές του τετραδίου
ράγες να καλύψουν τη διαδρομή της φαντασίας.


Είχα μια ζωή κάποτε θυμάμαι...
Και νόμιζα πως αυτή ήταν η ζωή μου.


Μα, φαντάζομαι, πως έκανα λάθος...


Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Το χρονικό μιας...παρ' ολίγον απιστίας!


Με αφορμή την πρόσκληση της surrealist

Η ιστορία είναι σχεδόν πραγματική και τα πρόσωπα σχεδόν φανταστικά.


11 χρόνια είχα να σε πετύχω, κι ας μένουμε 6-7 τετράγωνα κοντά.
Απ’ το σχολείο…
Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα…
Τι τα θελα και κείνο το πρωινό σε πέτυχα μπροστά απ το σπίτι μου;

Nα μην τα πολυλογώ γιατί θα τα πολυλογήσω εις την πορεία… συναντηθήκαμε, πήγαμε για καφέ κάμποσες φορές, κάτι μου’ κανε, κάτι του’ κανα, αυτός σε σχέση (για να τη χέσει), εγώ μόνη… ανταλλάξαμε τηλέφωνα και να το!

Ντριιιιιιιιιν!

-Έλα!
-Έλα!
-Παρασκευή σήμερα και είπα μήπως θα ψηνόσουνα να έρθεις απ’ το σπίτι, να σου μαγειρέψω και να αράξουμε.
-Χμμ…ε, ναι… αλά ξέρεις, έχω το κουτάβι και δεν θα μπορέσω να καθίσω πολύ.

Μόλις είχα αποκτήσει τον σκυλούρη μου μια και είχα αποφασίσει ότι μιλάω που μιλάω μόνη μου δουλεύοντας τόσες ώρες στο σπίτι… ας έχω και κάποιον να μ’ ακούει να νιώθω ότι δεν έχω τρελαθεί ακόμα… συν του ότι… είχα πάρει βαθιά μέσα μου μια απόφαση...πως…ε…να…είδα κι απόειδα και ίσως θα’ ταν καλύτερο ο επόμενος μου γκόμενος να είναι τετράποδο!

-Άντε έρχομαι!!! Δυο βήματα είμαστε…

Δεν μου πέρναγε κι απαρατήρητος ο τύπος και αφού μου είχε αναφέρει πως στη σχέση του νιώθει ολίγον εγκλωβισμένος και πως η ζήλια από πλευράς της πάει σύννεφο και πως πρέπει να βαράει προσοχή καθημερινά…(γιατί ανδροχωρίστρα δεν γίνομαι βρε αδερφέ!) είπα να σενιαριστώ και να αφήσω στην μοίρα το ενδεχόμενο της συν-εύρεσης…

Πουτάνα-μοίρα… βάλατε Χ

Μπαίνω μέσα, η μακαρονάδα έτοιμη!
Δεν θα το κρύψω… δεν συγκλονίστηκα! Δεν φτιάχνεις μακαρονάδα για ρίξεις γκόμενα!
Τεσπα, αφού φάγαμε δίχως κεριά και δίχως πολλές σάλτσες κατευθυνθήκαμε προς το δωμάτιο του, όπου και περάσαμε στη δεύτερη φάση.

-Να σου δείξω αυτό (στο internet) και να σου δείξω και κείνο…

Και να σου οι μουσικές και να σου τα βιντεάκια και να σου… που το διπλό τεραστίων διαστάσεων κρεβάτι του οπού και καθόμασταν ήταν στο μισό μέτρο απ τον υπολογιστή….μα εγώ αντί να ακούω και να βλέπω, ένιωθα τη αμηχανία πρωταγωνίστρια μιας αβέβαιης νύχτας.

Ντριιιιιιν! Το τηλέφωνο. Μάλλον όχι ντρίιιιιιν…. Τα ρα ραρα τα ρα ραρα τα ρα ραραρα… (βλ.: κινητό nokia)

O τύπος μου’χε μιλήσει για τη σχέση του αλλά ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πως αποκλείεται να έχει μιλήσει στη σχέση του για μένα…

-Δεν θα το σηκώσεις?
-Όχι μωρε…γιατί άμα της πω πως είμαι με παρέα κα μάλιστα γυναικεία θα φρικάρει.
-Οκ

Το τηλέφωνο τα ρα ραραρα ξαναχτυπάει.
Ξανά και ξανά και ξανά!!!!

-Ρε φίλε, θα ανησυχήσει η κοπέλα μήπως είναι μαλακία αυτό που κάνεις? Αφού δεν τρέχει τίποτα γιατί να φερόμαστε σαν να τρέχει κάτι.
Είσαι με μια φίλη σου…και τι έγινε δηλαδή… και στο τέλος τέλος πες πως είσαι μόνος σου αλλά…σήκωσέ το ρημάδι ταρα ραρα και ταρα ραρα!!!!!

Δεν το κλείνω το στόμα μου η πουτάνα…

Πουτάνα – μοίρα 1-0


Και ενώ πια έχω αρχίσει να παραξενερώνω… σκέφτομαι να επιστρέψω στον σκυλούρη μου σιγά σιγά… (τα τετράποδα που λέγαμε…)

Μα… το κουδούνι της πόρτας χτυπά!

Ωχ αμάν αδερφάκι μου!!!!


Ο τύπος έχει αλλάξει όλη την γκάμα pantone και καθώς τον έχει λούσει κρύος ιδρώτας αποφασίζει φυσικά πως δεν θα ανοίξει και κλείνει όλα τα φώτα για να μην καταλάβει η λεγάμενη πως είναι στο σπίτι…

Το κουδούνι χτυπά και ξαναχτυπά.
Έπειτα σταματάει.
Νομίζουμε πως πέρασε η μπόρα.
Το κινητό ξαναχτυπά.
Είναι η μάνα του.
-Τι έγινε παιδί μου η καλή σου σε ψάχνει, που είσαι? Είναι κάτω απ’ το σπίτι και λέει πως δεν ανοίγεις, τσακωθήκατε?
-Νo , but I ‘m not alone. You know…

(Mου το γύρισε στο Αγγλικό, ευκαιρία να γουστάρω κι όλας που το μιλάει τόσο καλά… ξενόφερτος γαρ…)

Πουτάνα-μοίρα 1-1

Να δεις τι σου’ χω για μετά!

-Λεω να πηγαίνω καλύτερα μωρέ… και που θα ξέρει αυτή από ποιον όροφο κατέβηκα…θα πάρω το ασανσερ από τον πέμπτο.
-Όχι! Μη μου το κάνεις αυτό!
-Και τι να κάνω ρε συ? Έχω και τον κούταβο που περιμένει….
-Όχι! Δεν θα πας πουθενά! Περίμενε! Θα φύγει!
-Ρε…μήπως να της ανοίξεις? Κοίτα, δεν έχω σκοπό να κρυφτώ σε καμιά ντουλάπα αλλα…

Γκλινκ Γκλονκ (το κουδούνι στην πόρτα του σπιτιού)

Πουτάνα-μοίρα 1-2

Τα φώτα σβηστά…μ’ εχει πιάσει νευρικό γέλιο. Ο τύπος βρίσκεται σε τρελό πανικό. Εγώ του ζητάω συγνώμη που δεν μπορώ να κρατηθώ…
Σουτττ!!!!!!!!! Μου λέει.
Εγώ γελάω ασταμάτητα όσο πιο σιγά μπορώ!

Η κοπελίτσα σταματάει να χτυπα το κουδούνι το δικό μας και χτυπάει το κουδούνι των διπλανων!
Ο τύπος τρέχει να κλείσει τις μπαλκονόπορτες. Σκέφτεται πως είναι ικανή να πηδήξει για να περάσει μέσα στο σπίτι.

Μα για όνομα!!!!

Πουτάνα- μοίρα 1-3

Να δεις τι σου’ χω για μετά!

Κολλάμε το αφτί μας στον τοίχο και προσπαθούμε να ακούσουμε.
Εγώ ακουώ κατι του στυλ… και η μαμά του είναι μέσα στο κόλπο…και αφου το ξέρω ότι είναι μέσα…το’ ξερα εγώ…
Κλάματα και αναφιλητά! Ο άλλος δεν ακούει τίποτα και φέρνει ένα ποτήρι. Το βεντουζάρει στο αφτί και ακουμπά στον τοίχο!
Κοντεύω να σκάσω, ανήμπορη να ξεσπάσω δυνατά το αστείον του πράγματος!

Και να’ ξερες κοπέλα μου…πως μια μακαρονάδα φάγαμε και κάτι μουσικές ακούσαμε…και να πω ότι το έφαγες το κέρατο? Αμ δε??

Έχω ήδη πολυλογήσει και η ώρα έχει περάσει…
Κάνα δίωρο μας πήρε όλη αυτή η ιστορία μέχρι που ησύχασαν τα πράγματα, την ακούσαμε να φεύγει από δίπλα, να χτυπάει μια τελευταία φορά το κουδούνι κι έπειτα…σιωπή…

Περνάει κανα μισάωρο…
Αγαπητέ, άντε, να φεύγω τώρα, ήρθε η ώρα και…ίσως…σε ξαναδώ…αντίο!

Κατεβαίνω κάτω, ανοίγω την πόρτα της εισόδου και νιώθω λες και μόλις αποφυλακίστηκα. Μια βαθιά ανάσα κι ένα φιουφ!!!

Κατευθύνομαι προς το αυτοκίνητο ανακουφισμένη που τελείωσε αυτό το μαρτύριο.
Τελείωσε???

Ακουω από λίγο πιο μακρυά… «ε!!! Εσύ!!!!» γυρνάω και διακρίνω μια σιλουέτα να πλησιάζει τρέχοντας.
Αυθόρμητα αρχίζω να τρέχω!

Πουτάνα- μοίρα 1-4

Δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνει αυτό!
Μπαίνω στο αυτοκίνητο κάνω όπισθεν σπινάροντας και ξεκινώ τέρμα το γκάζι.
Έχει μπει κι αυτή στο δικό της και με ακολουθεί.
Αναβοσβήνει τους προβολείς! Σε μια στροφή με πλησιάζει.

Σκέφτομαι να σταματήσω και να της τα πω μια και καλή…αλλά περνάει κι απ’ το μυαλό μου το κακό. Αυτή είναι ικανή να αρχίσει τα μαλλιοτραβήγματα!
Και γω δεν είμαι για τέτοιες ξεφτίλες.


Νιώθω λες και παίζω σε ταινία δράσης!
Τα κατάφερα!
Ξέφυγα από τον εχθρό!

Κανείς πλεον δεν με ακολουθεί!
Φτάνω σπίτι.
Μπαίνω μέσα… 3 μαξιλάρια φύλλο και φτερό, δυο μάτια να με κοιτάνε πονηρά και μια ουρίτσα να κουνιέται ασταμάτητα.


Χαλάλι σου μωράκι μου! Χαλάλι σου!!!!
Τον παίρνω στην αγκαλιά μου και πέφτω τέζα στο κρεβάτι. Πιστέ μου φιλαράκο…

Πουτάνα μοίρα…τι το’ θελες το δίποδο τετράποδο?

Βαριά η μακαρονάδα!

Καλή χώνεψη …
patsiouri...έχεις πρόσκληση...περί απιστίας...

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Tυχερά Παιχνίδια...


Εαρινή ισημερία και πανσέληνος και παγκόσμια ημέρα ποίησης
Και να, που σήμερα η μέρα ξεκίνησε άνευ ήλιου και αιτίας.

Ξύπνησα απ το όνειρο. Εκείνο που βρισκόμουν στην Ανάφη. Στην παπαδιά του Ρούκουνα η οποία είχε μεταμορφωθεί σε υπερλουξ εστιατόριο με μεγάλους μπουφέδες και παραρτήματα φαγητών γλυκών και φρούτων.
Ο παπάς παρόλα αυτά φώναζε : "Zαμπέέέέτα φτιάξε μου ένα καφέ!"
Έψαχνα απεγνωσμένα να βρω μια καβάτζα κι αντί για δέντρα στην παραλία του Ρούκουνα είχε εγκαταστάσεις υπερσύγχρονων αποδυτηρίων.
Ο βράχος της καλαμιώτισσας στις πλαγιές του είχε μισόχτιστες μεζονέτες και στον αέρα αντί για κουρούνες περνούσαν πύραυλοι.
Επηρεάστηκα στα σίγουρα από χθες που έμαθα πως για πέντε χρόνια το ΝΑΤΟ θα εκμεταλλευτεί την αναφική αγκαλιά για τις δοκιμασίες του. Εξού και το καινούριο λιμάνι…. Α ρε μπούρτζοι!
Εφιάλτης.

Ξύπνησα πιστεύοντας πως καλώς και ξύπνησα.
Κοίταξα απ’ το παράθυρο. Βροχή. Ω γλυκύ μου έαρ…
Μα η βροχή ακουγόταν πολύ κοντά…
Μπήκα στο εργαστήριο. Το ταβάνι έσταζε…πανικό.
Ο "από πάνω" με την ανακαίνιση και τα νέα κουφώματα αλουμινίου...κάτι δεν έκανε καλά.
Κoυβάδες, πετσέτες υγρές πατημασιές από πατουσάκια σκύλου σε όλο το σπίτι.
Μέσα σε 10 λεπτά, η μέρα έμοιαζε εφιαλτική.
Καλημέρα!

Αφού η κατάσταση ήταν υποτίθεται υπό έλεγχο, πήρα το σκύλο και πήγαμε την καθιερωμένη βόλτα στο δάσος. Οι σταγόνες της βροχής στο πρόσωπό μου είχαν μπερδευτεί με τα δάκρυα.
Κατά τ’ άλλα φορούσα αδιάβροχο. Πήρα και τη φωτογραφική μηχανή μήπως και καταφέρω να ισορροπήσω τα νεύρα μου απαθανατίζοντας στιγμιότυπα ανοιξιάτικων χρωματισμών παρέα με σταγόνες δροσιάς.
Άρχισα να μαζεύω λουλούδια. Ο σκυλούρης έτρεχε κατενθουσιασμένος και κυλιόταν ανάσκελα στο βρεγμένο χορτάρι.
Ήμουν ήδη καλά.
Επέστρεψα σπίτι αποφασισμένη πως επιτέλους θα ξεκινήσω τη δουλειά που είχε ήδη μείνει πίσω. Με τόσες διακοπές ρεύματος αυτές τις μέρες, δεν κατάφερνα να βάλω φούρνους για να ψηθούν τα κεραμικά.

Μπαίνω στο βοηθητικό δωμάτιο και ημιεργαστήριο. Βροχή και εκεί!
Μα καλά…στων κουφωμάτων την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!
Χτυπάω το κουδούνι του από πάνω αλαφιασμένη και η σπιτονοικοκυρά μόλις κατάπινε την μεσημεριανή μπουκιά… λέγοντας μου…α ναι?? Πλημμύρισε και το άλλο δωμάτιο? Και είπα στην καθαρίστρια να προσέξει με τα νερά στις βεράντες!

Εμένα ποια καθαρίστρια θα με βοηθήσει να καθαρίσω τον τοίχο, να σφουγγίσω την ραπτομηχανή, να πλύνω τις πετσέτες, να στεγνώσω τα παιδικά επιτραπέζια παιχνίδια μου, να επισκευάσω το ασύρματο τηλέφωνο που κάνει μπιου μπιου γιατί πνίγηκε?

Και το χειρότερο…?

Πως θα αντικατασταθούν καταγεγραμμένα στιγμιότυπα του παρελθόντος στις βρεγμένες πια κασσέτες από την βιντεοκάμερα με τα ταξίδια του πατέρα που έχει φύγει πια για τα καλά, με τις συναυλίες που κάναμε με τον αδερφό μου στο δωμάτιο όντας παιδιά, με το ταξίδι μου στην Αίγυπτο και το project για την επερχόμενη έκθεση?
Ααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααα!!!!!!!!!

Παίρνω μια πετσέτα και την χτυπάω δεκάδες φορές στο τραπέζι. Κοπανάω πόρτες ντουλάπια κλωτσάω ό,τι βρω. Χαίρομαι που αυτή τη φορά κατάφερα να αντισταθώ στο να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο…

Ποιος μαλάκας θα τα φέρει βόλτα όλα αυτά??? Εγω!!!

Τα νερά τρέχουν ανεξέλεγκτα όπως και τα δάκρυα. Νεύρα! Τσαντίλα! Εαρινή παράκρουση μιας Παρασκευής που ό,τι πιάνω γίνεται βροχή!

Παίρνω τη μητέρα μου. Μαθαίνω πως κάποιος υπερβολικά κοντινός μου άνθρωπος έχει έναν μεγαλο-ιό στο συκώτι και είναι απελπισμένη.

Σκατά!
Όλα αυτά διορθώνονται…. Η υγεία όμως???

Θυμώνω ακόμα περισσότερο!!!!

Η μητέρα έρχεται από δω… συναντιόμαστε με τον γείτονα… τι να λέμε τώρα???

Παίρνω απόφαση πως σήμερα η μέρα είναι χαμένη. Δεν θα δουλέψω.
Παίρνω το αυτοκίνητο και πάω στο παιχνιδάδικο.
Αύριο θα παραδώσουμε παιχνίδια, πάνες καλλυντικά και ό,τι άλλο, στην εκστρατεία που οργάνωσε ο αγαπητός panoptis για τα παιδάκια που γεννιούνται στις φυλακές.

Παίρνω καρότσι και σουλατσάρω στους διαδρόμου ενός τεράστιου παιχνιδάδικου.
Μέχρι τώρα, αγόραζα παιχνίδια για την βαφτιστήρα μου…
Τώρα…σωπαίνω καθώς διαλέγω τα παιχνίδια. Σωπαίνουν τα νεύρα και οι τσαντίλες.
Θα παίξουν πίσω από σίδερα αντοχής και ενοχής. Άγνοιας και ερωτηματικών.
Ο δεσμοφύλακας είναι ο μπαμπάς μου?
Μαμά? Γιατί πρέπει να μείνουμε εδώ μέσα? Για πόσο?

Γεμίζω το καρότσι με παιχνίδια για παιδάκια εως 3 ετών. Δεν ξέρω πως είναι. Δεν θα τα δω ποτέ. Μα τα φαντάζομαι να σκάνε ένα χαμόγελο.
Αν ήξεραν πόσο τα έχω ήδη αγαπήσει.
Τι κάνω? Τι θα τους άρεσε? Τι θα μπορούσε να ελευθερώσει την φαντασία τους?
Τι σκατά συμβαίνει σ’ ετούτο τον κόσμο?

Η υπάλληλος στο ταμείο μου χαμογελάει! Όλα μαζί να τα βάλω? Με ρωτάει.
Ναι, της απαντάω.
Τυχερό το παιδάκι σας, μου λέει…

Θα θελα τόσα να της πω…
Μα δεν βγαίνει ίχνος φωνής.
Δεν μπορώ ούτε να ψελλίσω…
Κιχ…
Κιχ δεν μπορώ να βγάλω…

Κι ακόμα, δεν έχω μιλήσει σε άνθρωπο. Μόνο σε αυτό το καταραμένο μηχάνημα γράφω…

Καταραμένο?

Πόσο διφορούμενες έχουν γίνει οι επιλογές μας?
Δίχως αυτό το μαραφέτι… ακόμα, θα τα’ κανα όλα λαμπόγυαλο!


Αν μίλαγαν τα παιχνίδια θα μου’ λεγαν…πως είναι τα πιο τυχερά παιχνίδια του κόσμου. Όχι φρουτάκια και μαλακίες.

Αυτά είναι τα τυχερά παιχνίδια…
Φρούτα που δεν πετάχτηκαν σαπισμένα…
Αλλά εκπλήρωσαν το σκοπό τους και με το παραπάνω.

Πανόπτη… σε ευχαριστώ…

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ



---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---
---

ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ ΟΝΤΑΣ ΜΕΓΑΛΟΙ
ΑΛΩΝΙΖΟΥΜΕ ΣΑΝ ΝΟΗΜΟΝΑ ΟΝΤΑ
ΝΟΩΝΤΑΣ…

ΠΩΣ ΜΕΓΑ ΚΑΙ ΤΡΑΝΟ
ΤΟ ΟΝ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΣΘΗΚΕ
ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ.

ΝΕΑ ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΗ ΑΠΟ ΣΥΝΘΕΣΗ
ΚΡΑΜΑ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗΣ ΑΠΟ ΚΛΑΜΑ ΟΥΡΑΝΟΥ
ΧΡΩΜΑ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΤΟΞΟΥ ΜΗ ΤΟΞΙΚΟΥ
ΚΑΙ ΧΩΜΑ ΑΠΟ ΓΗΙΝΟ ΚΑΘΑΡΙΟ ΠΥΡΗΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΜΙΚΤΟ ΜΕΘΟΚΟΠΗΜΑ ΜΕΘΗΣ
ΚΑΙ ΚΟΠΟΥ
ΕΝΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΕΚ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΣ(?)

ΜΙΑΣ ΜΑΝΙΑΣ ΝΑ ΥΨΩΘΕΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ
ΝΑ ΚΑΤΟΙΚΗΣΕΙ Η ΖΩΗ
ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ Η ΘΕΛΗΣΗ ΣΑΝ ΤΙΜΩΡΙΑ
ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ.


Επιλέγει το λοιπόν, δρόμο αναγκαίο και προχωρεί
με απώτερο σκοπό την αυτοκαταστροφή,
διαιωνίζοντας στον αιώνα των άπαντα την μανία του αφανισμού.
Μακρόσυρτη ηχώ μια κραυγής που μας συνοδεύει πάντα, μάθαμε όμως
να μην την ακούμε. Μάθαμε καλά να ξεχνάμε το παρελθόν μας.

Η εξυπνάδα φούσκωσε τα μυαλά μας κι έγινε η νικήτρια αντίπαλος
Των φόβων μας.
Για κάθε φόβο και μια ιδέα.
Για κάθε ιδέα κι ένα βήμα μπροστά.
Για κάθε βήμα μπροστά κι ένα βήμα πίσω
Περπατώντας ανάποδα.

Θα έρθει μια μέρα κι ούτε που θα το καταλάβουμε πως
μέσα σε μια γυάλα θα ζούμε.
Θερμοελπίδα.

Μας καλάρεσε η ζωή
Μα παλεύουμε το ίδιο μας το λάθος.


Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Είσαι εσύ?
























30 σκαλοπάτια
Κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μου.
1977 κατάστιχα να προδίδουν ένα ένα στιγμιότυπα ελπιδοφόρας απελπισίας.
15 λεπτά στο φούρνο μικροκυμάτων

Έχουν πια ψευτοκοκκινήσει τα μάγουλά σου.

Βιαστικά μ’ έπεισες να δραπετεύσω στην τρέλα μιας Γιαννιώτικης γειτονιάς.
Τι είχες Γιάννη τι είχα πάντα…

Πάντα είχα μια ακατονόμαστη λαχτάρα να βρω τα μέτρα μου.



Δεν χωράς πουθενά
Χωρώντας παντού σε μιας σταλιάς τα’ αμέτρητα σκηνικά
Που αισθητικά ατημέλητα δημιουργείς

Για να χορέψεις μέσα τους.

Και χορεύεις
Άρση και θέση
Συναίσθημα και λογική

Πώς χωράς συναίσθημα στη λογική και λογική στο συναίσθημα;

Εισπνοή και εκπνοή
Πνοή μιας μεγάλης απόφασης να συνεχίσεις.

Στον ατομικό σου καύσωνα
Κάνεις αέρα στον εαυτό σου κρατώντας μια σελίδα
Και το χέρι για να σου χαρίσει τη δροσιά
Πρέπει να μπει στον ρυθμό και να μη σταματά

Να στριφογυρνάς, μου λέει
Να γέρνεις στο πλάι το κεφάλι και
Κει που τα χέρια στις τσέπες σε καθησυχάζουν
Να τ’ ανοίγεις διάπλατα
Για να πάρεις τη στροφή λίγο πιο… λίγο πιο…
Λίγο πιο γρήγορα για να προλάβεις
Να σ’ αγκαλιάσεις

Απεγνωσμένα ψάχνεις για γεμάτα ποτήρια
Ν’ αδειάσεις
Να γεμίσεις
Νομίζοντας πως αυτό είναι που σε κάνει να συνεχίζεις
Τον ξέφρενο χορό.

Όχι όχι δεν είναι αυτό

Είσαι εσύ
Τόσο πολύ εσύ είσαι, που τρομάζεις
Ψάχνοντας μια δικαιολογία


Να παραμείνεις μασκαράς



















Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008

Θα ψάξω να βρω την άνοιξη μέσα στην πόλη






Αυτή η ακούραστη ανάγκη για έρωτα
πάντα κάνει την αγάπη να τρέχει ξυπόλυτη.
Σβήσε το φως και άκου.
Πριν φύγω θα σου ψιθυρίσω μια ευχή:
Να λαβώνεσαι μονάχα την άνοιξη.
Τότε, που οι κερασιές μοιάζουν με χιόνι.