Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

με ποιό τραγούδι θα' λεγες "Σ΄ αγαπώ"?

Μετά από πρόσκληση του αγαπητού ammosstamalliamou συμμετέχω στο νέο bloggoπαίχνιδο...


Οι κανόνες έχουν ως εξής: Διαλέγεις ένα ή δυο τραγούδια με τα οποία θα έλεγες το σ’αγαπώ στον-ην σύντροφο σου ή κάποιον-α που σε ενδιαφέρει. Σε περίπτωση που επιλέξεις δύο κομμάτια, απαραιτήτως το ένα θα πρέπει να έχει αντρικά και το άλλο γυναικεία φωνητικά. Δεν υπάρχει περιορισμός ανάμεσα σε σόλο καλλιτεχνές ή γκρουπς, βάζετε ότι σας εκφράζει περισσότερο. Προσοχή, οι Prince και Mika θα θεωρηθούν γυναικείες φωνές οπότε αυτόματα η συμμετοχή σας κηρύσσεται άκυρη.


Αν και δεν ήταν πολύ εύκολη η απόφαση...


...Ι want you...






...θα' ταν όλα αληθινά...






στέλνω πρόσκληση στους
vjspyros
m
rimeimprovvisate
crazy chef

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Συμ(φιλί)ωση

Καθρέφτες κοιτάζουν μέρα νύχτα
Το απέναντι ακίνητο της μοναξιάς

Ώσπου εσύ, το είδωλο του εγώ σου
Μπαίνεις μπροστά

Κι η μνήμη του καιρού
Τα μονοπάτια του χρόνου
Και η εικόνα σου, του ΤΩΡΑ

Βάλλονται στιγμιαία ν’ απαντήσουν.



Ποιός είσαι; λέει ο εαυτός
Ποιος είμαι; λέω εγώ

Ποτέ δεν καταφέραμε μπροστά σ’ αυτό το αντίκρισμα
Να γίνουμε ένα.


Ποτέ;


Κι όμως θυμάμαι την πρώτη μου φορά
Όταν στα μάτια με κοίταξα βαθιά
Και είπα…εγώ είμαι εσύ

Και το "εσύ" που έβλεπα τα χείλη μου να λένε
Σε μένα μίλαγε.




Το είδωλό μου κλεισμένο σ’ ένα άηχο απέναντι
Και γω εδώ να το κοιτώ
Κι αντί να βλέπω απέναντι
Να βλέπω μέσα μου.


Πώς στέκεσαι εσύ κι ο εαυτός σου ατρόμητοι
Μπροστά στον μεγαλύτερο προδότη;



Κοίτα.
Κοίτα! Κοίτα εμέ !!!

Όχι τα ρούχα και τη ζώνη
Όχι τα μαλλιά και τα στολίδια σου.
Κοίτα.
Κοίτα το βλέμμα σου.
Εκεί μέσα.

Τι κάνεις εαυτέ;
Για προσπάθησε να του πεις ψέματα…




Θυμάμαι…

Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια μου ξανά.
Προσπαθώντας να μην στρέψω το βλέμμα, πλησίασα.

Ήταν καιρός πια
Να συμφιλιωθώ
Και να μ’ αγαπήσω

Μήπως κι εγώ
Μαζί με τους εαυτούς μου
Και το είδωλό μου
Καταφέρουμε ν’ αποφασίσουμε
Από κοινού
Τον δρόμο για την ευτυχία













Να μου μιλάς
Μου είπε το μέσα μου
Καθώς απομακρύνθηκα απ’ το είδωλό μου
Κι έγινε η σκιά μου

Να μου μιλάς και να μ’ αγαπάς
--------------------------

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

σελίδα 123 από τελεία σε τελεία...


Έπειτα από πρόσκληση του vjspyros συμμετέχω στο page 123 book meme

Από "Το βιβλίο των εναγκαλισμών" του Eduardo Galeano

σελίδα 123: Η αποθέωση των αντιφάσεων/2
περίοδοι 6,7 και 8:
"Σε τελευταία ανάλυση, είμαστε ό,τι κάνουμε για ν' αλλάξουμε αυτό που είμαστε.
Η ταυτότητα δεν είναι μουσειακό αντικείμενο, να κάθεται φρόνιμα στην προθήκη, αλλά η αείποτε εκπληκτική σύνθεση των αντιφάσεων της καθημερινότητάς μας.
Σ' αυτή την πίστη, την πρόσκαιρη, πιστεύω".


1. Πιάνω το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε μένα
2. Ανοίγω το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρίσκω την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Αντιγράφω τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζητώ από 5 bloggers να κάνουν το ίδιο
Αν θα ήθελε η m στην αποτύπωση τυχαίων συνειρμών της να αποτυπώσει τρείς ακόμα τυχαίες αράδες...
και η roadartist άλλες τρείς τυχαίες διαδρομές στους δρόμους της...
κα ο panoptis να προσθέσει στη θέα του τρεις ακόμα εικόνες με φως...
και ο exoaptonkyklo να περικυκλώσει τρεις περιόδους σε ακτίνα μικρότερη του χάους...
και ο sclakonas να βάλει τον Σωκράτη να διαλέξει το βιβλίο και να ξεπεράσει την θεωρία της λογικής αταξίας...
σας προσκαλώ!

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2008

βρώμα


Μικρές στιγμές, μοιάζει αρκετό να’ ναι το λίγο.
Ξέρεις εσύ, πάντα ήξερες, πως μια στιγμή μόνο δεν φτάνει…
…Όταν στροβιλίζεται η χαρά, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα σου, δεν τη λερώνεις.

Μα η χαρά αρχίζει το παιχνίδι, λερώνεται από μόνη της.
Τσαλαβουτά επίτηδες στη βρώμα.
Στη βρώμα που εσύ ονόμασες έτσι.
Γιατί δεν άντεχες ν’ αφήσεις τίποτα …ανώνυμο…

Βρώμα.

Η βρώμα έχει τη δική της υπόσταση. Συστατικά χαράς κι ελευθερίας.
Πάντα κάποιος την κυνηγά για να την επαναφέρει στην τάξη.
Οριοθετημένο χρονικό διάστημα της αντοχής του ΚΑΘΕΝΑ.

Σε βρώμικο πιάτο δεν θα φας μα ένα βρώμικο πιάτο προδίδει πως έφαγες.
Σε καθαρά σεντόνια σ’ αρέσει να ξαπλώνεις…
Μα όταν ξεστρώνεις το κρεβάτι και τα βάζεις στ’ άπλυτα, πραγματοποιημένες εικόνες περνάν φευγαλέα απ’ το μυαλό.

Ερωτικές συνευρέσεις ή σιωπηλό κλάμα κάτω απ’ το μαξιλάρι.
Μια εικόνα απ’ το βιβλίο που διάβαζες ή μια αφόρητη νύχτα που θέλεις να ξεχάσεις…
Κι έτσι…τα αλλάζεις…προτιμώντας να ξαπλώσεις σε μια ψευδαίσθηση πως τίποτα δεν συνέβη στ’ αλήθεια.

Η βρώμα, επίλογος στα κεφάλαια της ζωής και
η καθαριότητα, λευκή σελίδα έτοιμη να γεμίσει.

Μέσα στο πλυντήριο, μαζί και η χαρά, στροβιλίζεται και χασκογελάει.
Ισχυρό λευκαντικό στους δύσκολους λεκέδες, δεν μασάει…

Σίδερο δεν παίζει.
Η χαρά δεν σιδερώνεται.
Οπότε πιο γρήγορα την περιμένεις να’ ρθει.



Υπάρχουν και κάποιοι, που στα ψέματα λερώνονται μα εμένα τι με νοιάζει….
Υπάρχεις και συ, δύσκολος λεκές σε ρούχο καθαρό που δεν μ’ αφήνεις να το φορέσω και λίγο με πειράζει…

Υπάρχουν κι αυτά τα βρωμισμένα χιόνια στην άκρη του δρόμου μαζεμένα να μου θυμίζουν πως δεν ήταν αυταπάτη
η χαρά του χιονοπόλεμου
οι γλίστρες κι οι βουτιές
κι ο μάγκας ο χιονάνθρωπος που φίλο μου τον έκανα για λίγο
ξέροντας
πως
περαστικός ήτανε…

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008

Με τον καιρό να' ναι κόντρα...



Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη που τραμπαλίζεται για ιδέστε όλοι τον ξενομπάτη πως δε ζαλίζεται


Για ιδέστε τον ακροβάτη που κι όταν πέφτει γελά και ποτέ δεν κλαίει, ποτέ δεν κλαίει


Για ιδέστε πού 'χει το ερημοπούλι αίμα στο φτερό πετά κι ας τό 'βρε θανάτου βόλι κόντρα στον καιρό
Με τον καιρό νά 'ναι κόντρα έχει τιμή σαν πετάς να μένεις μόνος, να μένεις μόνος


Για ιδέστε όλοι, ιδέστε και μένα άλλο δε ζητώ πού 'χω στους ώμους φτερά σπασμένα και ακροβατώ


Γύρισε κάτω η μέρα κι ακόμη εσύ να φανείς μην κλαις πουλί μου, μην κλαις πουλί μου


στίχοι - μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης












Get this widget Track details eSnips Social DNA

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Κραυγή Ευτυχίας

4.30 το απόγευμα έκλεισε πίσω της την πόρτα του σπιτιού της λέγοντας πως πάει μια βόλτα.

Η εμμονή της κατάκτησης σάρωνε τους διαδρόμους του εγκεφάλου.
Μα στην πραγματικότητα περπάταγε στο δρόμο σκυφτή, ψάχνοντας κάτι.
Κάτι να βρει.
Κάτι που θα την έκανε έστω για μια στιγμή να νιώθει σπουδαία! Να νιώθει σημαντική!

Κι όμως, πόσο σημαντική ήταν ήδη και δεν το’ ξερε.
Το’ χε ξεχάσει.

Πόσο σημαντική για κείνον. Τον σύζυγο που της έλαχε και που πορεύτηκε πλάι της σιγανά.
Πόσο σημαντική για μένα.
Για μένα που μου’ μαθε από μικρή να μπορώ να κάνω τις σκανδαλιές μου ελεύθερη χωρίς να ακολουθεί η οποιαδήποτε κριτική.
Παιδιά δεν είχε…

Το κρύο τσουχτερό και η μέρα στο τέλος της.
Μα εκείνη περπάταγε ακόμα.
Η ώρα 8:00μ.μ. σ’ ένα δωμάτιο του μυαλού της κάτι της έλεγε ότι πάει στραβά.
Μα σε στραβό γιαλό είχε μάθει ν’ αρμενίζει. Κι είχε νυχτώσει πια.

Το τηλέφωνο χτύπησε.
-Μήπως είναι εκεί η νονά σου; Έχει φύγει απ’ τις τεσσερισήμισι κι ακόμα να γυρίσει.
-Όχι…. ‘όχι , εδώ δεν είναι…

Σκεπτόμενοι το χειρότερο πριν κάνα χρόνο μεταξύ αστείου και σοβαρού λέγαμε:
«Καλά, η νονά καμιά μέρα θα φύγει και δεν θα θυμάται να γυρίσει»!

Το σοβαρό πέρασε μέσα απ’ το καλώδιο του τηλεφώνου και έφτασε στον εγκέφαλό μου
Και το αστείο, καθόταν απέναντι και μου’ ριχνε μια μούτζα.
Η νονά αγνοείται…

Ρίχνει χιονόνερο. Το μάλλινο παλτό της έχει βαρύνει. Τα πόδια βρεγμένα, τα βήματα ασταθή.
Η πορεία της ατέλειωτο οχτάρι κάνει κύκλους στο μυαλό και οι χτύποι της καρδιάς δυναμώνουν.

Σκύβει, μαζεύει έναν αναπτήρα. Τον ανάβει. Δεν ανάβει. Τον βάζει στην τσέπη. Συνεχίζει.

Στο αστυνομικό τμήμα ο σύζυγος και αγαπημένος μου νονός αναφέρει το συμβάν.

-Θα σας ενημερώσουμε…

Και επιστρέφει σαστισμένος στο σπίτι.
Ανοίγει την τηλεόραση. (Κάτι μπορεί να ακούσει).
Μα πως; Έχουν περάσει μόνο 5 ώρες.
Ποιος είναι πιο βαθιά νυχτωμένος;

Εγώ, ζητάω από δυό φίλους να το παίξουν οι πατερίτσες μου γι’ αυτή τη νύχτα που αξημέρωτη μου μοιάζει ήδη.

Και μαζευτήκαμε απόψε εδώ να παίξουμε το παιχνίδι «Γραφείο κινήσεως» των εφημερευόντων νοσοκομείων.
Το χέρι προσπαθούσε να καθυστερήσει όσο μπορούσε να πληκτρολογήσει τους αριθμούς.

- Μήπως σας φέρανε μια γυναίκα αγνώστων στοιχείων ή… Ευτυχία Τάδε;
- Περιμένετε παρακαλώ.
- Περιμένω.

Περιμένω και μια τρέμω και μια ηρεμώ και μια ελπίζω πως ίσως και θα’ ταν καλύτερο να ακούσω ένα ΝΑΙ, εδώ είναι.

Μα ΟΧΙ. ΟΧΙ, δεν ήταν σε κανένα.

Περπατάει σκυφτή. Και σε κάποιο δωμάτιο του μυαλού της αναρωτιέται «είναι από δω αυτό το κάπου που πηγαίνω»;

Βρίσκει έναν αναπτήρα. Τον ανάβει. Δεν ανάβει. Τον βάζει στην τσέπη.
Ένα μηχανάκι περνάει. Παραλίγο να την πατήσει.

«Πού πας μωρή κωλόγρια; Θες να μας σκοτώσεις;» φωνάζει και απομακρύνεται.


Μαζί με τους φίλους μου βγαίνουμε στο δρόμο. Ψάχνουμε στη γειτονία. Όλα τα πιθανά σημεία της συνηθισμένης της βόλτας.
Φοράμε σκούφους και κασκόλ. Το κρύο τσουχτερό. Σκοτάδι. Αέρας και χιονόνερο. Μπαίνουμε στο δασάκι.
Η αναπνοή μου δύσκολη.
Τι περιμένω να δω; Τι ψάχνω να βρω;
Δεν θέλω να βρω τίποτα εδώ μέσα. Όχι, όχι, δεν είναι εδώ.
Τίποτα δεν βρήκαμε.
Γυρνάμε σπίτι.
Τηλεφωνάω στον αδερφό της και αγαπημένο μου θείο.
Όλο χαρά σηκώνει το ακουστικό.
-Έλα! Τι κάνεις!;
-Kαλά…
-Κάτσε να σε πάρω σπίτι!

Κλείνω και περιμένω πέντε δευτερόλεπτα καθηλωμένη λες και πέρασαν πέντε ώρες. Τι θα πω;
To τηλέφωνο χτυπάει.

-Έλα …
-Τι έγινε; Τι κάνεις; η νονά σου είναι καλά;
Παγώνω…
-Γιατί πως και ρωτάς για τη νονά;
-Ξέρω γω; Έχω καιρό να της μιλήσω…
-Ξέρεις… γι’ αυτό σε πήρα. Λείπει απ’ τις τεσσεράμισι κι ακόμα να γυρίσει.
Έχουμε κάνει κινήσεις αλλά δεν ξέρω τι να κάνω…

Άηχη φωνή ακούω να τρομάζει.

-Έρχομαι! Έρχομαι από κει!

Η άλλη της αδερφή και μητέρα μου είναι αποκλεισμένη στο νησί. Δεν γνωρίζει. Δεν πρέπει να γνωρίζει. Τι να κάνει από κει;
Σκέφτομαι ότι λείπει ένα σημαντικό λιθαράκι , δίχτυ ασφαλείας της απόγνωσής μου.

Κάτι πρέπει να σκεφτώ, κάτι να κάνω. Μα τι;
Πού είσαι νονά μου;

Περπατάει με το βλέμμα θολωμένο και καρφωμένο στο κενό του δρόμου.
Ένα αυτοκίνητο σταματάει.
-Είσαστε καλά, λέει ο άντρας.

-Έχω χαθεί…
-Να σας πάμε κάπου;

-OXI, πετάγεται η γυναίκα συνοδηγός. Δεν ξέρεις τι μπορεί να είναι!



Τι μπορεί να είναι;
Μια γυναίκα.
Μια γυναίκα που στη διαδρομή έχασε ό,τι αγαπούσε κι έψαχνε κάτι ν’ αγαπήσει από την αρχή.
Τραγούδαγε στο δρόμο. Αγάπη από παλιά το τραγούδι μα… τα χρόνια τα παλιά, το να γίνεις τραγουδίστρια για έναν αυστηρό πατέρα, άγγιζε την χυδαιότητα κι έτσι…

Τραγούδαγε σιγανά και κοίταζε κάτω. Βρίσκει έναν αναπτήρα. Τον ανάβει. Δεν άναβε. Τον βάζει στην τσέπη. Προχωράει.


3:00 η ώρα.
Ο θείος έχει έρθει στο διπλανό διαμέρισμα και περνάει το βράδυ συντροφιά στον σαστισμένο σύζυγο και αγαπημένο νονό.
Εγώ εδώ, αλλάζω βάρδια στα δεκανίκια. Μια φίλη αγαπημένη μένει σπίτι.
Συνεχίζει να μιλάει όταν εγώ παύω να έχω λέξεις. Μου λέει πράγματα άσχετα για να με κάνει να ξεχαστώ και παρόλο που δεν ακούω τίποτα με ηρεμεί.

Εδώ και 5 ώρες δεν έχω σάλιο, δεν έχω φωνή, δεν έχω ψυχραιμία, δεν έχω ούτε μια θετική σκέψη.
Έξω λυσσομανάει!

Πού είσαι άραγε;

Περπατάει σε μια λεωφόρο. Κατουριέται, τρέμει απ’ το κρύο.
Κατεβάζει τα βρακιά της και κατουράει.
Ένα αυτοκίνητο περνάει με δυο μαντράχαλους.

«Μωρή χαμούρα, εδώ βρήκες να κάνεις πεζοδρόμιο; Κωλόγρια, δεν κοιτάς τα χάλια σου»!

Σ’ ένα δωμάτιο του μυαλού της κάνει φονικό! Τον έχει πισθάγκωνα κρεμασμένο ανάποδα και τον γδέρνει μ’ ένα ξυραφάκι.

Η ώρα πέντε το πρωί.
Ξυπνάω απ’ τον σύντομο ύπνο μου και νιώθω πως κάπου υπάρχει ζωντανή. Είμαι μαζί της και την ζεσταίνω.
Η ελπίδα, που τόσο δεν πίστευα σ’ αυτή, παίζει παιχνίδια με τις αντοχές μου και με παρακαλάει να την αφήσω να νικήσει.

Ξημερώνει. Δεν θέλω να σηκωθώ. Παλεύω με την αδυναμία μου. Καθυστερώ να κινητοποιηθώ γιατί όλα αυτά που ακολουθούν δεν θέλω να τα ζήσω.

Βγαίνουμε στους δρόμους πάλι. Ρωτάμε στη γειτονιά, σε κάποια μαγαζιά, μπαίνουμε σε κάτι εγκαταλελειμμένα σπίτια κοντά σε κάποια σημεία που ήξερα πως βολτάρει για να μαζέψει τη λεία της.

Τι περιμένω να δω; Τι ψάχνω να βρω;
Δεν θέλω να βρω τίποτα εδώ μέσα.

Φτάνουμε στο Δημαρχείο. Να ενημερώσουμε το προσωπικό καθαρισμού του Δήμου μήπως δει τίποτα.
Ένας κύριος ακούει το περιστατικό. Κουνάει το κεφάλι…

«Μην την ψάχνετε εδώ… Οι άνθρωποι με άνοια ψάχνουν να βρουν το δρόμο που οδηγεί στα παιδικά τους χρόνια. Εκεί να ψάξετε. Μην τη φοβάσαι! Είναι ικανή να περπατάει όλο το βράδυ…»


Αποκλείεται! Λέω μέσα μου. Με τέτοιο καιρό…αποκλείεται να έχει αντέξει τόσες ώρες στο κρύο.

Μου ζητούν φωτογραφία.
Είχα μιάμιση ώρα καιρό μέχρι να κλείσει ο Δήμος για να παω σπίτι να βρω μια πρόσφατη φωτογραφία, πράγμα πολύ δύσκολο, και να εκτυπώσω ένα Α4 με τα στοιχεία της κα τα στοιχεία μου…

Ανοίγω το photoshop . Στήνω σελίδα. Κοιτώ τη φωτογραφία και γράφω δίπλα.
Στη λέξη «αγνοείται» πάω να λυγίσω.
Μα δεν έχω χρόνο για τέτοια…
Το μυαλό μου χωρισμένο στα δυο.

Ποιος θα λυγίσει πρώτος;

H ώρα 2:00 το μεσημέρι. Τα βρεγμένα ρούχα στεγνώνουν πάνω της. Μια μηχανή μ’ ένα ζευγάρι σταματάει.

-Θέλετε βοήθεια, θέλετε λεφτά;
-Όχι καλοί μου…. Θα ξεχάσω να σας τα επιστρέψω και δεν θέλω.
-Καλά τότε, θα πάρουμε τηλέφωνο την αστυνομία, περιμένετε εδώ.


Προχωράει. Βρίσκει έναν αναπτήρα. Σκύβει να τον μαζέψει. Τον ανάβει. Ανάβει. Τον βάζει στην τσέπη.

Σ’ ένα δωμάτιο του μυαλού της ο ήλιος τη ζεσταίνει.


Βρίσκομαι στο αστυνομικό τμήμα για να αφήσω τη φωτογραφία της και κει.
Κοντεύει να περάσει το 24ωρο και η αστυνομία θα περάσει στο επόμενο στάδιο. Θα ενημερώσει όλη την Ελλάδα…

-Πείτε στον σύζυγό της να περάσει να κάνει και γραπτή δήλωση εξαφάνισης.
-Ναι, θα του το πω. Ευχαριστώ.

Κατεβαίνω τις σκάλες. Στον πρώτο όροφο πετυχαίνω τον σύζυγο και αγαπημένο νονό μου να ανεβαίνει.

-Σε καλέσανε και σένα; μου λέει.
-Όχι, μόνη μου ήρθα να αφήσω μια φωτογραφία.
-Την είδες;
-Ποια;
-Tη νονά! Με πήραμε τηλέφωνο! Είναι στον τρίτο όροφο.
-Μα από κει έρχομαι, δεν ξέρουν τίποτα.
-Μα με πήραν τηλέφωνο. Βρήκανε μια Ευτυχία σαν τη δική μου.

Μπερδεύτηκα. Δεν ήξερα τι να πιστέψω. Μήπως έχει αρχίσει να τα χάνει και να την βρίσκει και ο σύζυγος και αγαπημένος μου νονός;

Ανεβαίνουμε μαζί.
Η κυρία αστυνομικίνα δεν ξέρει τίποτα.
«Μα με πήραν τηλέφωνο αλλά μέσα στην ανακούφιση ξέχασα να ρωτήσω από πού» λέει ο νόνος.

Η Ευτυχία βρίσκεται καθισμένη σε μια καρέκλα μ’ ένα ποτήρι νερό δίπλα της. Σ’ ένα αστυνομικό τμήμα άλλης περιοχής. Τρέμει και χασμουριέται.

Η ώρα δύο και μισή. Κατευθυνόμαστε προς τα κει. Μας έχει φορτώσει η φίλη μου στο αυτοκίνητο και πάμε .





Παίρνω τηλέφωνο να ενημερώσω τον θείο.

«99,9 την βρήκαμε! Αν δεν τη δω δεν το λέω στα σίγουρα» του λέω
Μια κραυγή απ’ αυτές που λίγες φορές ακούς στη ζωή.
Κραυγή Ευτυχίας. «Ερχόμαστε!»


Μπαίνω στο δωμάτιο. Παντού ένστολοι που στα μάτια τους βλέπω να παρακολουθούν το reality show.

Την βλέπω καθισμένη κι αποκοιμισμένη σε μια καρέκλα. Την αγκαλιάζω. Τα ρούχα της μισοστεγνωμένα πάνω της.

Νονά; Νονά;

Ανοίγει τα μάτια.
Σ’ ένα δωμάτιο του μυαλού της χαμογελά.
Νονά, πάμε σπίτι.

Τα χέρια της μαύρα, λες και ξεχορτάριαζε όλη νύχτα. Τα μαλλιά της μια τζίβα. Τα πόδια της πρησμένα ξεχειλίζανε απ’ τα βρεγμένα παπούτσια.

-Πού ήσουν, ψελλίζω…
-Πού ήμουν; απαντά .

Εξαντλημένη κοιμάται στην αγκαλιά μου στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.
Τα μάτια μου τρέχουν. Ο σύζυγος και αγαπημένος μου νονός γυρνά και μας κοιτά.
Κλείνω τα μάτια και σφίγγω πιο πολύ στην αγκαλιά μου ένα μικρό κοριτσάκι που έχασε το δρόμο.


Έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού είναι έτοιμη να καταρρεύσει.
Η αίσθηση της ασφάλειας, η γνώριμη εικόνα και μυρωδιά του σπιτιού της την επαναφέρει για λίγο.

«Πού ημουν, γιατί είναι έτσι τα χέρια μου, πω..πω…»

Της αλλάζουμε ρούχα, την τρίβουμε με οινόπνευμα, την τυλίγουμε με κουβέρτες και περιμένουμε τον γιατρό.

Κοιμάται βαθιά για μιάμιση ώρα.

Ο γιατρός μίλησε για θεριό! Θηρίο που άντεξε και τίποτα δεν έπαθε!

Όταν το μυαλό δεν λειτουργεί, λειτουργούν όλα τ’ άλλα πολύ περισσότερο. Μηχανισμοί επιβίωσης.


-Έφυγες χθες τα’ απόγευμα νονά και πέρασες όλο το βράδυ έξω…
-Εγώ;;;;;;
-Εσύ
-Και πού πήγε;
-Δεν ξέρω, εσύ μόνο ξέρεις…
-Εγώ;;;;;;;;
-Εσύ
-Και πέρασε καλά;;;;;;;;
-Δεν ξέρω νονά, εσύ θα μου πεις.
-Εγώ;;;;;;;;
-Εσύ
-Και φοβότανε;;;;;;;;;;
-Φοβότανε νονά;
-Ναι….ναι….φοβότανε….αλλά τώρα δεν φοβάται πια ε;;;;;;;;
-Όχι, νονά. Όχι…τώρα δεν φοβάται….

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Φταίω...?


"Φταίω!" είπε χαμογελώντας ο ΚΑΘΕΝΑΣ και το πλήθος για μια στιγμή πάγωσε...!
Πολλά πρόσωπα χλόμιασαν και η φωνή του ΚΑΘΕΝΑ ακούστηκε ξανά ακόμα πιο δυνατή και σίγουρη.
"Φταίω! Η ζωή απαιτεί εκατοντάδες χέρια και γω καλός και δίκαιος υπήρξα μόνο μ' αυτά τα δυο".
(ο ΚΑΘΕΝΑΣ κοίταξε τα δυο του χέρια μια απ' τη μια και μια απ' την άλλη)

Το πλήθος άρχισε να νιώθει αμήχανα.
Κάποιοι έβγαλαν τα χέρια απ' τις τσέπες και τον μιμήθηκαν, κάποιοι άλλοι ξύνανε το κεφάλι τους, κάποιοι άλλοι ένιωθαν φαγούρα στην δεξιά τους παλάμη και κάποιοι στην αριστερή.

Μια ΓΥΝΑΙΚΑ τότε τόλμησε να ρωτήσει τον ΚΑΘΕΝΑ...
"Τι θέλεις;"
Κι ο ΚΑΘΕΝΑΣ απάντησε...
"Θέλω να θέλω!"

Το πλήθος αναθάρρησε κι ένα σούσουρο απλώθηκε σαν μια βαβούρα τεμπέλα που ξύπνησε απ' το λήθαργο.
"και γω θέλω...να θέλω..κι εγώ...να θέλω...θέλω..κι εγώ...κι εγώ...θέλω...να θέλω..." !!!

"Σιωπή!!!" ούριαξε η γυναίκα τρομάζοντας κι η ίδια απ' τη φωνή της!

Κι ένα γέλιο ΠΑΙΔΙΟΥ ξέσπασε σε χάχανα...
Βάλσαμο για την χαμένη αρετή που χωράει στο κενό σαν μυρωδιά.

"Φταίω!" είπε χαμογελώντας η γυναίκα...
Το ΠΑΙΔΙ, σώπασε...

"Φταίω!... η ζωή απαιτεί εκατοντάδες θέλω... και γω ειλικρινής και έντιμη υπήρξα μόνο με τα δικά μου"...

Το πλήθος ένιωσε ένα κοφτερό αίσθημα συμπόνιας και ο ΚΑΘΕΝΑΣ γύρισε την πλάτη και έφευγε.
Το πλήθος άρχισε να μιμείται τον ΚΑΘΕΝΑ...
Ξαναέβαλαν κάποιοι τα χέρια στις τσέπες και απομακρύνθηκαν.

Είχε μείνει μόνο η ΓΥΝΑΙΚΑ και το ΠΑΙΔΙ.

"Φταίω!" μονολόγησε η ΓΥΝΑΙΚΑ.
Το ΠΑΙΔΙ σκυθρωπό την κοίταξε.
Ήξερε καλά πως εκείνο δεν είχε φταίξει σε τίποτα.
Όμως ήθελε, ήθελε τόσο πολύ να' χε φταίξει σε κάτι.
Ήθελε τόσο πολύ να μην είχε φταίξει κανένας για τίποτα, παρά μόνο αυτό...


Μα και πάλι...ποιός θα σωθεί;


Ο ΚΑΘΕΝΑΣ να φταίξει και γέμισε το πλήθος φταίχτες.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ να φταίξει και γέμισε το ΠΑΙΔΙ ενοχές.
Το πλήθος να φταίξει και γέμισε ο ΚΑΘΕΝΑΣ παιδιά.
Τα ΠΑΙΔΙΑ να φταίξουν και....
Τα ΠΑΙΔΙΑ να φταίξουν;
Mα...πώς;
Πώς;...
Πώς γίνεται αυτό;


Πώς;

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2008

Διόδια Δημοκρατίας (τίτλος δανεικός)




Ευχαριστώ για τον τίτλο και για τον συνειρμό του κόμβου 7 τον Αντώνη .











Περάστε κόσμε! Αλλά να ξέρετε πως σ' αυτή την πίστα κερδίζει αυτός που
---------------------------------------

αν έχει ένα, θέλει κι άλλο

αν δεν έχει κανένα, θέλει να' χει

κι αν έχει πολλά, δεν θέλει κανέναν!

---------------------------------------

Περάστε κόσμε! H δημοκρατία καρβέλια ονειρεύεται!

Πολίτευμα από τα λίγα.

Απ' αυτά που η πολιτική εξουσία πηγάζει απ' το λαό

που πρέπει να πληρώσει ακριβά προς όφελός του.

---------------------------------------

Η πίστη και τα ιδεώδη πληρώνουν φόρο τιμής

Και τα ιδανικά, καταβάλουν τέλη για να κυκλοφορίσουν ελεύθερα.

---------------------------------------

Η λέξη δημοκρατία μου θυμίζει λίγο τη λέξη αθανασία.

Ξέρεις οτι υπάρχει σαν έννοια αλλά είναι άπιαστη...."ομορφονιά που δεν την κέρδισε κανείς"!

---------------------------------------

Αν ανοίξεις το λεξικό στη λέξη δημοκρατία, θα την βρεις μια φορά μόνη της και 8 με παρέα

(Να το το 8 στρογγυλοκάθισε πάλι)

άμεση-έμμεση-βασιλευομένη-αβασίλευτη-προεδρική- προεδρευομένη-λαϊκή-ομοσπονδιακή

---------------------------------------

Τα επίθετα προηγούνται της δημοκρατίας και ακολουθεί ο λαός.

Περάστε κόσμε!!!! Στην ουρά!

Φάγανε το γάιδαρο κι έμεινε η ουρά.

---------------------------------------

Στην ουρά για να πληρώσεις αλλιώς θα σε ΦΑΑΑΑΑΜΕ!!!!!

Στην ουρά για να ψηφίσεις εμείς Σ' ΑΓΑΠΑΑΑΜΕ!!!!!

---------------------------------------

Καλημέρα σας, αν έχετε την ευγενή καλοσύνη να πληρώσετε αλλιώς η γκιλοτίνα σας περιμένει.

Καθίστε κάτω απ' τη μπάρα αναπαυτικά, δεν πειράζει...

Θα ξεχρεώσουν τα παιδιά σας...

---------------------------------------

Δεν περνάς Δημοκρατία, δεν περνάς δεν περνάς!

Δεν περνάς Δημοκρατία, δεν περνάς,

Περνάς! (μήπως έχεις e-pass)...?