Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

Ένας μισοάτυχος τοίχος



Σαν από καιρό χαμένη εμφανίστηκε στην οθόνη του μυαλού μια εικόνα ξεχασμένη.
Ήταν αυτή που έκρυβε μέσα της συνολικές στιγμές πραγματικότητας.

Ένας τοίχος ντυμένος με στρατσόχαρτο, φτηνή φορεσιά που αγωνιούσε να αποκτήσει αξία.
Και μια τάξη από παιδιά γύρω στα 18 που δεν ήθελαν να είναι παιδιά.
Τσιγάρα και καφέδες πλάι σε τέμπερες και πινέλα.

"Σήμερα θα ζωγραφίσετε στον τοίχο"

Μόλις το άκουσαν αυτό τα χρώματα βάλθηκαν να σπρώχνονται για να βγουν απ' τα σωληνάρια.
Τα πινέλα πήραν τη θέση τους μέσα στα δοχεία με το νερό.

Ο τοίχος τρόμαξε και το στρατσόχαρτο τον καθησύχασε.
Μή φοβάσαι τοίχε!
Εγώ ειμ' εδώ!
Είμαι απλώς χαρτί και όχι καρμπόν.
Εσύ θα αισθάνεσαι το άγγιγμα των πινέλων όσο εγώ θα γεμίζω με χρώματα.
Σήμερα παίζω το ρόλο της φτηνής δικαιολογίας ενός φρεσκοβαμμένου τοίχου.
Ποιός θα τόλμαγε να σ' αφήσει στα χέρια αυτών των νεαρών μικρομέγαλων παιδιών;

Ο τοίχος πάγωσε και... λίγο ζήλεψε.



Ο χρόνος μετράει μιάμιση απ' την ώρα του.
Τα παιδιά ζωγραφίζουν στον τοίχο.

Πόσο τυχαία μπορεί ν' απλώθηκε η ζωγραφιά;
Πόσο τυχαία αφέθηκαν λευκές ανάσες ανάμεσα στην ταχυπαλμία των χρωμάτων;
Πόσο τυχαία το μαύρο πάλι οριοθετούσε τη χαρά;


Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και το κίτρινο σωληνάριο ήταν απ' τα πρώτα που βοήθησε τον ήλιο να μπει μέσα στην τάξη.

Τα παιδιά ζωγραφίζουν στον τοίχο.

Παιδιά με βαμμένα χείλη και ρουζ στα μάγουλα.
Παιδιά με μαύρα ρούχα κι αρβυλάκια.
Παιδιά με σπυράκια.
Παιδιά με Α' σε όλα τα μαθήματα.
Παιδιά που ακόμα δεν ξέρουν τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους.
Παιδιά με βαμμένα νύχια.
Παιδιά με φαγωμένα νύχια.
Παιδιά που ελπίζουν.
Παιδιά που δεν πιστεύουν σε τίποτα.

Κι εκείνος ο τυπάκος με τα μαύρα ρούχα, τόλμησε να διαλέξει το κόκκινο.
Κι εκείνη εκεί η τύπισσα με το πολύχρωμο πουλόβερ και τα κίτρινα παπούτσια, φλέρταρε με το μαύρο.
Και κείνη η ψηλομύτα με τα ψηλοτάκουνα, τόλμησε να ζωγραφίσει το πιο όμορφο λουλούδι.
Κι εκείνος ο καλύτερος μαθητής, τόλμησε ν' αφήσει χώρο στους υπόλοιπους.

Κι όλοι μαζί, μια ζωγραφιά, τόλμησαν ν' αφήσουν λευκά κενά ανάμεσα στα χρώματά της.
Λίγο χώρο ακόμα καβάτζα για την ελπίδα.

Ο τοίχος ζωντανεύει. Κινείται, φωνάζει, χαίρεται!

Η ώρα πέρασε.
Η τάξη κόχλαζε.
Τα βλέμματα πρόδιδαν χαμόγελα.

Κάτι είχε συμβεί στ' αλήθεια.

Ο ήλιος ακόμα εκεί παραφυλάει.
Πήραν φως και ζωγράφισαν την αγάπη.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

Χειμωνιάτικη εκδρομή



Στην Τζιά, με την Μαρία και το Pabloσκυλο, ημέρα δεύτερη... βρήκαμε τ' αρχαία στην Καρθαία.



45' κατσάβραχα.

Στην αρχή ακολουθήσαμε ένα στενό μονοπάτι κι έπειτα την περισσότερη διαδρομή την κάναμε στο δρόμο που άφηνε το άνυδρο ποτάμι.

Κακοτράχαλη διαδρομή σε διάσπαρτες λευκές πέτρες ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση.
Κατακίτρινα φύλλα πεσμένα σε κάποια σημεία, που ήθελες να σταθείς λίγο παραπάνω για να κατανοήσεις το τόσο κίτρινο.

Ένας γαϊδαράκος στη μέση του...δρόμου έκανε μια στιγμή να φαίνεται πιο δύσκολη απ όσο ήταν.
Ο Pablo τον εκνεύρισε και η φαντασίωση του να φάμε καμιά κλωτσιά πέρασε απ το μυαλό.


Στις πλαγιές λίγο πιο κάτω,οι προβατίνες με τα νέα μέλη της οικογένειας σέρνανε με δυσκολία τα γεμάτα γάλα μαστάρια τους.

Το ποτάμι-δρόμος κατέληγε φυσικά στη θάλασσα.

Αριστερά της παραλίας και πάνω σ'ενα ψηλό βράχο, η Αρχαία Καρθαία.

Η Καρθαία υπήρξε μία από τις τέσσερις αρχαίες πόλεις της Κέας, και μάλιστα η πιο ξακουστή, καθώς εκεί τελούνταν τελετές του Πυθίου Απόλλωνα. Ήταν χτισμένη στη θέση Πόλες, στον όρμο που και σήμερα διατηρεί το ίδιο όνομα. Ήταν γνωστή κυρίως από την μνημειακή αρχιτεκτονική, την επιμελημένη οχύρωση και τα αργυρά νομίσματα που μαρτυρούν οικονομική και δημογραφική άνθηση.
Κατά την περίοδο της ακμής της, από το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. μέχρι το τέλος της αρχαίας εποχής, η Καρθαία διέθετε ακρόπολη με δημόσια κτίρια και ναούς, την ευρύτερη περιοχή του οικισμού, θέατρο, νεκροταφείο και σύστημα μεμονωμένων αμυντικών πύργων. Οι γραπτές πηγές και τα ευρήματα της ανασκαφών μέχρι σήμερα, μας πληροφορούν για την έντονη πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία που υπήρχε στην αρχαία Καρθαία.

http://www.digitalaegean.gr/details.aspx?lang=gr&islandID=117&section=4.3&id=475

Εκεί βρήκαμε την αρχιτεκτόνισσα, την αρχαιολόγο και τους εργάτες, καθώς αναστήλωναν τον ναό της Αθηνάς.





Στο μπροστινό σημείο του βράχου, ο ναός του Απόλλωνα είχε ολοκληρωθεί και μέχρι το καλοκαίρι θα έχει ολοκληρωθεί όλο το έργο.



Σ' ένα βράχο πλάι στη θάλασσα, πλάι σε μια τυχερή παραλία μ΄ένα μικρό εκκλησάκι πιο πάνω.



500 χρόνια π.Χ.

Δύσκολο να αντιληφθείς πως λειτουργεί ο χρόνος κάτι τέτοιες στιγμές.

Δύσκολο να φανταστείς πως εκεί πίσω απ' το βράχο, κάτω απ' τον ναό του Απόλλωνα υπήρχε κάποτε ένα λιμάνι.


Τα γαϊδουράκια κουβαλούσαν τα υλικά, κυρίως χαλίκια και ανεβοκατέβαιναν φορτωμένα συνέχεια.
Το περίεργο ήταν πως δεν υπήρχε ήχος. Μια απόλυτα σιωπηλή εργασία.

Η θάλασσα πάντα εκεί, άλλη μια σιωπή απ' αυτές που δεν θέλεις να προσθέσεις στο σύμπαν ούτε το μηδαμινό ήχο που μπορούν να κάνουν τα βλέφαρα στο ανοιγόκλεισμά τους.

Τα σύννεφα καμαρωτά περνούσαν απέναντι ξέροντας πόσο όμορφα είναι.

Δυο ζευγάρια μάτια τους έφταναν για να αρχίσουν το παιχνίδι με τα σχήματα.

Κι άλλο ένα ζευγάρι μάτια, του συνοδοιπόρου σκυλούρη Pablo που ανεβοκατέβαινε τις αρχαίες πέτρες κι έκανε νέες γνωριμίες με τα γαϊδουράκια...
























Πόσο τον ζήλευα αυτές τις μέρες!
Κάθε φορά που φτάναμε στη θάλασσα έτρεχε μέσα και κολυμπούσε κι ύστερα έβγαινε και κυλιόταν ανάσκελα στην άμμο
Έτρεχε από δω, μύριζε από κει, τιναζόταν κι ύστερα πάλι ξανάμπαινε στη θάλασσα!

-------------------------------
Είχαμε περιορισμένο χρόνο.
Ο ήλιος έπεφτε σιγά σιγά.
Όμως ρολόι δεν κοιτάξαμε.
Μείναμε όσο ακριβώς θέλαμε.
Ούτε λίγο, ούτε πολύ.
Μιάμιση ώρα σχεδόν που έμοιαζε με ώρα έξω απ' το χρόνο.

Ο χρόνος είν' ο ήλιος κι η ώρα οι στιγμές.

Η επιστροφή ήταν πιο διασκεδαστική αν και ανηφόρα.
Μα η πορεία ήταν πλέον γνωστή κι έτσι την απολαύσαμε περισσότερο.
Μαζέψαμε φασκόμηλο και τσάι του βουνού και μπλέξαμε τις μυρωδιές τους.
Στα μουλωχτά μαζέψαμε και κάτι μανταρίνια άγουρα και λίγα λεμόνια από ένα κτήμα.
Γεμίσαμε και το σκουφί με κίτρινα φύλλα.
Τις μοβ ανεμώνες δεν τις πειράξαμε.
Ήταν τόσο μα τόσο μοβ.
και μεις και ο σκύλος με τη γλώσσα έξω φτάσαμε στο αυτοκίνητο.
Ο ήλιος ήταν στη δύση του και η διαδρομή της επιστροφής γεμάτη χειμωνιάτικα χρώματα.
Σκούρο πράσινο, ανοιχτό πράσινο, σκούρο καφέ, ανοιχτό καφέ, μοβ, πορτοκαλοκίτρινο, λευκό και μπλε σε όλους τους τόνους.
Το αυτοκίνητο μύριζε φασκόμηλο.
Ακόμα μυρίζει.

Όμορφη μέρα.
Απ' αυτές που δεν χωράνε σε κανένα ημερολόγιο.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

Άλλο ένα ποίημα...



Μετά από προσκληση της roadartist ένα ποίημα διαλέγω να ταξιδέψει...




ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ' ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες,
μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαραλλέος,
αποχαίρέτα την ,την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου.
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαραλλαίος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Κωνσταντίνος Καβάφης


Προσκαλώ τους:
vjspyros
crazy chef
m
rimeimprovvisate

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2008

Εκεί, πέέέέρα μακρυά...


Σε πήρε κάποτε η δύση εκεί απέναντι, καθώς μέτραγες τα χρώματά της.
----------------------------
Έψαχνες να βρεις που κρύβονται όλες οι απαντήσεις κι ο ήλιος σου απάντησε, πως κρύβονται εκεί που ενώνεται η θάλασσα με τον ουρανό.
----------------------------
Πώς θα φτάσεις εκεί;
----------------------------
Όλα αυτά τα μικρά λαθάκια που σκόνταψες πάνω τους στολίσανε τη ζωή σου με νόημα.
Κι όλες αυτές οι λέξεις που δεν βρήκαν το δρόμο τους, χιλιοειπωμένες ηχούν στ' αφτιά σου, φτιάχνοντας μια μικρή μελωδία που καθυστερεί η επόμενη νότα κι ας είναι η σωστή.
----------------------------
Το ξέρεις καλά πως ο ήλιος θα χαθεί εκεί, πέρα μακρυά, μα τη στιγμή που θα'χει μείνει η τελευταία πορτοκαλί μικρή κουκκίδα, θα ξέρεις επίσης πως αύριο σχεδόν την ίδια στιγμή θα είναι πάλι εκεί ,να κλείνει την αυλαία στη μέρα για άλλη μια φορά.
----------------------------
Περίμενα πολλές φορές τον ήλιο ν' ανατείλει μετά τη δύση του.
Με το που χάνεται να εμφανίζεται ξανά στο ίδιο σημείο.
----------------------------
Ποτέ δεν έγινε...
Γιατί...
Γιατί έτσι.
----------------------------
Γιατί έτσι ορίζεται η ζωή.
Εικοσιτέσσερα βήματα αξιοπρέπειας για το μεγαλείο.
Μια ακόμα ημέρα στο ημερολόγιο της ύπαρξης.
----------------------------
----------------------------
Και συ, επέστρεψες, πιο αποφασισμένος από ποτέ, να συνεχίσεις,
καθώς ο ήλιος ανέτειλε το θαύμα του.
----------------------------

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

Έλα να παίξουμε!


-------------------------------------------------------------------------------------------
-------------------------------------------------------------------------------------------
-------------------------------------------------------------------------------------------
ceralex

-------------

Άγνωστος Αφέτης
Γνωστοί Άγνωστοι
----------
Κοινός Νους
Κενή Λογική
----------
Γνώριμο Συναίσθημα
Άγνωστη Αίσθηση
----------
Ουσιαστική Φιλία
Ανούσια Γνωριμία
----------
Έμπειρη Πηγή
Άπειρη Εμπειρία
----------
Αναντικατάστατο Υποκατάστατο
Πλήρης Αποκατάσταση
----------
Έμμεσος Κίνδυνος
Άμεση Λύση
----------
Αυθεντική Μουσική
Κάλπικη Λύρα
----------
Φανερό Ψέμα
Κρυμμένη Αλήθεια
----------
Διαταραγμένη Προσωπικότητα
Ήρεμη Δύναμη
----------
Αψυχολόγητος Πόλεμος
Ψυχολογική Βία
----------
Περασμένα Ξεχασμένα
Μελλοντική Πρόβλεψη
----------
Πλασματική Εικόνα
Εικονική Πραγματικότητα
----------
Εφήμερος Έρωτας
Αφόρητη Αγάπη
----------
Τραγελαφική Πραγματικότητα
Κωμικοτραγική Φαντασιοπληξία
----------
Αναγκαστική Προσγείωση
Απροκάλυπτος Εξαναγκασμός
----------
Τετράγωνη Λογική
Ορθός Λογισμός
----------
Αιθέρια Πεμπτουσία
Έκτη Αίσθηση
----------
Τυφλή Εμπιστοσύνη
Αστραφτερές Παρωπίδες
----------
Λόγος Τιμής
Τιμή Κόστους
----------
Δανεικά Χαμόγελα
Χαμένα Ιδανικά
----------
Παιχνίδι χωρίς Τέλος
Φτου Ξελευθερία!

----------

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2008

Aαααααααααααααα!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Γιατί δεν μ' ακούς;

Σου μιλάω!

Μπορεί να μην βγάζω λεξούλες ακόμα όμως...

δεν ακούς τη φωνή μου;


Μπορώ και φωνάζω!

Ααααααααααααααααααααα!!!!!!!!!!!!

Άκου με!

Γιατί δεν μ' ακούς;

Το θέλω πολύ να' ρθω εκεί πάνω!

Λίγο πιο ψηλά να δω και γω τι βλέπεις και γελάς!

Γιατί κάνεις πως δεν μ' ακούς;

Σου φωνάζω!



Μα...

μόνο με μένα δεν θα' πρεπε ν' ασχολείσαι;

Εδώ είμαι!

Εδώ κάτω!

Δε με βλέπεις;

Μα δεν μπορεί να μη με βλέπεις αφού μ' ακούς γιατί κάνεις πως δεν μ' ακούς;



Aααααααααααααααααα!!!!!!!

Θέλω αγκαλιάάάάάάάάάάάάάάάάά!!!!!!!!


Μίλαγες και συ κάποτε την ίδια γλώσσα.

Φωνήεντα σπαραγμού.


Γιατί δεν με καταλαβαίνεις;

Με τρομάζεις!!!

Για πρώτη φορά, με τρομάζεις!

Γίνεται κι αυτό;

Πόσα ακόμα έχω να μάθω;

Tρόμος;

Καινούρια λεξούλα!


Ε;




Aααααααααααααααααααααααααα!!!!!




Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

Ζήσαμε εμείς καλά....?



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν...

Ό,τι θες ήταν κι αφού πέρασε ό,τι του άξιζε...


έζησε αυτός καλά και μεις καλύτερα.

Και μεις που ζήσαμε καλύτερα, σαν κι αυτόν είμαστε.


Μια φορά κι έναν καιρό ήμασταν...

Ό,τι θες ήμασταν κι αφού περάσαμε ό,τι μας άξιζε...

ζήσαμε εμείς καλά κι άλλοι καλύτερα.


Μα κι οι άλλοι, σαν και μας ήτανε...




Όλοι καλύτερα ζήσαμε.

Μα περάσαμε ό,τι μας άξιζε.
-----------------------------

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2008

Ο χρόνος μπήκε για τα...καλά!




Επιστροφή στα φώτα της πόλης που τρεμοσβήνουν.
Όπως οι εικόνες των στιγμών που πέρασαν τις τελευταίες μέρες.


----------------------------------------
Κάτι χαρτάκια από γλυκόριζα που ξέμειναν εδώ, μαζί με λίγους κόκκους άμμου απ' το περσινό καλοκαίρι.


-----------------------------------------
Κάτι ποτήρια στο νεροχύτη που γέμισαν κι άδειασαν αλκοόλ στα σωθικά μας.

Και μπόλικη στάχτη
στο τζάκι που έκαιγε ώρες τη φωτιά.


Προσάναμμα οι λέξεις και οι σκέψεις


κι οι σπίθες μες τα μάτια μας που αντανακλούσαν ένα μικρό φωτάκι στο σκοτεινό δωμάτιο του μυαλού.


-------------------------------Παραμονή της Πρωτοχρονιάς ξεκίνησε περίεργα...


-----------------------------------------------


Ο νοικοκύρης του σπιτιού δεν άκουγε την πόρτα που χτυπούσα για να μπω


Κι έβρεχε ψιλόβροχο σε μια ήσυχη γειτονιά.


Για δεκαπέντε περίπου λεπτά περίμενα στο αυτοκίνητο παρέα με τις ψιχάλες που μετρούσαν τα δευτερόλεπτα.


--------------------------------------
Αυτά τα 15' ...


ο χρόνος είχε γίνει μια σταγόνα βροχής που κύλαγε στο τζάμι και μεγάλωνε παίρνοντας μαζί του κι άλλες σταγόνες.


Όλο το τζάμι είχε γεμίσει από στιγμές, που σκούνταγαν η μια την άλλη για να προλάβουν να μου θυμίσουν όλο και κάτι που νόμιζα ξεχασμένο.


--------------------------------------------------------------
Αναδρομή σε 15΄λεπτά
Αναμονή για ν' ανοίξει η πόρτα
Παραμονή Πρωτοχρονιάς



Η πόρτα άνοιξε.
και μπήκα.
Έπειτα από καμιά ωρίτσα μπήκε κι ο καινούριος χρόνος.

-----------------------------------------------------

----------------------------------------------------

Μέσα σ' αυτόν έχω συναντήσει έως τώρα κάτι κυρίες με πολύχρωμα καπέλα

Και τον Διόνυσο που γέμιζε κρυφά το ποτήρι της Γαριφαλιάς για να βάψει μοβ τα χείλη της.

-------------------------------------------------------------

Κι έναν φίλο αγαπημένο που' χω από μικρή.
Στο στρογγυλό τραπεζάκι στην αυλή, ένα διάλειμμα κάναμε μαζί, όπως στο σχολείο.
Όπως και τότε
που τα λόγια ήταν μετρημένα
και η ομορφιά αμέτρητη.

------------------------------------------------------

Ήταν κι η Κίρκη, που έγλυφε παθιασμένα ότι κρασί έπεφτε απ' τα ποτήρια στο πάτωμα κι ύστερα κυλιόταν ανάσκελα δίπλα στα πόδια μας και χόρευε.

--------------------------------------------------

Η Βιολέτα κουβέντιαζε με την Αγγελική και τα λουλούδια στην αυλή ζήλευαν

----------------------------------------------------

Κι όπου κι αν γύριζα το βλέμμα, μια Βούλα έβλεπα ν' αλλάζει χρώματα.

------------------------------------------------------

Το πρώτο φως της ημέρας το συνάντησα μέσα από έναν κρύσταλλο χαλαζία.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------Πέρασαν κι άλλοι
κι άλλοι
κι άλλοι έως τώρα στον καινούριο χρόνο...
-------------------------------------------------------------
Ένας αδέσποτος σκύλος πέρασε το φανάρι
Ένας ευσταθής ισορροπιστής χτύπησε την πόρτα μου και με ρώτησε αν τον εμπιστεύομαι
Ένας ταβερνιάρης που κέρασε τα επόμενα μέσα σε κάποιον ασβεστόλακο
Μια μπάλα πηλού που μεταμορφώθηκε...
-----------------------------------------------------------
Και πέρασε έως τώρα
και μια στιγμούλα
γνώριμη κι αγαπημένη.
Αυτή που η πόρτα κλείνει πίσω μου
και μένω μόνη να κοιτάζω τα φώτα της πόλης που τόσο αγαπώ...
--------------------------------------------------------
-------------------------------------------------------
Σήμερα το πρωί σηκώθηκα πεινασμένη.
Η βασιλόπιτα στην κουζίνα ολοστρόγγυλη μου έκλεινε το μάτι.
Πήρα το μαχαίρι.
Σκέφτομαι πως δεν είναι και τόσο κακό να κόψω ένα κομμάτι τώρα κι ύστερα να μοιράσω νοητά τα υπόλοιπα.
Μα δεν χρειάστηκε...
Σε αυτό το κομμάτι που έκοψα για πρωινό ήταν το φλουρί...
--------------------------------
------------------------------------------------------