Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Σκια(γράφοντας)




Πόσα πάρε δώσε με τη σκιά σου.
Σαν μια ρωγμή του εαυτού σου στη γη της ουτοπίας.
Σαν ένα μαύρο κενό περίγραμμα της ουσίας σου κομμένο με ψαλίδι.
Σαν την πιο βαθιά αντίθεση της υπαρξής σου.

Πόσοι και πόσοι δε μίλησαν γι’ αυτήν.
Κι άλλοι τόσοι που κουβέντα ανοίξανε μαζί της.
Κι αν βγάλανε άκρη, μη με ρωτάς.
Ο καθένας νταραβερίζεται αλλιώτικα με τη σκοτεινή πλευρά του.

Εγώ, κάπου τη χάνω…
Κάπου τη βρίσκω…
Κι όταν νομίζω πως μόνη μου είμαι, όλο και κάπου κάτι κινείται πλάι μου.
Στη ρουφηξιά του τσιγάρου μου καπνίζει και κείνη.
Στο ξύσιμο του κεφαλιού μου, σκέφτεται περισσότερο από μένα.

Κι όταν φυσά, τα μαλλιά της παίρνουνε αέρα.
Κι όταν ακίνητη χαζεύω απέναντι το κενό μου κι ένα δάκρυ πλησιάζει στη γούβα, στο κάτω μέρος των ματιών, αγκαλιά με κρατάει πισώπλατα ν’ αντέξω.

Μην της το πεις…
Μα κάπου τη ζηλεύω…
Κάνει ό,τι κάνω…
Και γω, τι κάνω;
Καλά εσύ , ευχαριστώ!

Σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου έξι σκιές περιμένουν την έβδομη να ξυπνήσει.
Κι η έβδομη κρυμμένη στα σεντόνια.
Κοιμισμένη σ’ ένα όνειρο που δεν χόρτασε ακόμα.

Βλέπεις έξω απ’ το παράθυρο όλους τους υγιείς να τρέχουν στις δουλειές τους.
Με τις σκιές του βιαστικές να τους προλάβουν.
Δέκα και δέκα το ρολόι.
Η σκιά στο δέκα της ώρας και εσύ στο δέκα των λεπτών.

Ξύπνα!

Σ’ ένα χωριό σ’ ένα νησί με άφησε το κτελ ένα πρωί το καλοκαίρι.
Μπουκαμβίλιες φούξια στόλιζαν τα λευκά σπιτάκια του.
Και κάτι γάτες τεντωνόντουσαν στα πλακόστρωτα.
Είχα καιρό να κοιταχτώ σ’ ένα καθρέφτη.
Ισορροπούσα στο πεζούλι. Δεξιά η θάλασσα κι αριστερά η ζωή μου.
Κι ο ήλιος καθρέφτισε τη στιγμή μου.
Ένα σακίδιο στον ώμο κι άλλο ένα στο στήθος.
Ζυγιάζοντας τα βάρη.
Κι οι προσδοκίες ισορροπούσαν κι αυτές τάχα μου αμέριμνες.

Σε περίμενα να έρθεις να με πάρεις απ’ τον κοντινό χωριό.
Κι έριξα και μια βουτιά στη θάλασσα για να περάσει η ώρα.

Σ’ ένα σακίδιο μαζέψαμε τις διακοπές μας και να τες τώρα εδώ δίπλα στο τζάκι.
Περιμένουν να τις βάλω φωτιά.

Ξύπνα!

Ότι έχουμε να κάψουμε θα το κάψουμε.
Κι όσο είναι να καούμε θα καούμε.

Είτε το θέλουμε είτε όχι.
Η σκιά ακολουθεί.
Σε ένα μαύρο τόσο γνώριμο.
Σε μια ομορφιά τόσο λιτή.
Σε μια πίστη τόσο άπιαστη, όσο και η αγάπη.

Αγάπη…

Όπου και να την κρύψω αποκαλύπτεται.
Φορές φορές, τσαντίζομαι μαζί της.
Θέλω να την διώξω.
Θέλω να την καταχωνιάσω.
Σε μπαούλα.
Σε ντουλάπες.
Σε συρτάρια.
Στο ψυγείο.Στην αποθήκη…

Να τη θάψω στο χώμα.
Άραγε τι θα φύτρωνε, πες μου!

Εδώ στην άκρη του στόματος το’ χεις, αλλά δεν το λες…


Θα περιμένω…



7 σχόλια:

Aντώνης είπε...

Ζωγραφίζοντας μάλλον θα έλεγα μια τόσο φωτεινή εικόνα όσο η σκιά μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Το ανείπωτο σήμερα εδώ και έτσι κατόρθωσες να αποκαλυφθεί. Εγώ κι απέναντι ο τοίχος κι η σκιά μου.

exoaptonkyklo είπε...

Σε τι περιεργα μονοπατια οδηγουν τετοιες σκεψεις... Κι οταν μοιραζονται, τι αραγες θα φυτρωνει?
Τα σεβη μου.

Artanis είπε...

Πολύ όμορφη ανάρτηση, καλή μου...
Κι εγώ θα παίξω αυτό το παιχνίδι εντός των ημερών...Μόνον που η δική σου σκιά είναι ανέλπιστα φωτεινή, αισιόδοξη...
Να είσαι καλά, μου δίνει αισιοδοξία αυτή ανάρτηση...

Λάκης Φουρουκλάς - Lakis Fourouklas είπε...

Όμορφη σκιά είναι αυτή που σ' ακολουθεί. Μπορεί πού και πού να τη νιώθεις σα βάρος, αλλά είναι ένα βάρος όλο ζωή, λυτρωτικό. Νύχτα καλή

Shades είπε...

Εγώ που ζω μέσα σ' αυτές πάντα λέω απλά να αφήσω μια καλησπέρα.

rip1708 είπε...

ξερεις εχεις δικιο..σε ολα..και καμια φορα νομιζω απο αυτη την σκια θελω να ξεφυγω και οχι τελικα απο τον εαυτο μου..

Σπίθας είπε...

Μπροστά στον ήλιο να σταθείς
τ΄άστρα μην τα κοιτάζεις,
τη σκιά σου αν δεν τη δεις
καιρός να λογαριάζεις.

Σκιά και άνθρωπος μαζί
η μοίρα έτσι ορίζει
να τα χωρίσεις δεν μπορείς
όσο κι'αν προσπαθήσεις.