Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Κύπρο μου για ένα γέλιο σου...

Γύρισα προχθές…
Το μυαλό και η καρδιά ακόμα εκεί…
«Καρκιάν» τη λένε την καρδιά κι «αγκάλην» την αγκάλη…
Και μας αγκάλιασαν σαν να’ μασταν μικρά παιδιά…
Και μας συγκίνησαν τα λόγια και οι ματιές.
«Μάδκια» τα λεν τα μάτια, «παλάδκια» τα παλάτια…

Επίσκεψη και συμμετοχή στο 2ο Πανκύπριο Φεστιβάλ Κεραμικής στη Λάρνακα.
Μέσα στο κάστρο, πλαι στη θάλασσα στήσαμε τα καμίνια.
Πάλι έπαιξα με το χώμα το νερό, τη φωτιά και τον αέρα.
Υψώθηκαν πάλι τα κανάτια…
Υψώθηκε και η αγάπη βαλμένη σε κάθε κόκκο άμμου.
Υψώθηκε κι ένα κατακκόκινο φεγγάρι βγαλμένο μέσ’ απ’ τη θάλασσα.
Κάποιες ματιές εξερευνούσαν πάνω μας την διάθεση την «Ελληνική»…
Μα εγώ τους έλεγα πως είμαι απ’ την Αθήνα, όχι απ’ την Ελλάδα.

Ήξερα για την Κύπρο ό,τι ξέρει κάποιος που λέει πως γνωρίζει τα στοιχειώδη.
Ήξερα για τα κατεχώμενα, μα όταν την πρώτη μέρα κοίταξα τον χάρτη…
Μπερδεύτηκα…

Και τι είναι όλες αυτές οι διακεκομμένες;
Λίγο από δω…
Λίγο από κει…
Σε μια στεριά πεταμένη στη θάλασσα σαν ένα ΣΠΛΑΤΣ, σύνορα πέταξε ο ουρανός να χωρίζουν το παράλογο από τη λογική και να ορίζουν την παράνοια…

Μέχρι που…κατάλαβα…
Κατάλαβα, γιατί τα μάτια μου είδαν…

Μα άργησαν…
Την τελευταία μέρα ύστερα από γλέντια, τραγούδια και χορούς, ύστερα από ένα ξενύχτι που ‘λεγες να μην τελειώσει, ξυπνήσαμε σχεδόν μεθυσμένοι, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για την Αμμόχωστο.

Οδηγός μας ο Βάσος, μας φόρτωσε στο τζιπάκι πέντε άνθρωποι μαζί κι αυτός και πήραμε τον δρόμο…
Πριν ακόμα πλησιάσουμε τα σύνορα για τον έλεγχο των διαβατηρίων μου κόπηκε το χασμουρητό απότομα.
Όταν στ’ αριστερά του δρόμου ένα καταπράσινο κομμάτι γης με αμπέλια, διακοπτόταν απότομα και πίσω του συρματοπλέγματα…και πιο πίσω ένα φυλάκιο…και πιο πίσω ένα χωριό εγκαταλελειμμένο…

Δεν είπα τίποτα γιατί δεν έβρισκα τα λόγια, μόνο φαντάστηκα μες το μυαλό μου τη διαφορά της λέξης ζωντανό και νεκρό.
Πόσο κατάχλωμη η ζωή χωρίς ανθρώπους σ’ ένα χωριό που κάποτε ξυπνούσαν κι άνοιγαν τα παράθυρα στο φως της μέρας.
Σκεφτόμουν τα αδέσποτα. Ελεύθερα να περνούν τα σύνορα χωρίς να δείχνουν διαβατήριο. Σκεφτόμουν τα φαντάσματα, να στήνουν πανηγύρια κάθε που έπεφτε το φως…

Κι ύστερα ο έλεγχος…
Στον πηγαιμό ούτε καν μας έψαξαν τ’ αυτοκίνητο.
Ο Βάσος πήγαινε τουλάχιστον μια φορά το μήνα στην Αμμόχωστο…
Είχαν βαρεθεί να τον βλέπουν… Τον ξέρανε πια στα σύνορα.

Εκεί γεννήθηκε… Εκεί μεγάλωσε…

Φτάσαμε.
Μπήκαμε σε κάτι στενά στα προάστια της πόλης. Τα σπίτια αχούρια…
«Την βλέπετε εκείνη την μπλε πόρτα;
Εκεί μέσα γεννήθηκα»…
Τώρα απλωμένα ρούχα σε σκοινιά…
Βάζει μπρος να φύγει…
«Δεν θέλω να ενοχλήσουμε κανέναν».

Διασχίσαμε κάτι στενάκια. Μας έλεγε για την πρώτη του αγάπη. Έπαιρνε το ποδήλατο και πήγαινε κάθε απόγευμα έξω απ’ το σπίτι της κι εκείνη του χάριζε γιασεμιά

Σκεφτόμουνα τον Βάσο. Πως μες τα μάτια του ήταν γραμμένα όλα. Τέτοια καλοσύνη σπάνια βρίσκεις σε άνθρωπο.

Προχωρήσαμε προς την πόλη.
Στο σχολειό τα παιδιά είχαν διάλλειμα. Κρεμασμένα στα κάγκελα μας χαιρέτησαν.
Και πιο δίπλα…συρματοπλέγματα και ταμπέλες «απαγορεύεται η φωτογράφηση και η βιντεοσκόπηση».
Κάναμε πως κρύψαμε τις κάμερες και στα τυφλά προσπαθούσαμε κάτι να τραβήξουμε.

Πλησιάσαμε προς τη θάλασσα.
Ο Βάσος πάρκαρε και μας είπε: « Τώρα, θέλω να δείξετε ψυχραιμία και υπομονή… Είναι πολύ αυστηρά τα πράγματα με της φωτογραφήσεις…καλύτερα να μην επιχειρήσετε να προκαλέσετε. Και ιδίως με τους Έλληνες είναι πιο ζόρικοι… Κρατήστε τις εικόνες στο μυαλό σας…»

Το πρώτο βομβαρδισμένο κτίριο που είδαμε ήταν πολύ ψηλό. Φαινόταν το φρεάτιο του ασανσέρ. Μας είπε πως την ώρα του βομβαρδισμού ένας νέος ήταν μέσα κι ύστερα κρεμόταν εκεί ψηλά καρφωμένος σε κάτι σίδερα…

Προχωρήσαμε προς την παραλία.
Στην ευθεία μια καταγάλανη θάλασσα και στην πανέμορφη ακρογιαλιά ξαπλώστρες και θαλάσσια ποδήλατα.
Μα δεξιά…
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τι αντίκρισα…
Μια πόλη φάντασμα…
Χιλιόμετρα απλωμένη μέχρι εκεί που με το ζόρι έφτανε το μάτι.
Βαλμένη στα συρματοπλέγματα του παραλόγου.
Ερείπια…Βομβαρδισμένες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις και η μόνη ζωή…oι σκοποί μέσα στα φυλάκια...
Κοιτούσαν καλά καλά μήπως και σηκώσουμε τις φωτογραφικές μηχανές.


Κι ύστερα έλεγα για το χωριό που αντικρίσαμε πριν τα σύνορα…
Τώρα…; Τώρα τι να πω;
Μια πόλη νεκροταφείο κι ένας κόμπος στο λαιμό.

Διασχίσαμε την παραλία.
Αριστερά μου άστραφτε η θάλασσα και δεξιά μου όλη η απορία ξεχύλιζε μέσα σε μια εικόνα πρωτοειδωμένη.

Γιατί;
Και γιατί δεν κάνουν κάτι;
Και γιατί την έχουν έτσι;
Και εντάξει…έγινε ό,τι έγινε αλλά γιατί τα άφησαν όλα έτσι;
Πώς μπορούνε και ζούνε εδώ;

Όχι… δε ήξερα τίποτα τελικά…
Όχι… ιδέα δεν είχα…

Βάσο…γιατί;
«Μη με ρωτάς τίποτα… Δεν υπάρχει λογική…»

Κάποιοι κολυμπάνε και κάτι γέλια ακούγονται.
Μάθανε φαντάζομαι να ζουν με την εικόνα αυτή…
Γυρνάνε την πλάτη και μπαίνουν στη θάλασσα…
Μα εγώ τη θάλασσα δεν θέλω να τη βλέπω.
Την λυπάμαι που αγκαλιάζει το πιο γκρίζο τοπίο που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.

Φύγαμε…
Πήγαμε στην πόλη με το τζαμί και την αγορά και τα πλακόστρωτα. Ανεβήκαμε στα τείχη και είδαμε το λιμάνι και την πόλη φάντασμα από ψηλά.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο ξεκινώντας για το δρόμο της επιστροφής.

Σιωπή…
Ένα τραγούδι παίζει το ραδιόφωνο.
Ένας σκοπός στο φυλάκιο καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά σηκώνει το χέρι και μας χαιρετά…

Τι να σκέφτονται άραγε κι αυτοί…;
Άνθρωποι και άνθρωποι…
Μας χωρίζει μια μαλακία… σκέφτομαι εγώ…


Το βράδυ στο αεροδρόμιο.
Δύσκολοι αποχαιρετισμοί…
Κάτι σουβλιές δίνει η καρδιά στα μάτια και δεν μπορούν να κρατηθούν.
Είναι η αγκαλιά του Βάσου… Είναι η πόλη φάντασμα που στοίχειωσε το μυαλό μου…

Απογείωση… από μια αλήθεια που έφτασα πιο κοντά της.
Προσγείωση… στη ζωούλα μου που με περιμένει να την συνεχίσω…







































8 σχόλια:

ceralex είπε...

Τζιν το μιτσιν το τρίμματο
Τα μελισσιά τα μάδκια
Μες το χακίν στραφτοκοπούν
Αξίζουσιν παλάδκια

Για την καρκιάν τζιαι την αγκάλην σου
Μα τον Θεόν ούλλα χαλάλι σου

Τα μελισσιά τα μάδκια σου
Της μέλισσας ιμιάζουν
Που όντας σου κρούζουσιν την μιάν
Την άλλην μέλιν στάζουν

Για την καρκιάν τζιαι την αγκάλην σου
Μα τον Θεόν ούλλα χαλάλι σου

Κύπρος μου για ένα γέλιο σου
Δκιό σου τον άνθρωπο μου
Μόνο μιτά σου εννά δεχτώ
Να μοιραστώ το φώς μου

Για την καρκιάν τζιαι την αγκάλην σου
Μα τον Θεόν ούλλα χαλάλι σου

AΝΤΡΕΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

b|a|s|n\i/a είπε...

σαν λογική του παραλόγου...
καλημέρα!

karaflokotsifas είπε...

Μελαγχολία με πλημμύρισε αυτή σου την ανάρτηση
καλη μου φίλη.
Τις περισσότερες φορές οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν τιποτα να μοιράσουν.
Στην μέση όμως των φιλοδοξιών των τυράννων γίνονται άλλοτε πιόνια και άλλοτε στόχοι
Και εγω κλαίω ακομα για τις χαμένες πατρίδες και αυτούς που χάθηκαν μαζί τους μα περισσότερο για όλους αυτούς που ζουν μακριά απο τα χώματα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν....

stel είπε...

...AND I SAID TO MY BROTHER
''ITS BEEN A LONG TIME COMING'' YES IT IS.....

Λάκης Φουρουκλάς - Lakis Fourouklas είπε...

Όμορφες οι εικόνες σου, πικρές οι περιγραφές σου. Εγώ δεν πήγα ακόμη στα κατεχόμενα, απλά επειδή δε μου "βγαίνει". Τα βλέπω, ωστόσο, καθημερινά, απ' του σπιτιού μου την αυλή. Μέρα καλή

Ανώνυμος είπε...

Το αρθρο σου ειναι εκπληκτικο. Το δημοσιευσα στο δικο μου blogwww.exeisminima.gr (δεν πηρα την συγκαταθεση σου αλλα πιστευω οτι δεν ειχες καποιο προβλημα) εχω γραψει οτι εγινε αναδημοσιευση.Αν υπαρχει καποιο προβλημα στειλε μου.

Shades είπε...

Στην πανέμορφη Λάρνακα!!! μια καλημέρα.

sue είπε...

抓姦,外遇,徵信,徵信社,徵信公司,尋人,抓姦,外遇,徵信,徵信社,徵信公司,尋人,抓姦,外遇,徵信,徵信社,徵信公司,尋人,抓姦,外遇,徵信社,徵信,主機代管,虛擬主機,專屬主機,實體主機,獨立主機,網域申請,網頁空間,推薦虛擬主機,網域,網域註冊