Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

O ληστής Μπαμπέσης και οι σαμοντίβες μέρος 5ο και τελευταίο


Ξημέρωσε…
Ο ληστής Μπαμπέσης άνοιξε τα μάτια έπειτα από βαθύ ύπνο.
Κι ήταν ο ήλιος που τον ξύπνησε.

Κοίταξε γύρω του. Το ποτάμι μπροστά του, πίσω του το δάσος, πλάι του το διάφανο αέρινο πέπλο, δεμένο στην άκρη με δαχτυλίδι πυργωτό και πιο δίπλα ο αγκαθωτός μίσχος.

Κοίταξε μέσα του. Αφόρητα συναισθήματα αγάπης, μοναξιάς απ’ τις λίγες και σιγουριάς πως κάτι, κάτι… κάτι θα συνέβαινε πολύ σύντομα.

Ξέρει καλά πως έχει πια αλλάξει , μα συνάμα, θέλει κάτι να συμβεί για να το αποδείξει στον εαυτό του.

Πιο σοφός, πιο όμορφος, πιο αληθινός από ποτέ, σηκώθηκε ορεξάτος, πήρε στα χέρια του τα υπάρχοντα και συνέχισε το ταξίδι του πλάι στο ποτάμι.

Την ίδια στιγμή, λίγες ώρες μακριά, οι σαμοντίβες ξυπνάνε και φοράνε τις σκιές του.

Μα μια φωνή ακούγεται! Μια κραυγή απελπισίας, ένα σπαραχτικό ουρλιαχτό οδύνης ταράζει με την ηχώ του όλο το δάσος!
Μια σαμοντίβα, δεν τη βρίσκει τη σκιά της για να τη φορέσει.
Και ντρέπεται τόσο πολύ. Και φοβάται τόσο μα τόσο πολύ…

Τι θ ‘απογίνει χωρίς σκιά, πως θα χορέψει, πως θα τραγουδήσει, πως θα ελπίζει πια, πως θα πιστέψει πια πως… κάπου κάποιος κάποτε θα την ελευθέρωνε και θα την έκανε γυναίκα;

Οι σαμοντίβες με τις σκιές αρχίσανε τα γέλια και τα χάχανα

«Χα και Χα και Χα!!!

Πως θες να λέγεσαι σαμοντίβα αν δεν φοράς σκιά;
Πως θες να λέγεσαι γυναίκα αν δεν σου κλέψει κάποιος την καρδιά;

Τι είσαι τώρα, πες εσύ! Τώρα που άδεια από ελπίδα στέκεσαι;

Ποιός θα σ’ αγαπήσει!

Ποιός θα σου κλέψει τη σκιά!

Πως θα πλανέψεις τον περαστικό που χρόνια τώρα και καιρούς προσμένουμε;

Χα και Χα και Χα!

Ποιο φως θα σ’ αγαπήσει;

Αφού δεν είσαι σαν και μας, μόνη να μείνεις!

Δεν είναι δα τυχαίο πως η σκιά σου σε βαρέθηκε και χάθηκε στο δάσος.

Μισή έμεινες! Μισή καρδιά!

Χα και Χα και Χα!»

Πιαστήκανε απ’ τα χέρια κι αρχίσανε τριγύρω της χορό κι ύστερα χάθηκαν στο δάσος αφήνοντάς την πίσω τους γυμνή απ’ τη σκιά της.

Και κείνη, πιο μόνη από ποτέ, μες το ποτάμι μπήκε, μήπως και πλανέψει τον ήλιο. Βρήκε ένα βράχο λαξεμένο και κρύφτηκε στη σκιά του.

Κι άρχισε κλάμα σιωπηλό.

Μέχρι που στο κλείσιμο των ματιών της ένα δάκρυ έπεσε στο νερό κι όταν τα άνοιξε ξανά, είδε να ‘ρχεται προς το μέρος της ένα πανέμορφο κίτρινο ροδοπέταλο.

Κίτρινη βαρκούλα η χαρά, χαμόγελο της φόρεσε στο πρόσωπο.

Δυο ενωμένες φούχτες έκανε τα χέρια της και το έβγαλε απ΄ το νερό.

«Τι όμορφο που είσαι;»

Τότε τα μαλλιά, της πιο χρυσά κι απ’ τον ήλιο, φώτισαν το λαξεμένο βράχο.

Μπορώ και έτσι να ζήσω… σκέφτηκε.
Μπορώ ν’ αλλάξω! Να γίνω από σαμοντίβα μια νεράιδα του νερού!
Κι αν η σκιά μου με βαρέθηκε, εγώ είμαι ακόμα εδώ…!

Έκλεισε τα μάτια κι έστρεψε το πρόσωπο προς τις ακτίνες του ήλιου.
Κι απ’ το χαμόγελό της ένας ψίθυρος βούτηξε στο ποτάμι.

Ζωή… έλεγε ο ψίθυρος.

Κι έσκασε στα γέλια!

Ήταν που έσκασε καταπράσινο φιλί στο λευκό λαιμό της και την γαργάλησε το πράσινο ροδοπέταλο.

Άνοιξε τα μάτια, το ξεκόλλησε με το χέρι της και το κοίταξε όλο αγάπη.
Στο ένα χέρι το κίτρινο, στο άλλο το πράσινο, πλησίασε τις φούχτες της και σαν αντάμωσαν ξανά τα πέταλα μαζί αγκαλιάστηκαν σφιχτά!

«Τι ομορφιά είν’ αυτή! Πρωτοειδωμένη!»

Κι απ΄ την συγκίνησή της, άλλο ένα δάκρυ αποχωρίστηκε τα βλέφαρα και έσταξε πλάι στο μέρος της καρδιάς.
Κι απ’ το χαμόγελό της ένας ψίθυρος βούτηξε στο ποτάμι.

Αγάπη… έλεγε ο ψίθυρος.

Και κόκκινη βαρκούλα στροβιλιζόταν το κατακκόκινο ροδοπέταλο και αγκυροβόλησε στο στήθος της.
Το ξεκόλλησε απαλά από πάνω της και το έφερε κοντά στ’ αγκαλιασμένα ροδοπέταλα και με μιας ενώθηκε μαζί τους το κόκκινο, σφιχτή αγκαλιά!

Τα μάτια της άστραψαν και το φως του ήλιου χανότανε σιγά σιγά πίσω απ’ τα δέντρα.

Μπορώ κι έτσι να ζήσω! Μπορώ ν’ αγαπήσω και με μισή καρδιά! Μπορώ να κρύβομαι και να φανερώνομαι και τίποτα δεν φοβάμαι! Αφού η ομορφιά με αντάμωσε και με δέχτηκε χωρίς σκιά, μπορώ να αρκεστώ σε αυτό.

Κι αν η σκιά μου δεν μ’ αγάπησε ποτέ, εγώ εμένα με αγαπώ.

Κι αν η ελπίδα με αρνήθηκε, καθόλου δεν με νοιάζει!

Και τι περίμενα;

Τι περίμενα;

Τίποτα πια δεν θέλω να περιμένω.

Όσο περιμένω, τόσο πληγώνομαι.

Όσο ελπίζω, τόσο καθυστερώ ν’ ανοίξω τα μάτια και να δω.
Όχι αυτά που θέλω αλλά αυτά που ήδη υπάρχουν εδώ, γύρω μου, παντού!

Το σούρουπο έφτασε. Και η πρώην σαμοντίβα αντίκρισε το πρώτο αστέρι μες το ποτάμι. Ερχόταν να τη βρει, ταξιδεύοντας πάνω σε μια μπλε ήρεμη βαρκούλα.
Την πλησιάσε, το αστέρι βούτηξε στο ποτάμι και το μπλέ ροδοπέταλο σφιχταγκαλιάστηκε με τα υπόλοιπα.

Η νύχτα είχε έρθει. Κι ένα ολόγιομο φεγγάρι στόλιζε το μπλε τ΄ουρανού.

Βγήκε απ’ το νερό, ανέβηκε στο λαξεμένο βράχο, πήρε αγκαλιά το ομορφότερο ρόδο του κόσμου και κοιμήθηκε ύπνο βαθύ.

Χωρίς να γνωρίζει… πως έξω απ’ το νερό, αόρατη ήταν και μόνο η σκιά της ήταν αυτή που είχε πάρει τη θέση της στο λαξεμένο βράχο.

Την ίδια στιγμή, λίγο πιο πέρα, ο ληστής Μπαμπέσης είχε πια κουραστεί μα παρόλη την κούραση, η καρδιά του χτύπαγε δυνατά.
Άφησε τα υπάρχοντά του κάτω απ’ το δέντρο και βούτηξε στο ποτάμι.

Και καθώς έστρεψε το βλέμμα του προς τον φωτεινό ουρανό μια αχτίνα φωτός ένωνε το φεγγάρι με τον λαξεμένο βράχο.
Μια γυμνή σκιά διέκρινε από μακριά και κάτι χρώματα που κάτι του θύμιζαν.

Τότε, εμφανίστηκε πλάι του η νεράιδα του νερού. Πιο όμορφη κι απ’ την ομορφότερη πλάνη του κόσμου! Κι ένας ψίθυρος ακούστηκε στ΄αφτιά του.

« Αν πραγματικά θέλεις όλα αυτά που λες ότι θέλεις, κι αν πιστεύεις στ΄αλήθεια πως το πιο όμορφο όνειρο μπορείς να το κάνεις πραγματικότητα, αν σταμάτησες να φοβάσαι τον εαυτό σου, αν νιώθεις έτοιμος ν’ αγαπάς σε κάθε χτύπο της καρδιάς, αν μια ζωή σεβάστηκες όλα όσα επέλεξες, αν δεν νιώθεις πια τύψεις για τίποτα απ΄ ό,τι έπραξες κι αν δεν σε τρομάζει η ατόφια ομορφιά, τότε πάρε το διάφανο πέπλο, βούτηξέ το στο ποτάμι και πήγαινε να το απλώσεις να στεγνώσει, πάνω στο λαξεμένο βράχο .Ύστερα, γύρισε στο δέντρο και κοιμήσου. Κι ό,τι σου φανερωθεί με το πρώτο φως της μέρας, είναι αυτό που χρόνια τώρα αναζητάς .Μόνο πρόσεξε… Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν συμβεί μέτα, έχε την ίδια πίστη που΄χεις κι ετούτη τη στιγμή. Και μην πάψεις ποτέ να πιστεύεις. Μόνο, να πιστεύεις…»

Ο ληστής Μπαμπέσης, λουσμένος απ΄τα λόγια της νεράιδας του νερού, γεμάτος πίστη, πήρε το διάφανο πέπλο, το βούτηξε στο ποτάμι και προχώρησε προς το λαξεμένο βράχο.

Όσο πλησίαζε, διέκρινε πάνω στον βράχο, όλα τα χρώματα του κόσμου να εναλλάσσονται και τη ζωή του να προβάλλεται πάνω του, και την πορεία του πλάι στο ποτάμι να φτάνει σ’ ένα τέλμα κάνοντας στάσεις στο κίτρινο, στο πράσινο, στο κόκκινο και στο μπλε.

Άπλωσε το διάφανο πέπλο τρυφερά κι απομακρύνθηκε. Επέστρεψε στο δέντρο, ακούμπησε στο μέρος της καρδιάς τον αγκαθωτό μίσχο, έκλεισε τα μάτια και τον πήρε ύπνος βαθύς.

Στις ώρες που μέτραγε η νύχτα, το διάφανο πέπλο στέγνωνε απ’ το φως του φεγγαριού.
Και όσο στέγνωνε το πέπλο, τόσο η σκιά έπαιρνε σάρκα και οστά.

Και μια γυναίκα στο πρώτο φως της αυγής ήταν ξαπλωμένη αγκαλιά με το πιο όμορφο ρόδο του κόσμου και στο δάχτυλό της δαχτυλίδι πυργωτό άστραφτε τα εκατό παραθυράκια του και τ΄ άνοιγε διάπλατα να μπει το φως και να ξυπνήσει την καρδιά της.

Η μέρα έφτασε και η γυναίκα άνοιξε τα μάτια. Ήξερε καλά πως είχε ελευθερωθεί από έναν ύπνο φυλακή.

Σηκώθηκε, χαμογέλασε στον ήλιο και κρατώντας στα δυο της χέρια το «ρόδο των νυμφών» προχώρησε προς τον άντρα που ήταν ξαπλωμένος κάτω απ’ το δέντρο.

Στεκόταν εκεί και τον κοίταζε που κοιμόταν.

Τ΄αγκάθια του μίσχου τσίμπησαν την καρδιά του και άνοιξε τα μάτια.
Τα βλέμματά τους βυθίστηκαν το ένα μέσα στ’ άλλο.

Ο άντρας ανακάθισε και τράβηξε τον αγκαθωτό μίσχο απ΄ την καρδιά του.
Η γυναίκα μύρισε το ρόδο βαθιά ως τα σωθικά της και το ακούμπησε πάνω στο αγκαθωτό μίσχο.
Το «ρόδο των νυμφών» ήταν πια όπως και πρώτα.

Τα αγκάθια εξαφανίστηκαν.

Μια αγκαλιά πολύχρωμη ανάμεσα σε δυο σώματα. Μια σφιχτή αγκαλιά.

-Πάμε;
-Φύγαμε!

Ο άντρας και η γυναίκα πήραν το δρόμο πλάι στο ποτάμι και ξεκίνησαν το ταξίδι τους.
--------------------------

Την ίδια στιγμή, πίσω, πέρα, μακριά, οι σαμοντίβες ξύπνησαν, φόρεσαν τις σκιές τους και περίμεναν...περίμεναν…περίμεναν…

…έναν αφέντη, να τις μεταμορφώσει σε γυναίκες.

10 σχόλια:

ceralex είπε...

...και ζήσαν αυτοί καλά, και μεις ΚΑΛΥΤΕΡΑ!

Ευχαριστώ όλους όσους συμπορευτηκαν τον ληστή Μπαμπέση στο ταξίδι του...

και για όλα τα καλά σας λόγια, την υποστήριξή σας και την επιθυμία σας για ένα..αίσιο τέλος...

αναμένεται η συνέχεια...Ο ληστής Μπαμπέσης και οι σαμοντίβες...7 χρόνια μετά...
Καλημέρα όλη μέρα!

Σπίθας είπε...

"Μόνο πρόσεξε… Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν συμβεί μέτα, έχε την ίδια πίστη που΄χεις κι ετούτη τη στιγμή. Και μην πάψεις ποτέ να πιστεύεις. Μόνο, να πιστεύεις…»

Απλό, μα τόσο σοφό -)

Καλή σου μέρα ceralex!
Υπέροχο!
Από την αρχή μέχρι το τέλος.
Ζωή χωρίς, τέτοια, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ...
Ζωή ανάλατη..

Νάσαι καλά και σύ και ο ληστής..μπαμπέσης μας !

Από Μηχανής Θεός είπε...

Ίσως πολύ καλό για να είναι αληθινό.. Όμως ζούμε δίχως όνειρα άραγε; Μπορούμε μήπως ηθελημένα ή "άθελά" μας να πάψουμε να κυνηγάμε το όνειρο, μέχρι την στιγμή που θα υλοποιηθεί έστω και λιγάκι μπροστά μας σαν ένα "πρωτόγνωρο" deja vou...?

Ένα μπράβο για κάτι που επιχείρησες και νιώθω ότι το έχεις! Αν λοιπόν τύχει να εμπνευστείς ανάλογη ιστορία, μην διστάσεις...
Καλημέρες!

ΥΓ: Έχεις πρόσκληση..

Daria Pavlovna είπε...

Μετά το δεύτερο μέρος σταμάτησα να διαβάζω για να μη σπάζομαι με τις διακοπές. Σήμερα τα διάβασα όλα μαζί μονορούφι. Και να φανταστείς πως γενικά δεν μου αρέσουν τα παραμυθένια παραμύθια. Το δικό σου μάλλον είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Πολύ όμορφο το παραμύθι σου Alex.

karaflokotsifas είπε...

Πολυ όμορφο άλλα μικρό
Πολύ καλό για να τελειώσει τόσο γρήγορα.
Ταπεινά υποκλίνομαι μπροστά σου
και δηλώνω πιστός θαυμαστής σου.
Θα ήθελα να δΙαβασω κάποια στΙγμη ένα μυθιστόρημα δικό σου.

Ευχαριστώ για το πρώτο μέρος του ληστή του Μπαμπέση...

κοτσυφοφιλώ σε

τσίου και πάλι τσίου!!!

Σπίθας είπε...

"-Πάμε;
-Φύγαμε!

Ο άντρας και η γυναίκα πήραν το δρόμο πλάι στο ποτάμι και ξεκίνησαν το ταξίδι τους."

patsiouri είπε...

Ceralex ειλικρινά δοκίμασε σε έναν εκδοτικό οίκο...
Δεν είναι τίποτα, μια υπογραφή για πνευματική ιδιοκτησία σε δικηγόρο και δεν έχεις να χάσεις...

desapoin3ison4 είπε...

έτσι χορεύουν τα παραμύθια
με ρυθμό χρώμα και αγάπη

ceralex, όπως το ρόδο σου συνέχισε,
πέταλο πέταλο... :)

Artanis είπε...

Υπέροχο, καλή μου ceralex...Καταπληκτικό...Πάρα πολύ ωραιο παραμύθι...Κι αυτό που σου λέει το Πατσιούρι, σκέψου το...
Το παραμύθι σου μπαίνει άνετα σε ένα παιδικό/εφηβικό βιβλίο...

konstantinos είπε...

Ωραία η ιστορία και πολύ όμορφες οι σκηνές, κυρίως με τα ροδοπέταλα όταν τα έβρισκε η σαμοντίβα ή όταν την έβρισκαν αυτά...

Την τελείωσα μονομιάς σε μια ανάγνωση, ακριβώς όπως κάνω και με τα επεισόδια των αγαπημένων μου σειρών: αφήνω να μαζευτούν μερικά και κατόπιν τα παρακολουθώ!

Καλημέρα!