Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

Ο ληστής Μπαμπέσης κα οι σαμοντίβες μέρος3ο


Ξημέρωσε…

Ο ληστής Μπαμπέσης άνοιξε τα μάτια.
Δεν ήταν ο ήλιος που τον έκανε να ξυπνήσει, μα ένα απαλό χάδι στο πρόσωπο.
Από ένα αέρινο διάφανο πέπλο που κρεμόταν απ’ το παραπάνω κλαδί του δέντρου.
Το πήρε στα χέρια του, και το μύρισε. Όλες οι μυρωδιές τις άνοιξης ήταν εκεί.

Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και θυμήθηκε τότε που ήταν παιδί.
Τότε που στα κρυφά έμπαινε στα κτήματα και ξέκανε τις αμυγδαλιές. Δυο πέτρες μόνο, μια κάτω και μια στο χέρι του κι ανάμεσα τ’ αμύγδαλο, κι έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του να μην το ξεπαστρέψει, μα να βγει άθικτο μέσ’ απ’ το τσόφλι.

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που μύρισε λεμονανθό, πώς χανότανε στην εισπνοή ξεχνώντας τ’ όνομά του, να κλέψει ήθελε όλη του την μυρωδιά, να τη φορέσει και να βγει στη γειτονιά ν’ αρχίσει τα τερτίπια.

Έτσι έκλεψε την πρώτη του καρδιά. Τότε δεν καταλάβαινε, να κλέβει, τι σημαίνει. Ήθελε κι άλλες, κι άλλες , κι άλλες… κι άλλες καρδιές να κλέψει, ξεχνώντας πως το χθες, πριν γίνει χθες, λαμπρό αύριο ήτανε.

Σαν μαύρες πέτρες έριχνε πίσω του τις καρδιές που έκλεβε, κι όπου καρδιά και λεμονιά…

Μα τώρα, εκεί, μέσα στο δάσος, πιο σίγουρος παρά ποτέ, τα λάθη του έριχνε σαν μαύρες πέτρες πίσω του. Και φύτρωνε η ελπίδα.

Ο ληστής Μπαμπέσης , πήρε την ακρούλα απ το αέρινο διάφανο πέπλο, έδεσε σφιχτά το πυργωτό δαχτυλίδι, κράτησε στο άλλο χέρι του «το ρόδο των νυμφών» και συνέχισε το ταξίδι του.

Την ίδια στιγμή, δυο μέρες πιο μακριά, οι σαμοντίβες, ξυπνάνε, φοράνε τις σκιές τους και ξεκινάνε τον χορό των επτά πέπλων.

Λικνιστικά ξεδιάντροπα ξορκίζουν την κατάρα της σκιάς που τις ορίζει, κι αέρας δυνατός σηκώνεται για να κουνήσει τα κλαδιά των δέντρων όλων, να χορέψουν οι σκιές τους, μέχρι που ο ήλιος να μην τις θέλει πια, χορευταράς να κουραστεί, ν’ αρπάξει σπίθα και να δύσει.


Κι έτσι έγινε.
Το σούρουπο έφτασε ξελιγωμένο κατακόκκινο.


Ο ληστής Μπαμπέσης είχε πια κουραστεί. Σταμάτησε για σήμερα και πάει να βρέξει το αναψοκοκκινισμένο του κορμί.
Κρατιέται από ένα ξύλο σταθερό κι αφήνει το σώμα του στη ροή του νερού, να ξεπλύνει ό,τι έχει και δεν θέλει. Ό,τι βαρέθηκε πια να κουβαλά. Τύψεις, λάθη, παρελθόν, να πνίξει κάθε άσχημη σκέψη, ό,τι ασυναίσθητα τον κάνει να επιστρέφει.


Όχι. Όχι. Να μην επιστρέψει ξανά. Να καθαρίσει. Να σβήσει τα πάντα μέσα του εκτός από την κόκκινη καρδιά του που χτυπά τόσο ξεκάθαρα, τόσο μα τόσο αληθινά.
Σιωπή…
Παντού…
Μέσα και έξω…
Κάθαρση.

Καθισμένος πια δίπλα στα υπάρχοντά του μόνο ένα πράγμα περιμένει υπομονετικά.
Ένα σημάδι.
Έναν ψίθυρο.
Μα τίποτα…
Σιωπή…

Η νύχτα σκέπασε το δάσος.
Κρατάει στα χέρια του το ρόδο και θυμάται εκείνον τον απέραντο κήπο απ’ όπου το… ελευθέρωσε.
Πρώτη φορά.
Πρώτη φορά αισθάνθηκε πως δεν το έκλεψε.
Το ελευθέρωσε.

Τότε κατάλαβε, πως κάθε του ληστεία, τον έκανε να φτάνει όλο και πιο κοντά σε αυτό που ήθελε. Και πως όλα όσα λήστεψε στο πέρασμά του, τη στιγμή που τα λήστευε, ήθελαν και αυτά όσο και κείνος να αλλάξουνε την ιστορία τους.
Να γεμίσει ουσία η μέχρι τότε καλά περιφραγμένη προσποιητή ευτυχία τους.

Νύχτα πυκνή. Και ένα τόσο δα φωτάκι του χάρισε αυτό που ώρα τώρα περίμενε.


Μια μικρή σπίθα.
Μια μικρή μικρή πυγολαμπίδα στεκόταν δίπλα στο πόδι του και του ψιθύρισε.


«Αν θες να κοιμηθείς γλυκά, δίχως κακά όνειρα, κι αν θες ακόμα να χαρίσεις στο νερό την ομορφιά σου , την ομορφιά που μόλις πριν λίγες ώρες ανακάλυψες, να την κάνει αγάπη ατόφια κι αληθινή να την χαρίσεις, ρίξε μέσα στο ποτάμι το κόκκινο ροδοπέταλο. Τότε, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα και για πάντα. Μόνο πρόσεξε… Το μπλε που θ ‘απομείνει μόνο του, στο μέρος της καρδιάς ακούμπησέ το, να’ χει ν΄ακούει τους χτύπους της το βράδυ».

Ο ληστής Μπαμπέσης, πιο ήρεμος από ποτέ, με μεγάλη προσοχή και μια στάλα χαμογελαστής θλίψης, βλέποντας με μιας το κόκκινο πέταλο, το χώρισε απ’ το μπλε.
Το μπλε ροδοπέταλο μόνο του πια, έκανε μια στροφή και αγκάλιασε τον εαυτό του.

Ο ληστής Μπαμπέσης, πέταξε το κόκκινο ροδοπέταλο στο ποτάμι, το χάζεψε μέχρι να απομακρυνθεί στη ροή, κι έπειτα ξάπλωσε να κοιμηθεί κάτω απ’ το δέντρο, ακουμπώντας λίγο μπλέ πλάι στο κόκκινο της καρδιάς.


συνεχίζεται…

9 σχόλια:

Σπίθας είπε...

Καλημέρα, καλή βδομάδα, ceralex.
-)
Αύξανεται η αγωνία..Υπέροχο -))
Ξεχωριστά , αλλά και όλα μαζί..!
Καλό πρωινό ξύπνημα,..
Δουλειά. τώρα, τα ξαναδιαβάζω πάλι επιστρέφοντας.
Το μάντεψα, για το κόκκινο..δεν γινόταν το πάθος.. τελευταίο-))

ΑΝΕΜΟΣΚΟΡΠΙΣΜΑΤΑ είπε...

Καλημέρα! :)) Και καλή εβδομάδα!

karaflokotsifas είπε...

Όσο πάει και γινεται καλύτερο...δεν ξέρω αν θέλω να τελειώσει...όχι δεν θέλω
Με κάνει να νιώθω αυτή σου η ιστορία...συνέχισε
Δώσε ζωή στον μπαμπέση, που από ληστής βλέπω να γινεται θύμα...

κοτσυφοφιλιά

τσίου!!!

Artanis είπε...

Αχ τί ωραίο που είναι...Οι σαμοντίβες σου, μου θυμίζουν τις "άρπες" των Κελτικών μύθων...Πρόσωπα χωρίς σώμα, που τραγουδού μέσα στα δάση, με τον ήχο της άρπας που ο άνεμος περνάει μέσα από τις χορδές τους...
Κι ήθελα να σου αφήσω πρόσκληση για παιχνίδι, αλλά δεν τολμάω, μήπως διακόψεις την ιστορία...
Πολλά πολλά φιλιά...Θα περιμένω το 4ο μέρος...

Από Μηχανής Θεός είπε...

Σαν το θαυμαστό γαλάζιο ξαπλώνει στο κόκκινο το ενδότερο, φωσφορίζουσες πυγολαμπίδες ληστρικές παρηγορούν με ύμνους, μέχρι την κορύφωση των συνειρμών του καθενός...

Σπίθας είπε...

Πάει και παραπέρα..συνεχισέ το, χαλαρά-)
Καλημέρα

Talisker είπε...

Eγω παλι θα τολμησω να σου ζητησω να παιξεις ..ελα..

παντα ηθελα να δω πως γραφει μια σαμοντιβα! ενα αερικο:)

Aντώνης είπε...

Το μπλέ από το κόκκινο δεν κάνει δίχως :)

Σπίθας είπε...

αντώνη,
για να δούμε τι θα πεί ο ποιητής. Έχει σασπένς με όμορφες, εναλλαγές και, εκπλήξεις...προβλέπω!
-)