Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Κραυγή Ευτυχίας

4.30 το απόγευμα έκλεισε πίσω της την πόρτα του σπιτιού της λέγοντας πως πάει μια βόλτα.

Η εμμονή της κατάκτησης σάρωνε τους διαδρόμους του εγκεφάλου.
Μα στην πραγματικότητα περπάταγε στο δρόμο σκυφτή, ψάχνοντας κάτι.
Κάτι να βρει.
Κάτι που θα την έκανε έστω για μια στιγμή να νιώθει σπουδαία! Να νιώθει σημαντική!

Κι όμως, πόσο σημαντική ήταν ήδη και δεν το’ ξερε.
Το’ χε ξεχάσει.

Πόσο σημαντική για κείνον. Τον σύζυγο που της έλαχε και που πορεύτηκε πλάι της σιγανά.
Πόσο σημαντική για μένα.
Για μένα που μου’ μαθε από μικρή να μπορώ να κάνω τις σκανδαλιές μου ελεύθερη χωρίς να ακολουθεί η οποιαδήποτε κριτική.
Παιδιά δεν είχε…

Το κρύο τσουχτερό και η μέρα στο τέλος της.
Μα εκείνη περπάταγε ακόμα.
Η ώρα 8:00μ.μ. σ’ ένα δωμάτιο του μυαλού της κάτι της έλεγε ότι πάει στραβά.
Μα σε στραβό γιαλό είχε μάθει ν’ αρμενίζει. Κι είχε νυχτώσει πια.

Το τηλέφωνο χτύπησε.
-Μήπως είναι εκεί η νονά σου; Έχει φύγει απ’ τις τεσσερισήμισι κι ακόμα να γυρίσει.
-Όχι…. ‘όχι , εδώ δεν είναι…

Σκεπτόμενοι το χειρότερο πριν κάνα χρόνο μεταξύ αστείου και σοβαρού λέγαμε:
«Καλά, η νονά καμιά μέρα θα φύγει και δεν θα θυμάται να γυρίσει»!

Το σοβαρό πέρασε μέσα απ’ το καλώδιο του τηλεφώνου και έφτασε στον εγκέφαλό μου
Και το αστείο, καθόταν απέναντι και μου’ ριχνε μια μούτζα.
Η νονά αγνοείται…

Ρίχνει χιονόνερο. Το μάλλινο παλτό της έχει βαρύνει. Τα πόδια βρεγμένα, τα βήματα ασταθή.
Η πορεία της ατέλειωτο οχτάρι κάνει κύκλους στο μυαλό και οι χτύποι της καρδιάς δυναμώνουν.

Σκύβει, μαζεύει έναν αναπτήρα. Τον ανάβει. Δεν ανάβει. Τον βάζει στην τσέπη. Συνεχίζει.

Στο αστυνομικό τμήμα ο σύζυγος και αγαπημένος μου νονός αναφέρει το συμβάν.

-Θα σας ενημερώσουμε…

Και επιστρέφει σαστισμένος στο σπίτι.
Ανοίγει την τηλεόραση. (Κάτι μπορεί να ακούσει).
Μα πως; Έχουν περάσει μόνο 5 ώρες.
Ποιος είναι πιο βαθιά νυχτωμένος;

Εγώ, ζητάω από δυό φίλους να το παίξουν οι πατερίτσες μου γι’ αυτή τη νύχτα που αξημέρωτη μου μοιάζει ήδη.

Και μαζευτήκαμε απόψε εδώ να παίξουμε το παιχνίδι «Γραφείο κινήσεως» των εφημερευόντων νοσοκομείων.
Το χέρι προσπαθούσε να καθυστερήσει όσο μπορούσε να πληκτρολογήσει τους αριθμούς.

- Μήπως σας φέρανε μια γυναίκα αγνώστων στοιχείων ή… Ευτυχία Τάδε;
- Περιμένετε παρακαλώ.
- Περιμένω.

Περιμένω και μια τρέμω και μια ηρεμώ και μια ελπίζω πως ίσως και θα’ ταν καλύτερο να ακούσω ένα ΝΑΙ, εδώ είναι.

Μα ΟΧΙ. ΟΧΙ, δεν ήταν σε κανένα.

Περπατάει σκυφτή. Και σε κάποιο δωμάτιο του μυαλού της αναρωτιέται «είναι από δω αυτό το κάπου που πηγαίνω»;

Βρίσκει έναν αναπτήρα. Τον ανάβει. Δεν ανάβει. Τον βάζει στην τσέπη.
Ένα μηχανάκι περνάει. Παραλίγο να την πατήσει.

«Πού πας μωρή κωλόγρια; Θες να μας σκοτώσεις;» φωνάζει και απομακρύνεται.


Μαζί με τους φίλους μου βγαίνουμε στο δρόμο. Ψάχνουμε στη γειτονία. Όλα τα πιθανά σημεία της συνηθισμένης της βόλτας.
Φοράμε σκούφους και κασκόλ. Το κρύο τσουχτερό. Σκοτάδι. Αέρας και χιονόνερο. Μπαίνουμε στο δασάκι.
Η αναπνοή μου δύσκολη.
Τι περιμένω να δω; Τι ψάχνω να βρω;
Δεν θέλω να βρω τίποτα εδώ μέσα. Όχι, όχι, δεν είναι εδώ.
Τίποτα δεν βρήκαμε.
Γυρνάμε σπίτι.
Τηλεφωνάω στον αδερφό της και αγαπημένο μου θείο.
Όλο χαρά σηκώνει το ακουστικό.
-Έλα! Τι κάνεις!;
-Kαλά…
-Κάτσε να σε πάρω σπίτι!

Κλείνω και περιμένω πέντε δευτερόλεπτα καθηλωμένη λες και πέρασαν πέντε ώρες. Τι θα πω;
To τηλέφωνο χτυπάει.

-Έλα …
-Τι έγινε; Τι κάνεις; η νονά σου είναι καλά;
Παγώνω…
-Γιατί πως και ρωτάς για τη νονά;
-Ξέρω γω; Έχω καιρό να της μιλήσω…
-Ξέρεις… γι’ αυτό σε πήρα. Λείπει απ’ τις τεσσεράμισι κι ακόμα να γυρίσει.
Έχουμε κάνει κινήσεις αλλά δεν ξέρω τι να κάνω…

Άηχη φωνή ακούω να τρομάζει.

-Έρχομαι! Έρχομαι από κει!

Η άλλη της αδερφή και μητέρα μου είναι αποκλεισμένη στο νησί. Δεν γνωρίζει. Δεν πρέπει να γνωρίζει. Τι να κάνει από κει;
Σκέφτομαι ότι λείπει ένα σημαντικό λιθαράκι , δίχτυ ασφαλείας της απόγνωσής μου.

Κάτι πρέπει να σκεφτώ, κάτι να κάνω. Μα τι;
Πού είσαι νονά μου;

Περπατάει με το βλέμμα θολωμένο και καρφωμένο στο κενό του δρόμου.
Ένα αυτοκίνητο σταματάει.
-Είσαστε καλά, λέει ο άντρας.

-Έχω χαθεί…
-Να σας πάμε κάπου;

-OXI, πετάγεται η γυναίκα συνοδηγός. Δεν ξέρεις τι μπορεί να είναι!



Τι μπορεί να είναι;
Μια γυναίκα.
Μια γυναίκα που στη διαδρομή έχασε ό,τι αγαπούσε κι έψαχνε κάτι ν’ αγαπήσει από την αρχή.
Τραγούδαγε στο δρόμο. Αγάπη από παλιά το τραγούδι μα… τα χρόνια τα παλιά, το να γίνεις τραγουδίστρια για έναν αυστηρό πατέρα, άγγιζε την χυδαιότητα κι έτσι…

Τραγούδαγε σιγανά και κοίταζε κάτω. Βρίσκει έναν αναπτήρα. Τον ανάβει. Δεν άναβε. Τον βάζει στην τσέπη. Προχωράει.


3:00 η ώρα.
Ο θείος έχει έρθει στο διπλανό διαμέρισμα και περνάει το βράδυ συντροφιά στον σαστισμένο σύζυγο και αγαπημένο νονό.
Εγώ εδώ, αλλάζω βάρδια στα δεκανίκια. Μια φίλη αγαπημένη μένει σπίτι.
Συνεχίζει να μιλάει όταν εγώ παύω να έχω λέξεις. Μου λέει πράγματα άσχετα για να με κάνει να ξεχαστώ και παρόλο που δεν ακούω τίποτα με ηρεμεί.

Εδώ και 5 ώρες δεν έχω σάλιο, δεν έχω φωνή, δεν έχω ψυχραιμία, δεν έχω ούτε μια θετική σκέψη.
Έξω λυσσομανάει!

Πού είσαι άραγε;

Περπατάει σε μια λεωφόρο. Κατουριέται, τρέμει απ’ το κρύο.
Κατεβάζει τα βρακιά της και κατουράει.
Ένα αυτοκίνητο περνάει με δυο μαντράχαλους.

«Μωρή χαμούρα, εδώ βρήκες να κάνεις πεζοδρόμιο; Κωλόγρια, δεν κοιτάς τα χάλια σου»!

Σ’ ένα δωμάτιο του μυαλού της κάνει φονικό! Τον έχει πισθάγκωνα κρεμασμένο ανάποδα και τον γδέρνει μ’ ένα ξυραφάκι.

Η ώρα πέντε το πρωί.
Ξυπνάω απ’ τον σύντομο ύπνο μου και νιώθω πως κάπου υπάρχει ζωντανή. Είμαι μαζί της και την ζεσταίνω.
Η ελπίδα, που τόσο δεν πίστευα σ’ αυτή, παίζει παιχνίδια με τις αντοχές μου και με παρακαλάει να την αφήσω να νικήσει.

Ξημερώνει. Δεν θέλω να σηκωθώ. Παλεύω με την αδυναμία μου. Καθυστερώ να κινητοποιηθώ γιατί όλα αυτά που ακολουθούν δεν θέλω να τα ζήσω.

Βγαίνουμε στους δρόμους πάλι. Ρωτάμε στη γειτονιά, σε κάποια μαγαζιά, μπαίνουμε σε κάτι εγκαταλελειμμένα σπίτια κοντά σε κάποια σημεία που ήξερα πως βολτάρει για να μαζέψει τη λεία της.

Τι περιμένω να δω; Τι ψάχνω να βρω;
Δεν θέλω να βρω τίποτα εδώ μέσα.

Φτάνουμε στο Δημαρχείο. Να ενημερώσουμε το προσωπικό καθαρισμού του Δήμου μήπως δει τίποτα.
Ένας κύριος ακούει το περιστατικό. Κουνάει το κεφάλι…

«Μην την ψάχνετε εδώ… Οι άνθρωποι με άνοια ψάχνουν να βρουν το δρόμο που οδηγεί στα παιδικά τους χρόνια. Εκεί να ψάξετε. Μην τη φοβάσαι! Είναι ικανή να περπατάει όλο το βράδυ…»


Αποκλείεται! Λέω μέσα μου. Με τέτοιο καιρό…αποκλείεται να έχει αντέξει τόσες ώρες στο κρύο.

Μου ζητούν φωτογραφία.
Είχα μιάμιση ώρα καιρό μέχρι να κλείσει ο Δήμος για να παω σπίτι να βρω μια πρόσφατη φωτογραφία, πράγμα πολύ δύσκολο, και να εκτυπώσω ένα Α4 με τα στοιχεία της κα τα στοιχεία μου…

Ανοίγω το photoshop . Στήνω σελίδα. Κοιτώ τη φωτογραφία και γράφω δίπλα.
Στη λέξη «αγνοείται» πάω να λυγίσω.
Μα δεν έχω χρόνο για τέτοια…
Το μυαλό μου χωρισμένο στα δυο.

Ποιος θα λυγίσει πρώτος;

H ώρα 2:00 το μεσημέρι. Τα βρεγμένα ρούχα στεγνώνουν πάνω της. Μια μηχανή μ’ ένα ζευγάρι σταματάει.

-Θέλετε βοήθεια, θέλετε λεφτά;
-Όχι καλοί μου…. Θα ξεχάσω να σας τα επιστρέψω και δεν θέλω.
-Καλά τότε, θα πάρουμε τηλέφωνο την αστυνομία, περιμένετε εδώ.


Προχωράει. Βρίσκει έναν αναπτήρα. Σκύβει να τον μαζέψει. Τον ανάβει. Ανάβει. Τον βάζει στην τσέπη.

Σ’ ένα δωμάτιο του μυαλού της ο ήλιος τη ζεσταίνει.


Βρίσκομαι στο αστυνομικό τμήμα για να αφήσω τη φωτογραφία της και κει.
Κοντεύει να περάσει το 24ωρο και η αστυνομία θα περάσει στο επόμενο στάδιο. Θα ενημερώσει όλη την Ελλάδα…

-Πείτε στον σύζυγό της να περάσει να κάνει και γραπτή δήλωση εξαφάνισης.
-Ναι, θα του το πω. Ευχαριστώ.

Κατεβαίνω τις σκάλες. Στον πρώτο όροφο πετυχαίνω τον σύζυγο και αγαπημένο νονό μου να ανεβαίνει.

-Σε καλέσανε και σένα; μου λέει.
-Όχι, μόνη μου ήρθα να αφήσω μια φωτογραφία.
-Την είδες;
-Ποια;
-Tη νονά! Με πήραμε τηλέφωνο! Είναι στον τρίτο όροφο.
-Μα από κει έρχομαι, δεν ξέρουν τίποτα.
-Μα με πήραν τηλέφωνο. Βρήκανε μια Ευτυχία σαν τη δική μου.

Μπερδεύτηκα. Δεν ήξερα τι να πιστέψω. Μήπως έχει αρχίσει να τα χάνει και να την βρίσκει και ο σύζυγος και αγαπημένος μου νονός;

Ανεβαίνουμε μαζί.
Η κυρία αστυνομικίνα δεν ξέρει τίποτα.
«Μα με πήραν τηλέφωνο αλλά μέσα στην ανακούφιση ξέχασα να ρωτήσω από πού» λέει ο νόνος.

Η Ευτυχία βρίσκεται καθισμένη σε μια καρέκλα μ’ ένα ποτήρι νερό δίπλα της. Σ’ ένα αστυνομικό τμήμα άλλης περιοχής. Τρέμει και χασμουριέται.

Η ώρα δύο και μισή. Κατευθυνόμαστε προς τα κει. Μας έχει φορτώσει η φίλη μου στο αυτοκίνητο και πάμε .





Παίρνω τηλέφωνο να ενημερώσω τον θείο.

«99,9 την βρήκαμε! Αν δεν τη δω δεν το λέω στα σίγουρα» του λέω
Μια κραυγή απ’ αυτές που λίγες φορές ακούς στη ζωή.
Κραυγή Ευτυχίας. «Ερχόμαστε!»


Μπαίνω στο δωμάτιο. Παντού ένστολοι που στα μάτια τους βλέπω να παρακολουθούν το reality show.

Την βλέπω καθισμένη κι αποκοιμισμένη σε μια καρέκλα. Την αγκαλιάζω. Τα ρούχα της μισοστεγνωμένα πάνω της.

Νονά; Νονά;

Ανοίγει τα μάτια.
Σ’ ένα δωμάτιο του μυαλού της χαμογελά.
Νονά, πάμε σπίτι.

Τα χέρια της μαύρα, λες και ξεχορτάριαζε όλη νύχτα. Τα μαλλιά της μια τζίβα. Τα πόδια της πρησμένα ξεχειλίζανε απ’ τα βρεγμένα παπούτσια.

-Πού ήσουν, ψελλίζω…
-Πού ήμουν; απαντά .

Εξαντλημένη κοιμάται στην αγκαλιά μου στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.
Τα μάτια μου τρέχουν. Ο σύζυγος και αγαπημένος μου νονός γυρνά και μας κοιτά.
Κλείνω τα μάτια και σφίγγω πιο πολύ στην αγκαλιά μου ένα μικρό κοριτσάκι που έχασε το δρόμο.


Έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού είναι έτοιμη να καταρρεύσει.
Η αίσθηση της ασφάλειας, η γνώριμη εικόνα και μυρωδιά του σπιτιού της την επαναφέρει για λίγο.

«Πού ημουν, γιατί είναι έτσι τα χέρια μου, πω..πω…»

Της αλλάζουμε ρούχα, την τρίβουμε με οινόπνευμα, την τυλίγουμε με κουβέρτες και περιμένουμε τον γιατρό.

Κοιμάται βαθιά για μιάμιση ώρα.

Ο γιατρός μίλησε για θεριό! Θηρίο που άντεξε και τίποτα δεν έπαθε!

Όταν το μυαλό δεν λειτουργεί, λειτουργούν όλα τ’ άλλα πολύ περισσότερο. Μηχανισμοί επιβίωσης.


-Έφυγες χθες τα’ απόγευμα νονά και πέρασες όλο το βράδυ έξω…
-Εγώ;;;;;;
-Εσύ
-Και πού πήγε;
-Δεν ξέρω, εσύ μόνο ξέρεις…
-Εγώ;;;;;;;;
-Εσύ
-Και πέρασε καλά;;;;;;;;
-Δεν ξέρω νονά, εσύ θα μου πεις.
-Εγώ;;;;;;;;
-Εσύ
-Και φοβότανε;;;;;;;;;;
-Φοβότανε νονά;
-Ναι….ναι….φοβότανε….αλλά τώρα δεν φοβάται πια ε;;;;;;;;
-Όχι, νονά. Όχι…τώρα δεν φοβάται….

16 σχόλια:

ceralex είπε...

Είχε κάποτε μια ζωή κι ακόμα έχει κι ας είναι έτσι...
Είχε κάποτε ερωτευτεί
Είχε κάποτε δουλέψει σκληρά
για χρόνια πολλά.
Γελάει ακόμα, νιώθει ακόμα και αισθάνεται την αγάπη των άλλων.
Αρρώστια κακιά που την κάνει να φαινεται στα μάτια κάποιων ένα τίποτα.
22 ώρες στο δρόμο και την προσπέρασαν έτσι.
Επρεπε να ξημερώσει για να βρεθεί ένας άνθρωπος να κάνει την πιο απλή κίνηση.
Ένας άνθρωπος μέσα στις 22 ώρες...
και όποιος κι αν είναι τον ευχαριστώ πολύ.

Ας γίνουμε λίγο περισσότερο άνθρωποι, ας γίνουμε λίγοι περισσότεροι οι άνθρωποι που δεν θα χλευάζουμε και δεν θα προσπερνάμε ότι θα μπορούσαμε να πάθουμε κι εμείς στα 75 μας.
Τα περιστατικά στον δρόμο τα ανέφερε την επόμενη μέρα.
Ίσως η αλήθεια να κρύβεται κάπου στη μέση γιατί το μυαλό της πλάθει ιστορίες κάποιες φορές όμως...αυτό το "μωρή χαμούρα" το λεγε και το ξανάλεγε με τόση πίκρα.
Και χίλιες ευχές έδινε στο ζευγάρι που πήρε απλώς ένα τηλέφωνο το 100.

Στην τσέπη της βρέθηκαν 8 αναπτήρες απ' τους οποίους άναβε μόνο ο ένας.

nonia είπε...

αχ βρε κοριτσάκι μου, είναι αυτή η ζεστασιά στην καρδιά που κάνει μοναδικούς τους ανθρώπους...

Ανώνυμος είπε...

γροθιά στο στομάχι... απίστευτο κι όμως αληθινό!

να είσαι καλά!!!

Φώτης

Σπίθας είπε...

Πονάει..ceraiex
Δύσκολες καταστάσεις..

Roadartist είπε...

ceralex δεν εχω λογια.
Νομιζω οτι εχει χαθει η ανθρωπια ετσι κ αλλιως σημερα.
Παλι καλα που ειχανε ολα αισιο τελος. Εχουμε γινει ολοι μεγαλα ζωα, ή μαλλον ας μη υποτιμω τα ζωα.. Δεν ξερω .. τι να πω..
Πικρα.
Να ναι καλα οποιος τη βοηθησε.
ΑΣ ΜΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΚΟΙΤΑΜΕ ΤΟ ΔΙΠΛΑ μας!
Εκανες πολυ καλα που ανερτησες ολο αυτο..με ταρακουνησες προσωπικα παρα πολυ..
Η αγαπη ειναι το παν..ας μη το ξεχναμε ποτε..
Οπως εγραψες, ποτε δεν ξερουμε τι μας περιμενει κ εμας..
Να σαι καλα.

CsLaKoNaS είπε...

2 από τους 4 γονείς των γονιών μου στα τελευταία χρόνια της ζωής τους έπαθαν άνια. Και οι 4 όμως ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα και ταλαιπώρησαν κιόλας.

Θέλω να πω πως ξέρω πολύ καλά από άνια. Είναι εντυπωσιακά άσχημο. Είναι όμως μια αρρώστια όπως όλες τις άλλες. Βλέπεις, η καρδιά όταν έχει πρόβλημα δεν ενοχλεί τους άλλους. Δε φαίνεται πως υποφέρει. Δεν ενοχλεί. Σε αντίθεση με τον εγκέφαλο που δεν περνάει απαρατήρητος.

Από την εμπειρία μου, μου εύχομαι κάτι μακάβριο: Να πεθάνω στα πόδια μου.


Καλή δύναμη.

Aντώνης είπε...

Τις αγάπες σου να τις κρατάς σφιχτά στην αγκαλιά σου!

0 Comments είπε...

ουάου!

Ανώνυμος είπε...

ΜΠΡΑBΟ ΚΑ CERALEX....ΠΑΛΙ ΡΕΖΙΛΙ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ...ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΤΗ ΔΟΥΛΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΚΑΙ ΝΑ ΚΛΑΙΩ ΣΑ ΜΩΡΟ ΠΑΙΔΙ...ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΩ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΜΟΥ... ΦΑΝΤΑΣΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΗΚΣΕΡΑ...ΩΡΑΙΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ ΠΑΛΙ... ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΤΟ ΒΡΑΔΥ...ΦΙΛΑΚΙΑ...
Υ.Γ. ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΥΛΟ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΠΡΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ...ΓΡΑΜΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΜΕΝΕΣ...ΜΗΝ ΑΡΓΕΙΣ...ΒΟΥΡΡΡΡ

Spyros_VJ είπε...

αχ αυτή η ζωή... σκληρή μέχρι και στις μεταφορές της.

Μια Ευτυχία, πολλές οι ευτυχίες, πολλές και οι δυστυχίες. Χάνονται, ξαναβρίσκονται. Ζεσταίνονται, κρυώνουν, κατουριούνται, επιστρέφουν.

(Οι αναπτήρες ήταν το καλύτερο 'φτιασίδι' σε κείμενο που έχω διαβάσει εδώ και πολύ καιρό.)

marulia είπε...

αν και παρακολούθησα την ιστορία όχι από κοντά, τηλεφωνικώς τουλάχιστον, παρόλα αυτά το κείμενο με άγγιξε βαθειά, ίσως επειδή ένιωσα να περπατώ η ίδια χαμένη στην παγερή νύχτα!

τέλος καλό, όλα καλά...

mindstripper είπε...

Τα μισά δάκρυα ήτανε για τους ανθρώπους αυτούς που μεγαλώνοντας γίνονται πιο ευάλωτοι και πιο φοβισμένοι κι από μικρά παιδιά.
Τ' άλλο μισά ήτανε από ανακούφιση και χαρά που η νονά σου αγαπιέται από όλους εσάς.
Αν το έχει ζήσει κάποιος άμεσα, το κείμενό σου είναι κομμάτι της ψυχής του ξεριζωμένο και χαραγμένο σε χαρτί.

Αν είναι ξένο, δεν μας ακουμπάει... Μεγαλώνουμε λάθος.

Να είστε καλά όλοι σας.

Artanis είπε...

Σου γράφω ίσως κάπως καθυστερημένα, μιας και έχεις ήδη προχωρήσει σε άλλη ανάρτηση, όμως πρέπει να σου ομολογήσω οτι μου έκαψες την καρδιά, μ' αυτό το κέιμενο...

ΠΡΟΒΑΤΟ, ΟΧΙ ΑΡΝΙ είπε...

Η κραυγή ευτυχίας κι η αγάπη σου γι' αυτή.... Αυτά κρατάω κι αφήνω το άρθρο σου με χαμόγελο.

Ανώνυμος είπε...

Σ ΑΓΑΠΩ ΝΑΝΑ

ceralex είπε...

Σας ευχαριστώ όλους σας...