Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Η φαντασία στην εξουσία


--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Φαντάζομαι…
Να γινόντουσαν όλοι μια φωνή.
Τόσα και τόσα αριστερά κινήματα να έβαζαν στην άκρη τις ανούσιες διαφορές τους και να έβγαζαν τις παρωπίδες για μια φορά! Για αυτή τη φορά!
Φαντάζομαι τους φιλάθλους που πωρώνονται για τις ομάδες.
Τόσος λαός…πράσινοι και κόκκινοι και κίτρινοι να κατέβαιναν όλοι στους δρόμους! Μαζί! Ένα χρώμα!
Τόόόσος λαός….
Φαντάζομαι το θάνατο του φόβου που κλείνει στα σπίτια τους πολλούς από μας.
Φόβος για τα δακρυγόνα. Φόβος για τις «εξοστρακισμένες» σφαίρες. Φόβος για το τουλούμιασμα. Φόβος…να μην ταράξουμε την θαλπωρή των Χριστουγέννων.
Κομμένα έλατα πάλι στη σειρά περιμένουν να στολιστούν με τύψεις. (;)
Λαμπιόνια φωτίζουν τη βολεμένη ζωή αυτών που ακόμα κι αν συμφωνούνε και κρυφογουστάρουν όλο αυτό που γίνεται, παρακολουθούν από την τηλεόραση τα γεγονότα. Ποια γεγονότα;;;
Όταν σήμερα πολλοί τραγουδούσαν στα προπύλαια με μια φωνή, τα κανάλια μίλαγαν πάλι για φασαρίες στο κέντρο της Αθήνας κι έδειχναν προχθεσινά πλάνα από τους…κουκουλοφόρους που «πάλι» τα σπάγανε…
Η αλήθεια βρίσκεται στο δρόμο και ο δρόμος δεν πρέπει να είναι για τους πιο τολμηρούς. Ο δρόμος πρέπει να είναι για όλους όσους έχουν δυσαρεστηθεί έστω για ΕΝΑ απ’ όλα αυτά που συμβαίνουν.
«Τα έκανα στα νιάτα μου» , ίσως να λένε κάποιοι. Και ναι…πόσο μάλλον η γενιά του πολυτεχνείου που ήξερε τον «εχθρό». Τώρα λένε...δεν υπάρχει εχθρός…Δεν υπάρχει ιδεολογία…
Ναι…ίσως να πρέπει να πιάσουμε πάτο για να ακούσουμε το ξυπνητήρι. Το’ χουμε κρύψει καλά κάτω απ’ το «οικολογικό» στρώμα που το πληρώνουμε ακόμα με δόσεις. Ναι… το ψυγείο μου είναι γεμάτο τι με νοιάζει για του γείτονα. Ναι, έχω ακόμα τη δουλεία μου τι με νοιάζει αν απέλυσαν τον κολλητό μου. Ναι, έχω κλείσει τριήμερο για σκι εντάξει μωρέ, μάλλον θα ξεφουσκώσει όλος ο σαματάς. Εδώ τόσα χρόνια δεν άλλαξε κάτι τώρα θα αλλάξει;
Άνθρωπέ μου; Θέλεις ν’ αλλάξει; Θέλεις;;;; Αν θέλεις…ΜΠΟΡΕΙΣ!

Φαντάζομαι το «εγώ» να γίνει «εμείς».
Ο άνθρωπος, νοήμων ον ν’ αποκτήσει την υπόσταση που του αρμόζει.
Να διεκδικήσει κι όχι να εκδικηθεί.
Να πιστέψει και όχι να ελπίζει.
Να κάνει αυτοκριτική και όχι κριτική.
Ναι. Τότε ίσως να αλλάζαμε τον κόσμο.
Ναι. Τότε ίσως να γραφότανε στην ιστορία της ανθρωπότητας η ανθρωπιά.
Ναι. Τότε ίσως να κοιμόμασταν τα βράδια πιο ήσυχοι.
Ίσως, να κατανοούσαμε περισσότερο τη λέξη «ζωή».
Η ζωή είναι ωραία.
Δεν μπορεί κανείς να πει πως η ζωή είναι άσχημη.
Μα η φαντασία δεν είναι κομμάτι της.
Είναι το πέπλο της.
Σηκώνουμε το κεφάλι ψηλά και το βλέπουμε από πάνω μας.
Αλλά μήπως θα έπρεπε να το αφήσουμε να μας σκεπάσει;
Όλοι στην αγκαλιά του πέπλου της φαντασίας θα ποθούσαμε ΜΙΑ πραγματικότητα.
Την αληθινή…
Βάλε την φαντασία στην εξουσία να δεις για πότε αλλάζουν όλα.
Θέλεις;;;;; Θέλεις;;;;;
Αν πραγματικά θέλεις ΜΠΟΡΕΙΣ!!!!

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Ρητορικό νεροπίστολο




------------------------------------------

------------------------------------------

------------------------------------------

------------------------------------------

------------------------------------------

Την σκανδάλη πάτησε κι όλα τα μέχρι τώρα σκάνδαλα πνιγήκανε.
Και μια σταγόνα στο κέντρο της καρδιάς ξεχείλισε το ποτήρι.
Το αίμα όμως νερό δε γίνεται.
Και το χαμόγελο δεν γυρίζει πίσω.
Και άμα ραγίσει το γυαλί λαμπόγυαλο γίνονται όλα.
Κι «ένας» που άνθρωπος ονομάζεται έκλεψε κάτι όνειρα.
Και ήταν μεγάλη είδηση πως καμία συνείδηση δεν έλαβε χώρα σε αυτή τη χώρα.
Πώς στην οργή να βάλεις τέλος;
Και πώς στο τέλος θα ξεφυτρώσει μια αρχή;

Τα όρια σαν πέρασμα κλωστής μεσ’ τη βελόνα.
Ατρόμητοι φαίνονται όλοι οι τρομαγμένοι.
Φόβος.
Φόβος.
Φόβος.
Ή μήπως όχι;
Στο σαματά και στους ανθρώπους, μια κραυγή πιο σιωπηλή κι από θάνατο γίνεται πέτρα.

Η πιο άψυχη πέτρα γέννησε κάποτε την δημοκρατία.
Κάθε πέτρα και ψήφος.
Λευκή το ΝΑΙ
Μαύρη το ΟΧΙ.

Και ναι…καλώς ή κακώς κάπου πρέπει να «ρίψουν» τις ψήφους.
Για τις κάλπικες υποσχέσεις.
Για τα ορθάνοιχτα μάτια που τρέχουν χημικά.
Για κάτι όνειρα που βγήκαν στους δρόμους.
Τους δρόμους της Αθήνας.
Αυτούς που κάποτε ρητόρευσαν οι πιο σοφοί κι απ’ τους σοφούς.

Τι λες εσύ Σωκράτη?

Λέω πως η τέχνη της πολιτικής σερβίρεται με vodka μολότοφ.
Το κώνειο είναι ξεπερασμένο.
Βάλτε μου μια.
Θα την πιω…
Στην μνήμη του Αλέξανδρου…

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

making off
























Making off

Όλα είναι εκεί.
Εκτός από σένα.
Εσύ είσαι πίσω απ’ όλα αυτά.
Ίσως και μέσα σ’ αυτά.
Αόρατος αποθανατίζεις το καλοστημένο σκηνικό.
Αυτό που εγκρίνεται. Αυτό που έχει αρχή, μέση και τέλος.
Αυτό που παίζει ένα ρόλο και ξέρει τι ρόλο παίζει.
Εσύ δεν ξέρεις τι ρόλο παίζεις. Δεν παίζεις κανένα ρόλο.
Και μάλλον δεν είχες ποτέ ούτε αρχή, ούτε μέση ούτε τέλος.
Είσαι ο εαυτός σου πιθανότατα. Ένα κουσούρι που θα το σέρνεις δια βίου.
Παρατηρητής.
Όπου γουστάρεις πατάς rec κι όπου γουστάρεις stop.
Δεν σου ζήτησε κανείς να το κάνεις. Το κάνεις γιατί έτσι τη βρίσκεις βρε αδερφέ.
Κάποιες φορές ίσως και να φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν.
Ντε και καλά να επιμένεις να ξεπετάξεις μέσα από το χώμα έναν μικρό βλαστό σου.
Κάτι να γίνει. Κάτι να ανθίσει.
Σε μια γωνιά του σκηνικού. Όχι, κανένας δεν σε πάτησε καταλάθος με το παπούτσι του.
Υπάρχουν και τα τυχερά…
Κι αυτά είναι μόνο για σένα.

Ο πρωταγωνιστής

Ο ρόλος είναι ρόλος. Λόγια που πρέπει να ειπωθούν.
Όταν ο «ένας» γίνεται «άλλος».
Κι έτσι κυλάει σαν γλυκιά μελωδία μια ζωή δανεική.
Σε πόσα cut σου τσακίζουν τον έναν και τον άλλον;
Κι όταν πια τελειώσει η μελωδία… Ποιος είσαι;
Ε;;;
Ποιος προτιμάς να είσαι εντέλει;

O μελισσοκόμος

Μεράκι το λένε. Μερακλίδικη δουλεία. Μασκαράς ενός πάθους.
Προστατεύεσαι για να μπορείς να ερωτοτροπείς ελεύθερα με το ζουζούνισμα.
Γλυκιά μελωμένη ιστορία.
Εξαρτημένος από τη βασίλισσά σου.
Μήπως αυτή άλλωστε δεν κινεί το νήμα της ζωής;

Κακός ηθοποιός

Δεν με πείθεις. Δεν σε πιστεύω. Δεν θέλω πια να σε ακούω. Δεν θέλω να σε βλέπω.
Μου προκαλείς ανία. Προβλέψιμα κακές οι ατάκες σου.
Πες μου τι αγάπησες πιο πολύ;
Το πείσμα ή την άγνοια; Τον φόβο σου ή τον εαυτό σου;

Κομπάρσος

Όλοι μας κάνουμε ένα πέρασμα από τα σημαντικά των άλλων.
Έτσι…
Περαστικοί βρεθήκαμε βρε αδερφέ από τις στιγμές τους.
Κι αγαπήσαμε τις στιγμούλες μας.
Πίσω από όλα τα καλοστημένα σκηνικά.
Ίσως και μέσα σε όλα.
Σε μια γωνιά του σκηνικού. Μας ξενύχιασε πατώντας μας καταλάθος ο πρωταγωνιστής.
Μα δεν πειράζει.
Τυχερά είναι αυτά.
Κι αυτά, είναι μόνο για μας.





Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Aπό το + στο x Κι από το x στο +








+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++ xxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxx


Yφαίνοντας διαβάσεις
Η μοίρα διευκόλυνε τον δρόμο μου.
Μου πε… «Ακόμα κι αν δεν ξέρεις που πηγαίνεις, πάντα θα υπάρχει ένα μικρό κομμάτι γης που θα μπορέσεις να περάσεις λίγο πιο εύκολα, από τη μια μεριά στην άλλη…»
Στα σταυροδρόμια του μυαλού, ευχήθηκα να αγναντέψω από ψηλά τις τέσσερις πορείες. Κι απόρησα πόσες φορές αυτοί που σταύρωνα και ψήφιζα για γνώριμους συμμάχους μου, στις μοίρες που μου στρέψανε κατεύθυνση, ένα μεγάλο Χ στο τέλος έβαλα.
Μα οι τέσσερις γραμμές, όπως κι αν ήτανε, ήταν εκεί…

Στο κέντρο τώρα βρίσκομαι και περιστρέφομαι.
Πάντα ένας κύκλος αγκαλιάζει τις στιγμές μου.
Εγώ, που ήμουν πριν εκεί .
Κι εκεί που ήμουν πριν εγώ.
Ζαλίστηκα…
Το ένστικτο διαλέγει πάντα έναν δρόμο.
Κι ο δρόμος πορεία γίνεται για να μου αποκαλύψει αν το λάθος και το σωστό μπορεί να συνυπάρξει.
Και πως συμβαίνει πάντοτε, να συνυπάρχει…
Πως γίνεται πάντα μα πάντα αυτό που απέρριψα ενστικτωδώς να απλώνεται εμπρός μου, χαρίζοντάς μου άλλη μια ευκαιρία, το Χ να το μεταμορφώσω και πάλι σε ακέραιο σταυροδρόμι.
Υφαίνοντας διαβάσεις…
Η μύτη του διαβήτη ναν τα θέλω μου
Και η πένα, η ζωή μου.


Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Σκια(γράφοντας)




Πόσα πάρε δώσε με τη σκιά σου.
Σαν μια ρωγμή του εαυτού σου στη γη της ουτοπίας.
Σαν ένα μαύρο κενό περίγραμμα της ουσίας σου κομμένο με ψαλίδι.
Σαν την πιο βαθιά αντίθεση της υπαρξής σου.

Πόσοι και πόσοι δε μίλησαν γι’ αυτήν.
Κι άλλοι τόσοι που κουβέντα ανοίξανε μαζί της.
Κι αν βγάλανε άκρη, μη με ρωτάς.
Ο καθένας νταραβερίζεται αλλιώτικα με τη σκοτεινή πλευρά του.

Εγώ, κάπου τη χάνω…
Κάπου τη βρίσκω…
Κι όταν νομίζω πως μόνη μου είμαι, όλο και κάπου κάτι κινείται πλάι μου.
Στη ρουφηξιά του τσιγάρου μου καπνίζει και κείνη.
Στο ξύσιμο του κεφαλιού μου, σκέφτεται περισσότερο από μένα.

Κι όταν φυσά, τα μαλλιά της παίρνουνε αέρα.
Κι όταν ακίνητη χαζεύω απέναντι το κενό μου κι ένα δάκρυ πλησιάζει στη γούβα, στο κάτω μέρος των ματιών, αγκαλιά με κρατάει πισώπλατα ν’ αντέξω.

Μην της το πεις…
Μα κάπου τη ζηλεύω…
Κάνει ό,τι κάνω…
Και γω, τι κάνω;
Καλά εσύ , ευχαριστώ!

Σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου έξι σκιές περιμένουν την έβδομη να ξυπνήσει.
Κι η έβδομη κρυμμένη στα σεντόνια.
Κοιμισμένη σ’ ένα όνειρο που δεν χόρτασε ακόμα.

Βλέπεις έξω απ’ το παράθυρο όλους τους υγιείς να τρέχουν στις δουλειές τους.
Με τις σκιές του βιαστικές να τους προλάβουν.
Δέκα και δέκα το ρολόι.
Η σκιά στο δέκα της ώρας και εσύ στο δέκα των λεπτών.

Ξύπνα!

Σ’ ένα χωριό σ’ ένα νησί με άφησε το κτελ ένα πρωί το καλοκαίρι.
Μπουκαμβίλιες φούξια στόλιζαν τα λευκά σπιτάκια του.
Και κάτι γάτες τεντωνόντουσαν στα πλακόστρωτα.
Είχα καιρό να κοιταχτώ σ’ ένα καθρέφτη.
Ισορροπούσα στο πεζούλι. Δεξιά η θάλασσα κι αριστερά η ζωή μου.
Κι ο ήλιος καθρέφτισε τη στιγμή μου.
Ένα σακίδιο στον ώμο κι άλλο ένα στο στήθος.
Ζυγιάζοντας τα βάρη.
Κι οι προσδοκίες ισορροπούσαν κι αυτές τάχα μου αμέριμνες.

Σε περίμενα να έρθεις να με πάρεις απ’ τον κοντινό χωριό.
Κι έριξα και μια βουτιά στη θάλασσα για να περάσει η ώρα.

Σ’ ένα σακίδιο μαζέψαμε τις διακοπές μας και να τες τώρα εδώ δίπλα στο τζάκι.
Περιμένουν να τις βάλω φωτιά.

Ξύπνα!

Ότι έχουμε να κάψουμε θα το κάψουμε.
Κι όσο είναι να καούμε θα καούμε.

Είτε το θέλουμε είτε όχι.
Η σκιά ακολουθεί.
Σε ένα μαύρο τόσο γνώριμο.
Σε μια ομορφιά τόσο λιτή.
Σε μια πίστη τόσο άπιαστη, όσο και η αγάπη.

Αγάπη…

Όπου και να την κρύψω αποκαλύπτεται.
Φορές φορές, τσαντίζομαι μαζί της.
Θέλω να την διώξω.
Θέλω να την καταχωνιάσω.
Σε μπαούλα.
Σε ντουλάπες.
Σε συρτάρια.
Στο ψυγείο.Στην αποθήκη…

Να τη θάψω στο χώμα.
Άραγε τι θα φύτρωνε, πες μου!

Εδώ στην άκρη του στόματος το’ χεις, αλλά δεν το λες…


Θα περιμένω…



Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

απαπα...




Παπαριές με ροδοπέταλα συνοδεύουν μια διάθεση νοηματικής αθυροστομίας.
Είναι κάτι σαν ανάγκη να βρεις μια καινούρια συνταγή που να βοηθάει στη χώνεψη.

Μπορεί το κρέας να είναι άνοστο ή μπαγιάτικο αλλά του προσθέτεις λογιών λογιών
μυρωδικά, μπαχάρια, τζίτζιλα και μίτζιλα, τρως τη μπουκιά και μέχρι να σου’ ρθει η απαίσια κρεατίλα το’ χεις καταπιεί και πληκτρολογείς ήδη τον αριθμό της πιτσαρίας. Ναι. Μια πίτσα μαργαρίτα είναι ό,τι πρέπει για τέτοιες στιγμές.
Μοιάζει με το κενό. Με το σχεδόν τίποτα. Με το που τη βλέπεις και πριν τη δοκιμάσεις αρχίζεις και φαντάζεσαι πάνω της ντομάτες χμ… ναι… πιπεριές…χμ… ναι…ναι, μανιτάρια… χμ…όχι… μήπως οικολογική…χμ… με ποια λογική αφού θα βγάλεις στην άκρη τα κρεμμύδια και τις ελιές και τα μανιτάρια…και…και...και… και θα μείνεις με μια διαλυμένη πίτσα στο χέρι.

Μαργαρίτα κα πάλι μαργαρίτα. Κομμάτι το κομμάτι, μ’ αγαπά – δε μ’ αγαπά και εύχεσαι να έχεις φουσκώσει σε ζυγό τρίγωνο.

Μ’ αγαπά; Ναι! Κέρδισες! Πάρε ένα πιτσάκι που λέμε και στο trivial.
Δε μ’ αγαπά; Πάρε τον πούλο, πάμε γι ‘ άλλη ερώτηση…

Πας καλά;
Και στην πίσω πλευρά της κάρτας η απάντηση.
Βέβαια το κακό με το μαραφέτι αυτό είναι ότι δεν έχει πίσω πλευρά.
Σελίδες κατεβαίνουν κατεβαίνουν κατεβαίνουν… αλλά ποτέ δεν γυρίζουν απ’ την πίσω πλευρά. ΠΟΤΕ!

Γι’ αυτό και πολλές φορές προσπαθείς να δεις πίσω απ’ τις λέξεις.
Μα στην προκειμένη το κείμενο μεταφράζεται σε ένα ψιλοχυδαίο ανούσιο πείραμα που στην πραγματικότητα είναι εμπνευσμένο απλά και μόνο από μια φωτογραφία που στο παρελθόν είχε προκαλέσει αρκετό γέλιο δεδομένης της κατάστασης στην οποία έλαβα χώρα.

…Έλαβε… χώρα.. βεβαίως βεβαίως!!!

«Ρεδεμπάμε καλάάάά….!» λέει η πίσω πλευρά στην μπροστά και τελειώνει η υπόθεση.
Ετσι απλά..!

Απλούστατα!

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Το βαλς της συνήθειας

Ένα βήμα μπροστά
Δύο βήματα πίσω
Παραπατάς και βουτάς στην άρνηση

Τα παπούτσια λερωμένα απ’ την ερωμένη του τίποτα.
Κατάθλιψη την λέγανε μα τώρα μοιάζει με παραστρατημένη ανακούφιση.

Στο επόμενο βήμα ο τόνος θα είναι λίγο πιο δυνατός.
Αλλάζει η ώρα
Τα λεπτά μένουν ίδια
Ο χρόνος άλλοτε κερδίζει
Ο χρόνος άλλοτε χάνει


Ένα βήμα μπροστά
Δύο βήματα πίσω
Στο σύνολο τρία
Παραπατάς και βουτάς στην αλήθεια

Τα παπούτσια λερωμένα απ’ τον εραστή της ανάγκης
Μια συνήθεια με βαθιές ρίζες στα άδυτα του παραλόγου

Πώς να κλαδέψεις κάτω απ’ τη γη;

Ένα βήμα μπροστά
Δύο βήματα πίσω
Τι κι αν στο τέλος φτάσεις πάλι στο ίδιο κάπου.
Το κάπου και το κάποτε, εσύ μόνο γνωρίζεις πως υπήρξαν στ’ αλήθεια…

…Με μια αβεβαιότητα παραμάσχαλα.
Κι αρχίζει να σ’ αρέσει!

Σαν ένα χαμόγελο
Που έσκασε τελικά στα γέλια!



Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Κύπρο μου για ένα γέλιο σου...

Γύρισα προχθές…
Το μυαλό και η καρδιά ακόμα εκεί…
«Καρκιάν» τη λένε την καρδιά κι «αγκάλην» την αγκάλη…
Και μας αγκάλιασαν σαν να’ μασταν μικρά παιδιά…
Και μας συγκίνησαν τα λόγια και οι ματιές.
«Μάδκια» τα λεν τα μάτια, «παλάδκια» τα παλάτια…

Επίσκεψη και συμμετοχή στο 2ο Πανκύπριο Φεστιβάλ Κεραμικής στη Λάρνακα.
Μέσα στο κάστρο, πλαι στη θάλασσα στήσαμε τα καμίνια.
Πάλι έπαιξα με το χώμα το νερό, τη φωτιά και τον αέρα.
Υψώθηκαν πάλι τα κανάτια…
Υψώθηκε και η αγάπη βαλμένη σε κάθε κόκκο άμμου.
Υψώθηκε κι ένα κατακκόκινο φεγγάρι βγαλμένο μέσ’ απ’ τη θάλασσα.
Κάποιες ματιές εξερευνούσαν πάνω μας την διάθεση την «Ελληνική»…
Μα εγώ τους έλεγα πως είμαι απ’ την Αθήνα, όχι απ’ την Ελλάδα.

Ήξερα για την Κύπρο ό,τι ξέρει κάποιος που λέει πως γνωρίζει τα στοιχειώδη.
Ήξερα για τα κατεχώμενα, μα όταν την πρώτη μέρα κοίταξα τον χάρτη…
Μπερδεύτηκα…

Και τι είναι όλες αυτές οι διακεκομμένες;
Λίγο από δω…
Λίγο από κει…
Σε μια στεριά πεταμένη στη θάλασσα σαν ένα ΣΠΛΑΤΣ, σύνορα πέταξε ο ουρανός να χωρίζουν το παράλογο από τη λογική και να ορίζουν την παράνοια…

Μέχρι που…κατάλαβα…
Κατάλαβα, γιατί τα μάτια μου είδαν…

Μα άργησαν…
Την τελευταία μέρα ύστερα από γλέντια, τραγούδια και χορούς, ύστερα από ένα ξενύχτι που ‘λεγες να μην τελειώσει, ξυπνήσαμε σχεδόν μεθυσμένοι, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για την Αμμόχωστο.

Οδηγός μας ο Βάσος, μας φόρτωσε στο τζιπάκι πέντε άνθρωποι μαζί κι αυτός και πήραμε τον δρόμο…
Πριν ακόμα πλησιάσουμε τα σύνορα για τον έλεγχο των διαβατηρίων μου κόπηκε το χασμουρητό απότομα.
Όταν στ’ αριστερά του δρόμου ένα καταπράσινο κομμάτι γης με αμπέλια, διακοπτόταν απότομα και πίσω του συρματοπλέγματα…και πιο πίσω ένα φυλάκιο…και πιο πίσω ένα χωριό εγκαταλελειμμένο…

Δεν είπα τίποτα γιατί δεν έβρισκα τα λόγια, μόνο φαντάστηκα μες το μυαλό μου τη διαφορά της λέξης ζωντανό και νεκρό.
Πόσο κατάχλωμη η ζωή χωρίς ανθρώπους σ’ ένα χωριό που κάποτε ξυπνούσαν κι άνοιγαν τα παράθυρα στο φως της μέρας.
Σκεφτόμουν τα αδέσποτα. Ελεύθερα να περνούν τα σύνορα χωρίς να δείχνουν διαβατήριο. Σκεφτόμουν τα φαντάσματα, να στήνουν πανηγύρια κάθε που έπεφτε το φως…

Κι ύστερα ο έλεγχος…
Στον πηγαιμό ούτε καν μας έψαξαν τ’ αυτοκίνητο.
Ο Βάσος πήγαινε τουλάχιστον μια φορά το μήνα στην Αμμόχωστο…
Είχαν βαρεθεί να τον βλέπουν… Τον ξέρανε πια στα σύνορα.

Εκεί γεννήθηκε… Εκεί μεγάλωσε…

Φτάσαμε.
Μπήκαμε σε κάτι στενά στα προάστια της πόλης. Τα σπίτια αχούρια…
«Την βλέπετε εκείνη την μπλε πόρτα;
Εκεί μέσα γεννήθηκα»…
Τώρα απλωμένα ρούχα σε σκοινιά…
Βάζει μπρος να φύγει…
«Δεν θέλω να ενοχλήσουμε κανέναν».

Διασχίσαμε κάτι στενάκια. Μας έλεγε για την πρώτη του αγάπη. Έπαιρνε το ποδήλατο και πήγαινε κάθε απόγευμα έξω απ’ το σπίτι της κι εκείνη του χάριζε γιασεμιά

Σκεφτόμουνα τον Βάσο. Πως μες τα μάτια του ήταν γραμμένα όλα. Τέτοια καλοσύνη σπάνια βρίσκεις σε άνθρωπο.

Προχωρήσαμε προς την πόλη.
Στο σχολειό τα παιδιά είχαν διάλλειμα. Κρεμασμένα στα κάγκελα μας χαιρέτησαν.
Και πιο δίπλα…συρματοπλέγματα και ταμπέλες «απαγορεύεται η φωτογράφηση και η βιντεοσκόπηση».
Κάναμε πως κρύψαμε τις κάμερες και στα τυφλά προσπαθούσαμε κάτι να τραβήξουμε.

Πλησιάσαμε προς τη θάλασσα.
Ο Βάσος πάρκαρε και μας είπε: « Τώρα, θέλω να δείξετε ψυχραιμία και υπομονή… Είναι πολύ αυστηρά τα πράγματα με της φωτογραφήσεις…καλύτερα να μην επιχειρήσετε να προκαλέσετε. Και ιδίως με τους Έλληνες είναι πιο ζόρικοι… Κρατήστε τις εικόνες στο μυαλό σας…»

Το πρώτο βομβαρδισμένο κτίριο που είδαμε ήταν πολύ ψηλό. Φαινόταν το φρεάτιο του ασανσέρ. Μας είπε πως την ώρα του βομβαρδισμού ένας νέος ήταν μέσα κι ύστερα κρεμόταν εκεί ψηλά καρφωμένος σε κάτι σίδερα…

Προχωρήσαμε προς την παραλία.
Στην ευθεία μια καταγάλανη θάλασσα και στην πανέμορφη ακρογιαλιά ξαπλώστρες και θαλάσσια ποδήλατα.
Μα δεξιά…
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τι αντίκρισα…
Μια πόλη φάντασμα…
Χιλιόμετρα απλωμένη μέχρι εκεί που με το ζόρι έφτανε το μάτι.
Βαλμένη στα συρματοπλέγματα του παραλόγου.
Ερείπια…Βομβαρδισμένες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις και η μόνη ζωή…oι σκοποί μέσα στα φυλάκια...
Κοιτούσαν καλά καλά μήπως και σηκώσουμε τις φωτογραφικές μηχανές.


Κι ύστερα έλεγα για το χωριό που αντικρίσαμε πριν τα σύνορα…
Τώρα…; Τώρα τι να πω;
Μια πόλη νεκροταφείο κι ένας κόμπος στο λαιμό.

Διασχίσαμε την παραλία.
Αριστερά μου άστραφτε η θάλασσα και δεξιά μου όλη η απορία ξεχύλιζε μέσα σε μια εικόνα πρωτοειδωμένη.

Γιατί;
Και γιατί δεν κάνουν κάτι;
Και γιατί την έχουν έτσι;
Και εντάξει…έγινε ό,τι έγινε αλλά γιατί τα άφησαν όλα έτσι;
Πώς μπορούνε και ζούνε εδώ;

Όχι… δε ήξερα τίποτα τελικά…
Όχι… ιδέα δεν είχα…

Βάσο…γιατί;
«Μη με ρωτάς τίποτα… Δεν υπάρχει λογική…»

Κάποιοι κολυμπάνε και κάτι γέλια ακούγονται.
Μάθανε φαντάζομαι να ζουν με την εικόνα αυτή…
Γυρνάνε την πλάτη και μπαίνουν στη θάλασσα…
Μα εγώ τη θάλασσα δεν θέλω να τη βλέπω.
Την λυπάμαι που αγκαλιάζει το πιο γκρίζο τοπίο που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.

Φύγαμε…
Πήγαμε στην πόλη με το τζαμί και την αγορά και τα πλακόστρωτα. Ανεβήκαμε στα τείχη και είδαμε το λιμάνι και την πόλη φάντασμα από ψηλά.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο ξεκινώντας για το δρόμο της επιστροφής.

Σιωπή…
Ένα τραγούδι παίζει το ραδιόφωνο.
Ένας σκοπός στο φυλάκιο καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά σηκώνει το χέρι και μας χαιρετά…

Τι να σκέφτονται άραγε κι αυτοί…;
Άνθρωποι και άνθρωποι…
Μας χωρίζει μια μαλακία… σκέφτομαι εγώ…


Το βράδυ στο αεροδρόμιο.
Δύσκολοι αποχαιρετισμοί…
Κάτι σουβλιές δίνει η καρδιά στα μάτια και δεν μπορούν να κρατηθούν.
Είναι η αγκαλιά του Βάσου… Είναι η πόλη φάντασμα που στοίχειωσε το μυαλό μου…

Απογείωση… από μια αλήθεια που έφτασα πιο κοντά της.
Προσγείωση… στη ζωούλα μου που με περιμένει να την συνεχίσω…







































Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Πατόκορφη πτώση


Ανάδυση στον πάτο…
Μιας από καιρού πορευόμενης πτώσης που έψαχνε τον πιο πάτο κι απ’ το κάτω και το πιο κάτω κι απ’ τον πάτο.
Στο ενδιάμεσο πάτωμα συναντούσε εμένα, εσένα, τον πάτο του άλλου και πάει λέγοντας…

Ο πάτος, κάποτε του είχαν πει, πως με ελατήριο μοιάζει. Κι αυτό το πήρε για παιχνίδι…
Όπως επίσης, του είχαν πει πως… «όταν δεν έχεις τίποτα, δεν έχεις και τίποτα να χάσεις» και πίστεψε πως δεν είχε τίποτα μωρέ…
…Όπως επίσης και πως… «ο χαμένος τα παίρνει όλα».

Από καιρό χαμένος σε μια ζωή γεμάτη, είχε ξεχάσει το άδειο τι σημαίνει κι αποφάσισε να φύγει.
Του άρεσε ν αδειάζει.
Γενικώς… να αδειάζει… Να αδειάζει τον άλλον από συναισθήματα, από υπομονή, από κατανόηση… Να αδειάζει τον ίδιο του τον εαυτό από σκέψεις, από εικόνες, από ομορφιές κι ασχήμιες.
Ήθελε να είναι κενός. Δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί με τίποτα στο τίποτα.

Φεύγοντας, το μόνο που νόμιζε πως πήρε μαζί του ήταν μια βαλίτσα.
Έβαλε μέσα δεκάδες ΔΕΝ ΘΕΛΩ και βούτηξε σ’ ένα ποτήρι για να ταξιδέψει αδειάζοντάς το κι αυτό ψάχνοντας τον πάτο, να τον εκσφενδονίσει ψηλά και να ξανακάνει βουτιά μέσα και ξανά μανά φτου κι απ’ την αρχή.

Πολλά τα πάνω κάτω και τα μπες βγες, μούσκεμα η ψυχή.
Το κινητό χτυπούσε στην τσέπη μα εκείνος άκουγε μόνο μπουρμπουλήθρες.

Ξαπλωμένος τέζα σε ένα πεζούλι νόμιζε πως κοίταζε τα αστεράκια κι είχε μπερδέψει τον πάτο του ποτηριού με τον πάτο του παπουτσιού, τον πάτο της θάλασσας με το ξεπάτωμα της κούρασης, όπως επίσης και την Πούλια με τον Αυγερινό.

Τίποτα δεν έλαμπε τόσο πολύ εκείνη τη νύχτα όσο το ολοστρόγγυλο φεγγάρι, μα εκείνος επέμενε πως έβλεπε τον Αυγερινό που «την είχε κάνει» απ΄ την αυγή και απομακρυνόταν για τον γαλαξία που είχε συναντήσει στο προηγούμενο ταξίδι του με ωτοστόπ ψάχνοντας την Πούλια.

Ναι… είχε χάσει το δρόμο του, του είπε ένας περαστικός που του θύμιζε τον Wall-E.
Νόμιζε μάλιστα πως του πήρε και τη βαλίτσα, αποσυμπίεσε τον αέρα απ’ όλα τα ΔΕΝ ΘΕΛΩ του, τα κράτησε, κι ύστερα του την πέταξε στο κεφάλι.

Βαρύ κεφάλι, μα σκληρό σαν καρύδι. Κι είχε μπερδέψει την καρδιά με την καρυδιά και το προσόν με το ποσόν.

Ήταν βλέπεις πιο εύκολο να κατανοήσει την ατέλεια από μια τελεία και παύλα που θα ‘πρεπε να ‘χε βάλει καιρό τώρα.

Τώρα γυμνός νομίζει πως είναι 2008 λεύγες κάτω από τη θάλασσα του παραλόγου. Κοντεύει να πνιγεί.
Δεν του ‘μεινε ανάσα…
Το κινητό του στην τσέπη, βγάζει ακόμα μπουρμπουλήθρες. Μια ηχώ φτάνει στ’ αφτιά του.
Είναι η σειρήνα. Όχι αυτή που απαρνήθηκε την ουρά της για τον έρωτα…
Αυτή που αναβοσβήνει και φωνάζει: ΘΕΛΩ-ΔΕΝ ΘΕΛΩ-ΘΕΛΩ-ΔΕΝ ΘΕΛΩ -ΘΕΛΩ-ΔΕΝ ΘΕΛΩ… να σωθείς…
ΘΕΛΩ να θέλεις σωθείς


Θέλεις;
-ΔΕΝ ΘΕΛΩ-θέλω-ΔΕΝ ΘΕΛΩ -θέλω-ΔΕΝ ΘΕΛΩ

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ!!!!!

-ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ δεν μπορώ…. Της μόδας τόσο πολύ η έκφραση «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ» Δεν υπάρχει αυτό… και ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ εκείνο και το άλλο και τα παράλο…που ΟΛΑ υπάρχουν μόνο το ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ… Δεν υπάρχει αυτή η λέξη!


Θέλεις;

/\/\/\/\/\/\/\/\/\/\MW/\M..........._-----_____-----_____------______--------






Δεκατέσσερις δεκάτου του δύο χιλιάδες οχτώ.

Σήμερα ξέρω πως τίποτα δεν θα είναι όπως χθες.
Σήμερα ξέρω πως τίποτα δεν θα είναι όπως αύριο.



«Καλό ταξίδι στα χρυσά σου παραμύθια…»

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Ανάκριση

Και ρωτάει η αλήθεια…
-Ήσουν εσύ που έπαιζες μαζί μου;
Μου άλλαζες ρούχα, μου ανοιγόκλεινες τα χέρια;

Μου φόραγες ψηλά τακούνια;
Μου χτένιζες τα μαλλιά;
Πού και πού μ’ εριχνες στο κρεβάτι με τον John-John. Τον έβαζες από πάνω μου γιατί έτσι είχες δει στην τηλεόραση πως κάνουν αυτοί που στο τέλος μένουν μαζί για πάντα. Ένα φιλί και… the end… the happy end…Κι ύστερα μ’ έβαζες στο καλάθι με τα παιχνίδια...
























Και ρωτάει η αλήθεια…
-Ήσουν εσύ που μόνο με αγκάλιαζες και χαμογελούσες;

Με είχες για μωρό σου; Έλιωνες ασπιρίνες κι έκανες πως με ταΐζεις;
Σήκωνες το φουστάνι μου κι έβλεπες το βρακί μου και χασκογελούσες;
…Κι ύστερα σου κρατούσα συντροφιά το βράδυ πλάι στο κομοδίνο...



Και ρωτάει η αλήθεια…
-Ήσουν εσύ που όταν μ’ έβλεπες το μυαλουδάκι σου ταξίδευε;
Έμπαινες σ’ ένα αυτοκίνητο, άνοιγες το παράθυρο κι έβγαζες το κεφάλι απ’ έξω.
Ο αέρας σε φύσαγε και έπαιρνε τα μαλλιά σου. Και μύριζες τις μυρωδιές του κόσμου. Δεν σκέφτηκες ποτέ αν θα φτάσεις κάπου… Μόνο ταξίδευες…




Και ρωτάει η αλήθεια…
Ταυτίστηκες ποτέ με αυτό το προσωπάκι;
Και σκέφτεσαι το παγωτό που σου’ πεσε απ’ τα χέρια. Τον εμετό που έκανες μες τ’ αυτοκίνητο γιατί πιο πριν είχες φάει 20 βατόμουρα. Ή… τότε που σε μάλωσε για πρώτη φορά η μαμά σου και ήθελες τόσα να της πεις μα δεν μίλαγες ακόμα.









Και ρωτάει η αλήθεια... Είσαι εσύ;


Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

Eίσαι ακόμα εδώ και με χορεύεις?


Σχήματα τα αισθήματα.
Τα συναισθήματα διανύουν καμπύλες
γλύφοντας τα τοιχώματα της ουσίας με ηδονικές
φαντασιόπληκτες αναδρομικές διακυμάνσεις.

Δυσνόητες έννοιες εγκεφαλικής δυσλειτουργικής υπερδιέγερσης.

Πριν προλάβεις να πεις «κιχ», μια κραυγή έχει ήδη πνιγεί
και σε καλωσορίζει σε μια ουτοπική απεικόνιση
μιας συγκεκριμένης πλασματικής πραγματικότητας.

Δύο πλάσματα στον πληθυντικό.
Κι ένα, κρυμμένο κάτω απ’ το πάπλωμα ενός
πρωτοσκεπασμένου φθινοπωρινού ύπνου.

Κρυώνω
Δεν κρυώνω
Κρυώνω
Δεν κρυώνω

Κρυώνω, τόσο, όσο να σκεπάζομαι
με το παράθυρο ανοιχτό,
σε μια μπόρα που ξέφυγε
απ’ το ξέσπασμα και πνίγεται…

σε μια εποχή, που μπερδεύεται…
Το καλοκαίρι αντιμέτωπο με το κακοκαίρι.




Είσαι ακόμα εδώ;


Σου είπα, φύγε!

Και συ ξεσκέπαστος κουρνιάζεις
σε μια αγκαλιά που σου καλύπτει μόνο την ανασφάλεια.
Κατά τα’ άλλα, παγωμένα τα πόδια σου
παραμυθιάζονται, χάριν μιας ζεστής καρδιάς.

Το θέρος κολύμπησε αρκετά τρεις μήνες τώρα.
Μακροβούτεια συνάντηση με την ανακοπή μιας καρδιάς
που χτυπούσε σε παλμούς καύσωνα.


Μη με ξεχνάς.
Δεν γιατρεύονται τα χιλιοστά της ταλαιπωρημένης αρρωστιάρικης απόγνωσης.

Δώσ’ μου ένα κενό να πάρω ανάσα.
Πλημμύρισε η ύπαρξη με σκέψεις καλές.
Πολέμησε την φρέσκια εντύπωση πως κάτι τρέχει πλάι στο νερό.
Κάτι αληθινό. Ρέει…


Ποιος σου χάρισε να χαραμίσεις μια ζωή;
Ποιανού περίσσευε η υπερβολή και την ξεπούλησε κοψοχρονιά;


Πες μου…
Είσαι εδώ;
Είσαι αλλού;

Πού είσαι;

Εγώ, ακόμα σ’ αγαπώ.
Πρωτόγνωρη αγάπη. Σαν και πρώτα.

Που το μισό, νιώθει το άλλο το μισό
να πλησιάζει.

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Μαργαρίτες του Σεπτέμβρη

Δεν βρίσκω λόγια μα δε με νοιάζει.
Παρέα με τον Ξυλούρη και τον Καζαντζάκη, με χάρτινα καμίνια και RAKU σε ροκανίδια.
Και τσαμπιά σταφύλια και κατσικάκι και ρακή

και πινέλα και χρώματα και αισθήματα που σου θυμίζουν
πως μπορεί φορές φορές να ερμηνευτεί τόσο εύκολα η λέξη ευτυχία.

Ναι, το ξεστομίζω!
Ευτυχία!

Ευτυχία που δεν έχει να κάνει με άνθρωπο αλλά με ανθρώπους.

«Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περσσότερα»

«Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί»

Ναι. Θα γίνουμε πιο απλοί επιτέλους.
Και ναι! «Αύριο θα λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη»

Έτσι θα λέμε πια.
Ναι!
«Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο»

«-Τι έπαθε το δάχτυλό σου Ζορμπά; φώναξα.
-Τίποτα! αποκρίθηκε, πειραγμένος που δεν χάρηκα όσο έπρεπε τα δελφίνια.
-Σου το πήρε καμιά μηχανή; επέμεινα.
-Τι μηχανή κάθεσαι και λες; To’ κοψα μονάχος μου!
-Μονάχος σου; Γιατί;
-Πού να καταλάβεις ελόγου σου, αφεντικό! είπε σηκώνοντας τους ώμους.
Σου είπα πως όλες τις τέχνες τις πέρασα. Μια φορά το λοιπόν έκανα και τον κανατά.
Την αγαπούσα την τέχνη αυτή σαν παλαβός.
Ξέρεις τι θα πει να πιάνεις ένα σβώλο λάσπη και να κάνεις ό,τι θες; Φρρρ! ο τροχός, κι η λάσπη στρουφογυρίζει σα δαιμονισμένη και συ από πάνω της και λες: θα κάμω κανάτι, θα κάμω πιάτο, θα κάμω λυχνάρι, θα κάμω διάολο!
Αυτό θα πει να’ σαι άνθρωπος σου λέω: ελευτερία!

Είχε ξεχάσει τη θάλασσα, δε δάγκανε πια το λεμόνι, το μάτι του ξεθόλωσε.

-Λοιπόν; ρώτησα. Και το δάχτυλο;
-Να, μ’ εμπόδιζε στον τροχό. Έμπαινε στη μέση και μου χαλούσε τα σχέδια.
Άρπαξα λοιπόν και γω μια μέρα το σκεπάρνι…»


(Νίκος Καζαντζάκης – Ζορμπάς σ.29)



«Κι ο πατέρας μου στον Άδη άκουσε μια τουφεκιά»

Ναι! Είναι γιατί με νιώθει από κει. Την ψυχή μου να ξεβράζει ευτυχία!

Καΐκι είναι. Ικάριο και Καρπάθιο ρεύμα! Αλλάζει ο καιρός και λες: ωχ γαμώτο μου αλλάζει ο καιρός; Όχι! Είσαι εκεί και τον συμμερίζεσαι. Τον κάνεις φίλο σου τον καιρό!
Δεν κάθεσαι. Σηκώνεσαι απάνω!
Ξαγρυπνάς γλιτώνοντάς σε!
Κι έτσι… υψώνεται το πυθάρι.

Δύναμη θέλει! Στα χέρια και στην ψυχή!
Στην ψυχή και στα χέρια!

Φτιάξτε γύρω μου ένα καμίνι να καώ, ν’ αναστηθώ!
Σε μια μαντινάδα να γίνω στίχος.
Ν’ αρπάξει τα’ ανάθεμα!

Κρήτη-Κύπρος-Γαλλία-Μάλτα-Βέλγιο…

«Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου, γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα, το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα…»

«Χαμογελάμε»!

«Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να’ ναι κι από αίμα»

«Αυτόν τον κόσμο τον καλό, άλλοι τον καρτεράνε… Σκέψου φίλε μου, την ώρα που θα φεύγεις…»


Όταν έχεις ένα κομμάτι πηλό στα χέρια σου, ποτέ δεν νιώθεις μόνος…

«Πιάνω χώμα πιο χοντρό, που φτιάνουν τα σταμνιά και τα κανάτια και πλάθω χωριάτες και χωριάτισσες, δούλους και δούλες, κι ευτύς οι ξαδιάντροποι κουνούν τα χέρια τους, τα πόδια τους, τα νεφρά τους και θεν να ζευγαρώσουν.
Ας ζευγαρώσουν, χώμα έχουμε, νερό έχουμε, ας ζυμώσουμε και καλεσμένους, ας ξεσπάσει απόψε, για να περάσει η ώρα.

Μεγάλο πανηγύρι στην ερημιά!»

(Νίκος Καζαντζάκης - Τραγωδίες, Βούδας σ. 447)




Μεγάάάλο πανηγύρι, σου λέω!!!


































































































Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Κάτι κινείται πίσω από κείνη τη σιωπή



Νιώθει σαν το μικρό παιδάκι που έχει πιεί το αμίλητο νερό.
Με τα χέρια στις τσέπες και το ένα φρύδι σηκωμένο.
Τα χείλη σφιγμένα και λίγο σουφρωμένα.

Αέρας από κει μέσα θέλει να βγει σε λέξεις.
Μα ψάχνει να τις βρει.

Ανάμεσα σ’ ένα μακροβούτι χωμένος μέσα στον ορίζοντα της θάλασσας

και σ’ ένα κατακόκκινο ηλιοβασίλεμα μπέρδεψε την αλήθεια με την πραγματικότητα.




Η αλήθεια είναι ότι είναι καλά, μα στην πραγματικότητα δεν αισθάνεται καλά.

Πραγματικά ήταν πολύ χαρούμενος αυτό το καλοκαίρι.

Μα αλήθεια, πόσο πιο χαρούμενος θα μπορούσε να είναι στην πραγματικότητα…





Η αλήθεια μπορεί να κρύβεται.
Αλλά δεν χάνεται.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι κατοικεί μέσα του.


Η πραγματικότητα συμβαίνει.
Συμβαδίζει με τα γεγονότα έτσι όπως τα φέρνει ο χρόνος και η στιγμή.



Στην πραγματικότητα παίρνει θέση μέσα σε μια ασπρόμαυρη σκακιέρα.
Μα η αλήθεια του, είναι τα χρώματα που βλέπει ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο.

Εκεί του αρέσει να είναι.






Έχει μια πληγή. Κατακόκκινη.
Δεν λέει να κλείσει μα τη φροντίζει κάθε μέρα.

Έχει και πλαστικά χρώματα.
Τα βασικά. Έχει και νερό έχει και πινέλα.
Έχει και οντουλέ χαρτί σε ρολό.
Κόβει όσο θέλει, όποτε θέλει.

Ζωγράφισε αρκετές φορές αυτό το καλοκαίρι.

Έφτιαξε χρώματα.

























Έχει και μια εργαλειοθήκη.
Πριόνισε και λίγο, κάρφωσε, βίδωσε.



Είναι αλήθεια ότι επισκέφτηκε για πρώτη φορά ένα δενδρόσπιτο.
Ακουμπισμένο πάνω σε μια βελανιδιά 350 ετών.

Είναι αλήθεια ότι θα ήθελε πολύ να μείνει λίγες μέρες εκεί.
Στην πραγματικότητα κάθισε εκεί απ΄το μεσημέρι μέχρι το σούρουπο.



Δυο τετράχρονες φίλες έπαιζαν τους καπετάνιους κι αυτός ήταν ο ταξιδιώτης.


Στην πραγματικότητα θα ήθελε να σαλπάρουν για το νησί που βρισκόταν η αγάπη του.


Μα στ' αλήθεια είναι χαρούμενος που κάθεται σε μια αιώρα στο κατάστρωμα του δενδρόσπιτου και οι καπετάνισσες του ετοιμάζουν ένα αόρατο γεύμα.






Αποβιβάστηκε σ’ ένα μεγάλο κτήμα.

Μίλησε με την γαλοπούλα και θαύμασε τις φραγκόκοτες.
Ήταν αλήθεια ότι χάρηκε που μάζεψε σύκα απ’ τη συκιά και αχλάδια από την αχλαδιά και σταφύλια από τ’ αμπέλι κι έτρωγε μέχρι να σκάσει.



Περιδρόμιαζε ώσπου να φτάσει στην χόρταση.
Το αόρατο γεύμα είχε χορτάσει μόνο μια ιδέα.
...Πως μπορούσε να παίξει ακόμα με τα τετράχρονα κορίτσια.
Όρμησε σε μια φέτα καρπούζι κι έφτυνε τα κουκούτσια στο χώμα.
Και τα κορίτσια χασκογελούσαν και του ζητούσαν να το ξανακάνει.




Κι εκείνος το ξανάκανε…
Και το ξανάκανε… Και το ξανάκανε…


Μα στην πραγματικότητα…δεν ήταν εκεί.


Σ’ ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο του μυαλού έχει μπει.






Έχει επιστρέψει στην αλήθεια του.



Νιώθει σαν το μικρό παιδάκι που έχει πιεί το αμίλητο νερό.
Με τα χέρια στις τσέπες και το ένα φρύδι σηκωμένο.
Τα χείλη σφιγμένα και λίγο σουφρωμένα.

Αέρας από κει μέσα θέλει να βγει σε λέξεις.


Μα ψάχνει να τις βρει.




Ακόμα…





Κάτι κινείται πίσω από κείνη τη σιωπή. Κάτι που ετοιμάζεται να κάνει Φτού Ξελευθερία!





Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

30 φύγε κι 1 έλα.


φωτογραφία: Μανώλης Τσάφος



Φύγε!
Απ’ το παντού μου φύγε!!!
Από το μυαλό, την καρδιά την κατακόκκινη φύγε!!!
Από τις λέξεις μου φύγε!!!

Παραλήρημα ολάκερο το πακετάκι.
Το άνοιξα πριν καιρό και είδα μέσα του.
Είδα πως πουθενά δεν βγάζει.
Ένα πακέτο τσιγάρα μόνο αφημένο πάνω στο τραπέζι να μου θυμίζει ότι ήσουν κάποτε εδώ.
Φύγε!!!
Ψευδαίσθηση ο έρωτας ο ακατονόμαστος με τις χίλιες λακούβες γεμάτες με αλκοόλ.

Έλα ξεμέθυστος να μου τα πεις.
Αλλιώς...φύγε!!!

Δεν ελέγχεται. Δεν ορίζεται. Δεν μπαίνει σε λόγια. Δεν ονομάζεται.
ΔΕΝ…

Φύγε!!!

Χθες ήταν αλλιώς…
Σήμερα είναι αλλιώς..
Αύριο θα είναι αλλιώς…

Μια λακκούβα σ’ ένα ποτήρι.
Ένα ψεύτικο σύννεφο πυρκαγιάς.
Ψυχαναγκαστική προσγείωση στην απουσία.
Τα φτερά μου μπήκανε στο πλύσιμο.
Και ένα αεράκι να μου θυμίζει πως κάπου κοντά βρίσκεσαι.

Σε μυρίζω.
Σε πίνω.
Σε μισώ.
Σ’ αγαπώ.


Δεν φεύγεις με τίποτα.
Φεύγω εγώ…
Στο τίποτα…


Στο πάντα.

Πόσο τίποτα φαντάζει το πάντα χωρίς εσένα στη σκέψη μου.

Κενό.
Αναγκαστική αρχή μιας συνέχειας που την φοβάμαι.
Μα το εγώ μου δεν με αφήνει να σε πάρω στα σοβαρά.

Πάλι μαλακία έκανες, μου λέει.
Για να δικαιολογηθεί.
Για να ξενερώσει.
Για να συνεχίσει.

Ίσως, σε μια άλλη ζωή. Όλα να ήταν αλλιώτικα.
Το αλλιώτικο μακριά σου δεν συμπεριλαμβάνει την αλήθεια.
Μα η αλήθεια μου δίπλα σου ανοίγει τα φτερά.
Μόνο δίπλα σου.

Και συ…
Ακόμα ψάχνεις κάπου να πιστέψεις.

Είμαι λιώμα, το παραδέχομαι.
Μα… και ξενέρωτη σ’ αγαπώ ακόμα περισσότερο από τώρα.
Τώρα σε μισώ.
Τώρα σε πίνω.
Τώρα…τώρα κατάφερες να μου αποσπάσεις ένα δάκρυ που μέρες βασανίζει τα τσίνορα.

Φύγε!!!
Πέσε κάτω παλιοδάκρυ!

Κι όταν θα φτάσεις στο μάγουλο, κι ύστερα πλάι στο στόμα, μια χαψιά θα σε κάνω, θα ξέρω πως ίδιο κι απαράλλακτο με τη γεύση της θάλασσας θα’ σαι.

Με πνίγεις.
Με πνίγεις.
Με πνίγεις.


Η αγαπημένη Κική λέει… "Και είσαι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί στο πάνω πάνω ράφι που δεν φτάνω… "

Το έφτασα. Με κόπο. Το γεύτηκα. Μέθυσα. Εύκολα. Ο φελλός, ακόμα εδώ. Κι οι εικόνες στον πάτο.
Το έφτασα μια μέρα που η ομορφιά γιόρταζε και φόραγε τα καλά της.

Επιπλέω… Σώνομαι. Σημαδούρα η πίστη πως… δεν μπορεί… κάπου, κάπως, κάποτε,
μέσα σ’ ένα όνειρο θα σε αγγίξω. Θα σε φιλήσω. Θα σε κρατήσω σφιχτά στην αγκαλιά μου. Κα θα είσαι εκεί. Μόνον εκεί.
Θα είσαι εδώ. Δίπλα μου, μέσα μου, παντού μου.

Πρέπει να σ’ εμπιστεύονται αυτοί που εξαπατάς.
Να εθίζονται μαζί σου.
Για να μπορείς ακόμα και αν φεύγεις μακριά τους, να ξυπνάς και να κοιμάσαι με τη βεβαιότητα ότι μες την καρδιά τους και το μυαλό τους, σου παρέχουν ενοικιαζόμενα δωμάτια, για να μπορείς να επιστρέφεις.

Κι αντί για νοίκι, τους πληρώνεις με χρόνο.

Μέσα στην καρδιά μου έχω ένα δωμάτιο για σένα.
Είναι το μόνο που απέμεινε.
Τη βρίσκω να μ’ εξαπατάς, να με κατοικείς.
Τη βρίσκω να επιστρέφεις…

Φύγε!!!
Όχι!!!
Φύγε!!!
Όχι, μη φεύγεις!!!!


Θα φύγω εγώ…
Για λίγο…


Αντέχω να σε αντέχω.

Έτσι όπως είσαι. Έτσι σ’ αγαπώ. Έτσι σε μισώ. Έτσι…

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Mπές!

Πώς ορίζεται ο χρόνος στην τελική ευθεία;
Βλέπει το τέλος να έρχεται και φορτσάρει ή καθυστερεί για να χωρέσει κι άλλα μέσα του μέχρι το τέρμα;

Οριοθετημένη χαοτική πορεία προς κάτι που τελειώνει μα δεν τελειώνει ποτέ.
Η ευθεία συνεχίζεται και πέρα απ’ το τέρμα.

Δυό βδομάδες έμειναν περίπου.
Διορία συμπυκνωμένη για να γίνει ένα ΤΣΑΦ! Και να στηθεί ένα όνειρο που άρχισα να το βλέπω τον Ιανουάριο.

Ένα δωμάτιο, σ’ ένα νησί με περιμένει να το κάνω δικό μου για ένα μήνα.
Εκεί θα στήσω τα κομμάτια μου σε κοινή θέα.
Θα τα μοιραστώ…
Θα τα πουλήσω…

Ενοικιαζόμενα δωμάτια του μυαλού.
Εκεί που μπαίνεις, όταν το «εδώ» δεν είναι αρκετό.

Πόσο ν’ αξίζουν άραγε;


Ένα κλειστό τσουβάλι με λάσπη ανοίγει.
Πλάθονται οι σκέψεις και γεννιούνται καινούριες.
Κάποτε λες πως τελειώνουν…στεγνώνουν…αφυδατώνονται…

Στο μεταξύ…φίλοι, στιγμές και μουσική.
Αγουροξυπνημένα ραντεβού με τα κομμάτια μου στο εργαστήριο.
Βουβοί διάλογοι πνιγμένοι πότε στην ανασφάλεια πότε στην σιγουριά.
Χρώματα…
Το ωραιότερο παιχνίδι του κόσμου!
Πυροχρώματα συνοδεύουν τις λέξεις.

Βάζω στον φούρνο τα κομμάτια μου, τα καίω.
Στο μεταξύ, κρασάκι και τσουγκρίσματα, γέλια μπλεγμένα με αγωνίες.
Καμιά συναυλία, βόλτες με το σκύλο.
Η απομόνωση φλερτάρει με την κατάθλιψη και η ένταση με μια κρυμμένη ευτυχία.
Άγχος και απάθεια. Τσίτα και λυτρωτικές παθιασμένες στιγμές απέναντι σ’ ένα κομμάτι του εαυτού που πλέον μπορείς να το αγγίξεις.

Η θερμοκρασία ανεβαίνει. Πυρώνουν οι στιγμές βολεμένες στο φούρνο με προσοχή.
Η θερμοκρασία κατεβαίνει. Στους εκατό βαθμούς περίπου ανοίγω το φούρνο με λαχτάρα.

Έζησαν τα κομμάτια μου ή έσπασαν κομμάτια;

Κάποια ζουν και προχωράμε.
Κάποια άλλα με ρωγμές ανοίγουν διάλογο.

Έτσι θα με αφήσεις;
Δοκίμασε ξανά. Ξανά. Ξανά.
Λέω να δοκιμάσω λίγο ακόμα.
Ο χρόνος κυλά.
Είναι αυτός που τώρα θέλω να καθυστερήσει.

Χμ… οι ρωγμές.
Ταιριάζουν. Χωράνε κι αυτές στο δωμάτιο.

Ζωγραφίζω ρωγμές εκεί που υποψιάζομαι ότι θα δημιουργηθούν.
Ρωγμές κλαδιά.
Μ’ ένα φυλλαράκι να ανθίζει όπως αυτό που περιμένω με αγωνία να βγει στην κλαδεμένη ελιά στο μπαλκόνι.

Όσα ζήσανε τα πακετάρω καλά και τα πάω στο νησί.
Ταξιδάκι με το καράβι. ‘Όχι, δεν βουλιάζει.

Μεταφορά υπολοίπων. Αποτυπώματα σκέψεων. Γέννα.

Σας έφερα για να σας εκθέσω στον κοσμάκη τον περαστικό και σε φίλους.
Αυτοί είναι που φοβάμαι περισσότερο.
Ποτέ δεν κράταγα απόσταση ασφαλείας. Ούτε και τώρα.
Πριν μπουν θα τους κοιτάξω. Κι όταν θα βγουν, θα τους κοιτάξω πάλι…
Άραγε είδανε πως εκεί μέσα είναι πλασμένοι όλοι τους;


Η ντροπή μου χτυπάει την πόρτα.

«Καλά δεν ντρέπεσαι;» μου λέει.

Αναρωτιέμαι ακόμα…

Σκέφτομαι τον κόσμο.
Περάστε κόσμε!

Έναν καθρέφτη θα’ χω εκεί μέσα.
Κι από κάτω ένα αναλόγιο μ’ ένα τετράδιο.
Και θα ζητήσω και γω κάτι να πάρω πίσω.

«Ποιο ήταν το τελευταίο δωμάτιο του μυαλού που μπήκατε»;
Μια στιγμή θα ζητήσω απ’ τον καθένα.
Να’ χω γι’ αντάλλαγμα, να ισορροπεί η ντροπή.

Πέρασε κόσμε!
Μπες!