Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Μίλα... Πες κάτι...









Έχει νυχτώσει.
Μπαίνω στο εργαστήριο
Μια μελωδία σιγοτραγουδάω απ΄ το πρωί.

«Όταν χαράζει ο πρώτος στεναγμός
Βγαίνει απ’ τα πιο σφιγμένα χείλη…»

Πιάνω τον πηλό.
Χρώμα λευκό.
Σαν τις σελίδες.

Τα χέρια εργαλεία.
Τα χέρια φωνή.
Τα χέρια ήχος.
Τα χέρια χέρια, ξερό τοπίο του σώματος.

Ο πηλός, έχει μνήμη.
Δεν αντιστέκεται.
Δεν σε ζορίζει.
Μπορεί και μιλά αν εσύ μπορείς να τον ακούσεις.

Φτάνει ως εδώ…
Σου λέει καμιά φορά.
Κοίτα με!
Μην συνεχίσεις…
Πιθανόν να το μετανιώσεις.

Καμιά φορά μπορείς και τον ακούς.
Καμιά φορά ανοίγεις διάλογο μαζί του.


-Θα χαράξω αυτό το σημείο και πιο κει θ’ ανοίξω μια τρύπα τετράγωνη…
-Ναι αλλά αν ανοίξεις εδώ την τρύπα στην πίσω πλευρά χάραξέ μου κάτι να το βλέπεις από μέσα.
-Ναι!
-Μη με ζουλίξεις πολύ, αυτό το σημείο είναι πολύ ευαίσθητο!
-Καλά, καλά… ξέρω, ξέρω…


Ουπς!!!!!
Ξεράδια…

Εδώ, δεν υπάρχει undo…


-Τώρα τι έχεις να πεις;
Δε μιλάς; Μίλα μου! Τι να κάνω να σε διαλύσω ή να συνεχίσω;
Θα συνεχίσω…
Κάτσε, κάτσε θα προσθέσω λίγο ακόμα να σε διορθώσω μπας και μου πεις τίποτα!



Κι άλλοτε σου λέει..
Κι άλλοτε τον κάνεις μια μπάλα ξανά και αρχίζεις πάλι απ’ την αρχή.

Ποτέ μα ποτέ δεν θα γίνει ίδιο.
Ποτέ!

Άλλοτε μετανιώνεις…
Άλλοτε όχι.
Μαθαίνεις να μη μετανιώνεις.
Μαθαίνεις να μην τον ακούς όταν δεν θες.
Μαθαίνεις να τον ακούς όταν θες.


Ο πηλός, πάντα κάτι έχει να σου πει.


Και κυρίως για σένα.
Όχι για κείνον.

Σήμερα έχεις νεύρα.
Σήμερα είσαι χαρούμενη.
Σήμερα έχεις τα χάλια σου.
Σήμερα λιάστηκες πρώτα κι ύστερα ήρθες να παίξουμε.
Σήμερα βαριέσαι, πάλι μια μπάλα θα καταλήξω στο σακί!

Σήμερα είσαι τόσο ήρεμη…

Όταν είμαι ήρεμη, σωπαίνει…
Περιμένει…
Με εμπιστεύεται…


Έχει νυχτώσει.
Μπαίνω στο εργαστήριο
Μια μελωδία σιγομουρμουρίζω απ΄ το πρωί.

«Όταν χαράζει ο πρώτος στεναγμός
Βγαίνει απ’ τα πιο σφιγμένα χείλη…»

Πιάνω τον πηλό.
Χρώμα λευκό.
Σαν τις σελίδες.

Τον πλάθω.
Μια μορφή εμφανίζεται σιγά σιγά.

Θα σου βάλω και κασκόλ να κρέμεται.
Θα σου βάλω και καπέλο.

Έτοιμος ο ανθρωπάκος.
Νομίζω πως θα σταματήσω.

Μα σήμερα τι έγινε;
Δεν έχεις τίποτα να πεις;
«Μίλα,
Πες κάτι
Οτιδήποτε….
Έτσι να βάλω ένα τίτλο σ’ αυτή τη μεταμεσονύχτια έμπνευση»


Σήμερα, «η χαραυγή θα σε ξεκάνει»!

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

Α....ΤΙ....ΤΛΟ 8αρι


ΣΤΙΓΜΕΣ ... .. .... ΠΟΥ ΒΛΕΠΩ ΕΝΑ ΧΕΡΙ ... .. ......... ΞΕΧΩΡΑ
ΑΠ' ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ...............ΛΑΜΒΑΝΕΙ ..... .ΕΝΤΟΛΕΣ ...... ... ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ
ΜΟΥ... ......ΔΙΔΟΝΤΑΙ ΑΠ' ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ...ΚΑΙ.........ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ
......ΦΤΑΝΟΥΝ....... ..ΠΟΤΙΖΟΥΝ......ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ...... ......ΣΥΜΒΟΛΑ
ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ........ ΙΣΤΟΡΙΑ.....ΟΝΤΟΤΗΤΑ.........ΥΠΑΡΞΗΣ...
ΕΚΔΟΧΗ....... ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ...........ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ......ΕΖΗΣΕ
..........ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΓΗ........
ΕΓΩ.........ΕΙΜΑΙ..........ΕΓΩ.......ΧΡΟΝΟΣ... ... ΑΠΟΡΡΟΦΑΤΑΙ..
.....ΑΠΟ ΜΕΝΑ..... ... ... .ΓΙΑ ΜΕΝΑ..... . .. ..... ΣΦΟΥΓΓΑΡΙ...
ΡΟΥΦΑΕΙ.. ... ... .ΜΕΣΑ ΜΟΥ..... .. ..ΣΤΥΒΩ... .... ΠΑΝΩ ΑΠ'ΤΟ
ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ... .... .. ... .. .ΤΟ ΣΩΜΑ....... ... ...ΔΕΝ... ... ..
....... .... .ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ..........

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

Έξοδος κινδύνου!















Σε αποφεύγει γιατί φοβάται.
Φοβάται την πιθανότητα του να σταθεί απέναντί σου και να μιλήσει για συναισθήματα.
Εσύ δεν ζητάς τίποτ’ άλλο πέρα απ΄την αλήθεια.
Μάλλον όχι…
Δεν ζητάς τίποτ’ άλλο πέρα απ’ το να αναζητήσει την αλήθεια μέσα του.
Τότε, όλα θα ήταν αλλιώς…

Εκείνος, προτιμά να μιλά για το κρύο που έπιασε, για την πολλή δουλεία που δεν αντέχει άλλο, για την κοινή γνωστή που δεν συμπαθεί…
Προτιμά να ρωτά εσένα για τη ζωή σου.
Να μιλάς, να ανοίγεσαι, να μοιράζεσαι και να μη ρωτάς…
Να μη ρωτάς τίποτ’ άλλο πέρα απ’ το αν κρυώνει, πως πάει η δουλεία, τι καριόλα είν’ αυτή η κοινή γνωστή…

Όταν πίνει, του είναι πιο εύκολο να ξεχνάει για λίγο την στιλιζαρισμένη συμπεριφορά του. Τα συναισθήματά του εκφράζονται είτε από μια εντελώς άγαρμπη κινησιολογία, είτε από μικρές σιωπηλές παύσεις που μόνο τότε βρίσκεις το βλέμμα του να εστιάζει κατευθείαν στο δικό σου.
Κι αν αυτό κρατήσει πάνω από τρία δευτερόλεπτα, ένα τίναγμα του κεφαλιού του, σαν να θέλει να διώξει μια κακή σκέψη, αρκεί για τον επαναφέρει στην πραγματικότητά του και να προδώσει τις βουβές λέξεις που μόλις μοιράστηκε μαζί σου.

Αν αποφασίσεις να αγνοήσεις τους κανόνες επικοινωνίας που άτυπα σου επέβαλε και τον ρωτήσεις αυτό ακριβώς που δεν θέλει να ακούσει, η αντίδρασή του είναι τέτοια, που σε κάνει να τον φαντάζεσαι σαν χαλκομανία κολλημένη στον τοίχο και μια λεζάντα από πάνω του να λέει «ΩΧ! Αμάν, αρχίίίίίσαμε…Κατά πού πέφτει η έξοδος κινδύνου»;

Εσύ, θεωρείς την έξοδο μαζί του πλέον επικίνδυνη και την έχεις κάνει ήδη απ’ την πολλή ξενέρα.
Οδηγείς μες στα γκάζια και αφιερώνεις στον εαυτό σου το τραγούδι που θα παίξει πρώτο ανοίγοντας το ραδιόφωνο που δεν είναι άλλο απ ‘το «Δεν ξαναβόσκω άλλες βουβάλες, δεν θέλω μήτε να τις δω…»
Κι εκείνος ξεπαρκάρει το φρεσκοπλυμένοαπτημαμά mini cooper του μονολογώντας «Tι μου συμβαίνει; Τι μου συμβαίνει; Τι μου συμβαίνει;» και νιώθοντας ένα κενό εκεί αριστερά… Είναι που αποφάσισε η καρδιά του να γυρίσει σπίτι με το αναπηρικό.


Εσύ, μπαίνεις σπίτι, χώνεσαι στην αγκαλιά του σκύλου σου, του λες τα καθέκαστα, σε καθησυχάζει, τρως λίγα φιστίκια κάνεις ένα μπάνιο και άντε καληνύχτα!

Κι εκεινος… τρεις ώρες μετά, αφού έχει επιστρέψει και η καρδιά στη θέση της, αποφασίζει να σου στείλει ένα μήνυμα «koimasai?»

ΝΑΙ ΡΕ ΦΙΛΕ ΚΟΙΜΑΜΑΙ!!!!
Τι θες απ’ τη ζωή μου;
Μήπως τη ζωή μου;

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Όνειρο ήτανε...

Κάποιος με πετάει στη θάλασσα και ξεκινώ τη βόλτα σαν θηλαστικό.Ταχύτητα γρήγορη.Γύρω μου και σε απόσταση περίπου 15 μέτρων και άλλα μεγάλα ψάρια.Σχίζουμε το νερό.Η θάλασσα πολύ βαθειά και τα χρώματα σκούρα.Θα έπρεπε μέχρι Κάποιος με πετάει στη θάλασσα και ξεκινώ τη βόλτα σαν θηλαστικό.
Ταχύτητα γρήγορη.
Γύρω μου και σε απόσταση περίπου 15 μέτρων και άλλα μεγάλα ψάρια.
Σχίζουμε το νερό.
Η θάλασσα πολύ βαθιά και τα χρώματα σκούρα.
Θα έπρεπε μέχρι τώρα να έχω ξυπνήσει απ΄ την τρομάρα. Όχι…
Αριστερά η στεριά σε σχετικά μικρή απόσταση.
Και ανά κάποια μίλια, μικρά ακρωτήρια.
Στο κάθε ακρωτήρι κι ένας blogger καθισμένος σε καρεκλάκι ψαρά.
Αλλάζω πορεία και επισκέπτομαι τον πρώτο. Κάνω βουτιά στα βαθιά.

Κοιτάζω τον βυθό και βλέπω κάτι αρχαίες κολώνες.
Με ένα άλμα αναδύομαι και απομακρύνομαι.
Ακρωτήρι δεύτερο.
Ο επόμενος με χαιρετά.
Κάνω βουτιά στα βαθιά και βλέπω χρώματα .
Ακρωτήρι τρίτο.
Ο επόμενος μαζεύει πετονιά.
Κάνω βουτιά και ψάχνω να δω τι έπιασε. Δεν βλέπω τίποτα.
Επιστρέφω στ’ ανοιχτά. Τα υπόλοιπα μεγάλα ψάρια ακόμα εκεί.
Κάτι μου λένε κάτι τους λέω… Γελάμε.
Ταχύτητα γρήγορη.
Προχωράμε.
Ο τέταρτος γνέφει από μακριά.
Περνάω στο επόμενο όνειρο και τρώω φιστίκια casius.
Ξυπνάω πάω στην κουζίνα και βρίσκω τα φιστίκια που αγόρασα απ’ το αεροδρόμιο του Qatar. Κατάρα!
Τρώω και γελάω μες την αρμύρα.
-Κύριε Φρόιντ τι έχετε να πείτε;
-Καλό και blogιμένο να’ ναι!!!

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

Τον είδες τον ήλιο σήμερα;




Τι να πω...
Τι να μην πω...
Το κρανίο μου απ' το πρωί είναι σαν να του πετάς μέσα λάσπη, μετά να του χύνεις νεράκι, έπειτα να το αφήνεις στον ήλιο να στεγνώσει και να κάνει
Τι να πω...
Τι να μην πω...
Το κρανίο μου απ' το πρωί είναι σαν να του πετάς μέσα λάσπη, μετά να του χύνεις νεράκι, έπειτα να το αφήνεις στον ήλιο να στεγνώσει και να κάνει ρωγμούλες που εκεί μέσα περπατάνε μικρά ανθρωπάκια και γελάνε και κλαίνε μια δυνατά μια σιωπηλά...
Απολαμβάνω το σπίτι μου, τη δουλειά μου, τους φίλους μου.
Απολαμβάνω και ό,τι λαμβάνω γύρω μου.
Απολαμβάνω και παλεύω να βρω τον εαυτό που προτιμώ να είμαι.
Δύσκολο πράγμα η αυτοκριτική!
Δεν έχεις κανέναν να επιβεβαιώσει την ετυμηγορία σου.
Δικηγόρος του εαυτού σου.
Κι άμα λάχει, φοράς το καπελάκι σου στραβά και βάζεις Χ σε ό,τι μόλις αποφάσισες πως θα πράξεις.
Έχει πλάκα η ζωή... Άμα έχεις την υγειά σου.
Μετά.. ψάχνεις άλλες αρρώστιες...
Στα ψυχολογικά, παίρνω άριστα μαμά!
Έχω γίνει η παρέα της διαδρομής του ήλιου μες την ημέρα.
Αλήθεια, τον είδες τον ήλιο σήμερα;
Ε; Τον είδες;
Ίσως αύριο να βρέχει...
Ίσως αύριο τον κρύψουν τα σύννεφα...
Ίσως αύριο κάτι όμορφο να συμβεί...
Καληνύχτα και καλημέρα ήλιε...καλημέρα!

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

Απ' το ημερολόγιο του "παππού" 1927

Τον παππού το Γιάννη δεν τον θυμάμαι γιατί όταν αποφάσισε η καρδιά του να σταματήσει βρισκόμουν στο πρώτο έτος της ζωής μου.
Από μικρή άκουγα πολλά για τον παππού το Γιάννη.
Γεννήθηκε στην Κάτω Παναγιά, ένα Ελληνικό χωριό της Μικράς Ασίας.
Πιάστηκε αιχμάλωτος στα 14 αλλά δεν κατάφεραν να τον αλλαξοπιστήσουν.
Πήγε μέχρι την Τρίτη δημοτικού και σε όλη την υπόλοιπη ζωή του διάβαζε μόνο εγκυκλοπαίδεια κι εφημερίδες.
Μίλαγε όμορφα κι έγραφε όμορφα.
Μπορούσε να σου μιλήσει για τα πάντα.
Για την ιστορία, για το σύμπαν, για την πολιτική …
(Από τότε έλεγε πως θα γίνουμε «δούλοι των ξένων»…)
Έχει γράψει κι ένα βιβλίο για τον «ξεριζωμό» και άλλο ένα για τη «δίψα».
(Φτάνοντας αιχμάλωτοι πλάι σε ένα ποτάμι τους διέταξαν να μην πιούνε νερό.
Τα στοματά τους ξεφλουδισμένα απ’ τη δίψα.
Όποιος δεν υπάκουγε θα τον σκότωναν.
Κάποιος δεν άντεξε και ήπιε. Τον σκότωσαν. Έπειτα κι άλλος, κι αυτόν τον σκότωσαν. Τρίτος… τέταρτος….πέμπτος…
Κι έπειτα, όλοι…
Όλοι μα όλοι τρελαμένοι άρχισαν να πίνουν νερό. Οι ριπές σταμάτησαν…
Δεν μπορούσαν να τους σκοτώσουν όλους…)

«Ξεβγαλμένος» νέος κι ερωτιάρης. Μα αυστηρός. Πολύ αυστηρός.
Σε κάθε πρώτο ραντεβού, όταν συνόδευε την κοπέλα στο σπίτι, αν δεν άκουγε να της κάνουν φασαρία γιατί άργησε την παράταγε!

Με προξενιό γνώρισε τη γιαγιά μου τη Λωξάντρα από το Ικόνιο. Άλλη ιστορία εκείνη…

Όμως αγαπήθηκαν. Η γιαγιά είχε τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου!

Μια μέρα η Λωξάντρα βρήκε το τετράδιο που έγραφε ο Γιάννης στα νιάτα του.
Εικοσάχρονος νέος με ερωτικές ανησυχίες.
Ζήλεψε και το’ σκισε στη μέση. Καβγάς μεγάλος!

Μια άλλη μέρα, σχεδόν 27 χρόνια μετά, το βρήκα εγώ.

Δεν θέλω να πω πολλά γι’ αυτό…
Μόνο πως εκείνη την στιγμή που το άνοιξα, για μένα η καρδιά του άρχισε να χτυπάει ξανά.
Κι ένα χαμόγελο αρμυρό χαράχτηκε στο πρόσωπο μου.
Γιατί ο παππούς εκεί μέσα δεν ήταν παππούς.
Ήταν ο Γιάννης είκοσι χρονών.

Κι έγραφε, για την πρώτη του αγάπη…





«Η πρώτη μου αγάπη»

Θα’ μουν δε θα’ μουνα δεκαπέντε χρονών και θα’ ταν δε θα’ ταν δώδεκα. Αλήθεια, πόσα χρόνια πέρασαν από τότε.
Εγώ εφοδιασμένος με μια απέραντη ανιδεότητα για τη ζωή
τόσο πλατιά, π’ όλα τα έπαιρνε και τα χρωμάτιζε μ’ ένα δικό της χρώμα.
Και κείνη, μια χαριτωμένη κουκλίτσα- σαν κι αυτές που ανοιγοκλείνουνε τα ματάκια τους μηχανικά-που το μόνο που βάραινε το κεφαλάκι της ήταν οι ξανθιές της μπούκλες.
Όπως είπα έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε κι έχουν μεσολαβήσει άλλα τόσα γεγονότα που θα’ πρεπε να’ χει πια σβήσει αυτή η ιστορία απ΄τη θύμησή μου.
Κι όμως πολλές φορές την αισθάνομαι τόσο κοντά που νιώθω να μου χαϊδεύουν το πρόσωπο οι ξανθιές της οι μπούκλες και να μ’ αγκαλιάζουν τη ψυχή τα μάτια της με το τρελό ανοιγόκλεισμά τους.
Μα τι σας μέλλουν εσάς όλα αυτά;
Εκείνο που γω θέλω να σας πω είναι πως πέθανε η πρώτη μου αγάπη.
Και να, αρχίζω πάλι απ’την αρχή.
Θα΄μουν, είπα, δε θα’ μουν δεκαπέντε χρονών και θα’ ταν δε θα’ ταν δώδεκα, κι όμως αγαπηθήκαμε σαν να’ χαμε από μια δεκάδα χρόνια παραπάνω.
Γνωριστήκαμε σ’ένα εξοχικό πανηγύρι.
Η επιθυμία της ν’ αποκτήσει μια καρδερινοφωλιά κι ένα πρόθυμο σκαρφάλωμα δικό μου ήταν οι προξενιτάδες μας.
Κι ύστερα, μιαν απέραντη αγάπη γεμάτη όνειρα, που όσο κι αν ήταν παιδιάστικα ήταν όμως φτιαγμένα πάνω στην αρχιτεκτονική μιας αληθινής αγάπης που δεν κάνει διάκριση στα χρόνια.
Οι μέρες κυλούσαν γοργές κι απέριττες. Μια μια που πέρναγε την αποθανατίζαμε σ’ένα ημερολόγιο που κρατούσαμε-ξεχωριστή της αδυναμία-και κάθε μια που θα’ ρχότανε την φανταζόμαστε πιο χαρούμενη, πιο ηλιοφώτιστη.
Μα όπως κάθε τι, έτσι κι η αγάπη όσο μεγάλη κι αληθινή και να’ ναι, ακολουθεί κι αυτή βήμα προς βήμα το μοιραίο που την οδηγεί και της δίνει το τέλος που αυτό θέλει.
Τα λουλούδια ένα ένα άρχισαν να στρώνουν τη γη με τα πολύχρωμα πέταλά τους. Κι η ψυχρή ανάσα του φθινοπώρου είχε ζυγώσει όταν μια μαύρη αρρώστια άρχιζε να θερίζει το χωριό.
Μια πλατιά θλίψη απλώθηκε εκεί που πριν βασίλευε η χαρά.
Κι η αγάπη μου, η πρώτη μου αγάπη, έκλεισε τ’ ανθισμένα πέταλά της μπρος στο μοιραίο.
Στερνή μας συνάντηση ήταν στην εκκλησία του χωριού.
Στολισμένη με τα τελευταία λουλούδια που είχαν κι αυτά την ίδια ειμαρμένη.
Όλα σταμάτησαν και τίποτα δε μιλούσε πια για τη μεγάλη αγάπη.
Ως και το ημερολόγιό μας τελείωσε τόσο αναπάντεχα με τις λίγες λέξεις:
…«Πέθανε η πρώτη μου αγάπη»…

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Υπαίθρια μοναξιά

Δεμένοι στα λιμάνια της συνήθειας. Ανοιχτά μάτια. Ανοιχτή ψυχή.
Τρυπημένα φτερά που αγκομαχούν να πετάξουν από πάνω τους το κενό.
Πώς ερμηνεύεται ό,τι πλανιέται;
Πόσες αλήθειες μου ήτανε ψέματα;
Και τούτο εδώ το τυλιγμένο κεφάλι;
Αυτά τα κομμένα χέρια;
Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα;
Κι όμως...
Πόσο ξεκούραστα είναι εκεί μέσα!
Κοιτάζοντας τα μάτια από μέσα προς τα έξω.
Εσύ πήγαινε, λένε. Εγώ, δεν μπορώ...
Δουλεύω το πνεύμα βαθιά στα σωθικά μου. Το δουλεύω και με δουλεύει κι αυτό.
Και ο καιρός περνάει. Υπαίθρια εκθέτει τα χρόνια του. Σε μια αγορά με απλωμένα όνειρα.
Όνειρα αντίκες που σου κλείνουν το μάτι.
Δεν θα με πάρεις εμένα;
Δεν θα διαλέξεις επιτέλους ένα όνειρο;
Κάνε κάτι!

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Φτου και βγαινω και δεν ψάχνω κανέναν!






Φτου και βγαίνω και ΔΕΝ ψάχνω κανέναν!








Ισορροπία-----------------------


------------Σε ποιο τεντωμένο σχοινί βρίσκεσαι;

Τι είναι αυτό; Είναι ένα ανθρωπάκι που
λιγουρεύεται όλα τα φεγγάρια του κόσμου.
Φαντασία.
Αδάμαστη πηγή πράξεων.
Η βαθύτερη αλήθεια της δια στροφικής συμπεριφοράς που κρύβει ο καθένας μας.
Σε ορίζει αρχηγό κι έχεις για πιόνια σου όποιους θέλεις.
Φαντασία.
Το επόμενο βήμα προς το στόχο.
Προς τα πού;
Προς το στόχο.
Για φαντάσου!

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Singapore v01




























































Την προηγούμενη εβδομάδα είχα την τύχη να ταξιδέψω στην Σιγκαπούρη και να παρευρεθώ σε έναν τετραήμερο παραδοσιακό γάμο.
Μια από τις τελετές και για την ακρίβεια η θρησκευτική τελετή πραγματοποιήθηκε στον ναό των πιστών Sikh του guru Sahib. http://www.sikhs.org/summary.htm
O Surech που είναι Ινδός και η Sandra που είναι Γερμανίδα θα πραγματοποιούσαν σε αυτό το ναό την αδελφοποίηση των οικογενειών τους.
Και όλοι εμείς μάρτυρες της Δύσης που συναντάει την Ανατολή...
Δυο λέξεις μόνο: "γαλήνη" και "χρώματα" μια και οι εικόνες μου κλείνουν το στόμα.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Κατά φαντασίαν μόνος


Βυθίζομαι σε μια καρέκλα δίχως πλάτη και με στηρίζει η αγκαλιά του κόσμου. Ασφαλής στις λέξεις και τις σκέψεις των "απόντων".
Πλάι μου είσαι γιατί μέσα μου είσαι.
Τους ξεχασμένους μας τους πήραμε μαζί και γίναμε πολλοί σ' αυτή τη νύχτα που ξημερώνει μόνη.
Όλα όσα ειπώθηκαν κατοικούν στους λαβυρίνθους των αφτιών μου. Σταματήστε! Χαρίστε στη στιγμή τη σιωπή που της αρμόζει! Όχι! Δεν θέλει.
Δεν θέλει η στιγμή να μείνει μόνη.
Όλα όσα είδα, περαστικές εικόνες κατοικούν πλάι στα βλέφαρα. Ψιχάλες, φορτωμένες, βαριές, που αρνούνται να κυλήσουνε στο μάγουλο. Σταματήστε! Χαρίστε στη σιωπή τη στιγμή που της αρμόζει. Όχι! Δεν θέλουν!
Τα μάτια αρνούνται το σκοτάδι. Κι ο ύπνος έρχεται σαν δώρο κάθε βράδυ.
Τα μάτια υπομένουν κάποιες ώρες κι ύστερα ξεχύνονται στο ανοιγόκλεισμα της καινούριας μέρας. Με όρεξη, μ' επιμονή, λες και θα δουν με άλλη ματιά τις ίδιες πάντα εικόνες.
Όλα όσα μύρισα κατοικούν σε μια εισπνοή γαρδένιας. Σ' ένα κλωνάρι γιασεμιού που ξέμεινε στ' αφτί μου απ' την Κυριακάτικη εκδρομή
Σεμνές οι Κυριακές, αναμένουν τη Δευτέρα κι αναθυμούνται το Σάββατο.
Σαν περαστικές που παραστράτισαν μες τη βδομάδα.
Αχρείαστες να ν' οι Κυριακές...
Ωραίες μέρες αυτές που δεν ονομάζονται.
Αυτές που δε χωράνε σε κανένα ρολόι. Σε κανένα ημερολόγιο. Ωραίες μέρες..
Όλα όσα είπα κατοικούν κοντά στους φρονιμίτες και πολεμούν μ' όσα δεν είπα. Λέξεις δίχως φωνή που περιφέρονται αδέσποτες στο στόμα. Και βγαίνουνε παρέα καμιά φορά με αυτά που λέω, άηχες, παράνομες, βουβές.
Κι αν τύχει και τις ακούσει κανείς, θα είναι γιατί βοήθησαν τα μάτια...
Κατά φαντασίαν μόνος, σε μια βαβούρα τεμπέλα.
Όπου κι αν είσαι, είσαι εδώ.
Στην μνήμη την ανύπαρκτη του ενός έτους, στη μνήμη των γονιδίων, αφιερωμένο στον παππού Γιαννη Κωστιδάκη, έπειτα από ανάγνωση του τετραδίου του, του 1927.

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

και ειναι ωραία...


Κάπου υπάρχεις.
Δεν ξέρω πόσο χώρο καταλαμβάνεις μα... υπάρχεις.
Σαν κάποιος που αφήνει μια ιστορία στην πόρτα μου και φεύγει.
Και γω έχω να επιλέξω αν θα την πλάσω, αν θα την κατανοήσω ή αν θα τη βάλω στο συρτάρι.
Δεν ξέρεις να μοιράζεσαι τις ιστορίες σου. Μόνο τις εναποθέτεις στον καιρό και αφήνεις τον άλλον να διαλέξει για σένα.
Μα εγώ τώρα διαλέγω να ασφαλίσω την πόρτα της καρδιάς.
Μια και καιρό είχα να νιώσω τι σημαίνει να ζεις χωρίς δανεικά δεκανίκια.
Να ζεις σαν να έχεις τακιμιάσει με τον εαυτό σου, τον χώρο και το χρόνο.
Και είναι ωραία.
Γιατί έτσι ο φόβος της επιλογής σκορπάει σαν μηδαμινή σκόνη στους αιθέρες.
Και το άγνωστο, γίνεται φίλος σου.
Κάθε βράδυ που γυρνάω στο σπίτι μου, κλείνω την πόρτα πίσω μου και νιώθω τη στιγμή να μ' επαναφέρει στο παρόν. Τόσο έντονα, που ακόμα κι αν τρεκλίζω απ' το μεθύσι, αμέσως συνέρχομαι.
Κάθε νύχτα, που ξαπλώνω στο κρεβάτι μόνη, ξυπνάω το άλλο πρωί πιο δυνατή.
Ο μόνος φόβος τώρα, μήπως και δεν αντέξω να μοιραστώ ξανά τα ίδια σεντόνια.
Γιατί όταν κατακτάς τη γνώση της μοναξιάς, η οποιαδήποτε δέσμευση σου φαίνεται βάρος στους ώμους.
Εγώ εκεί, θέλω φτερά.
Κι αν τύχει και με φλερτάρει ο έρωτας με σάρκα και οστά, μ' αυτά θέλω να τον σκεπάσω τρυφερά πλάι μου.
Κι όταν τ' ανοίγω διάπλατα, να θέλει να μείνει εκεί...

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2007

Πώς την πάτησα έτσι, δεν ξέρω...





Και; Οι λέξεις δεν βγαίνουν πάλι γιατί η στιγμή είναι "αλλού" και "αλλού" είναι οι σκέψεις.


Κενό.


Κενό; Πώς να συμβαδίσεις με την αοριστία και την αβεβαιότητα;


Σ' ένα παρόν που γεμάτο στιγμές απομονώνεται στην ουσία του πράγματος. Στην ουσία των συναισθημάτων. Των μπερδεμένων συναισθημάτων. Ζεστό και κρύο. Χρωματιστό και άχρωμο. Λογική και συναίσθημα.


Κι όταν το συναίσθημα σε αναγκάζουν να το κρύψεις, τότε η λογική επιπλέει ορατή και σε σημαδεύει στο κρανίο. Δες! Σου λεει. Κοίτα! Τι πας να κάνεις;


Μα για ποιά λογική μιλάμε; Δεν έχω ταλέντο στη λογική. Μόνο να την ανακαλύπτω, να την επεξεργάζομαι κι έπειτα ανίκανη να την ακολουθήσω, να επιστρέφω στα γνώριμα λημέρια των συν-αισθημάτων.


Δυσκολεύομαι να προσδιορίσω τα λάθη και αυτό καθυστερεί την "λύση".


Σαν μια μαθηματική εξίσωση. Την ξεκινάς και βλέπεις να προχωράει σαν να είναι σωστή. Σαν να' σαι σίγουρος πως θα καταλήξεις στο σωστό αποτέλεσμα. Και ξαφνικά κάποιος σου μαρτυράει το αποτέλεσμα και βλέπεις πως δεν είναι ίδιο με το δικό σου.


Πού έκανες λάθος; Σε ποιο σημείο; Ποιό αποτέλεσμα στο μεσοδιάστημα σε παρέσυρε; Ποιά κίνηση;


Ξεκινάς από την αρχή και προσπαθείς να βρεις το λάθος. Δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο.


Μα ο καιρός περνάει...


Κουράστηκα. Το μυαλό κουβάρι για να το ζορίσω. Και τότε κάποιος έρχεται και σου λέει: μη βιάζεσαι, κάνε υπομονή, άσε λίγο να κυλήσει ο καιρός, ν' αδειάσει το κεφάλι και να δεις πιο καθαρά.


Και αφήνεις... Κι ο καιρός κυλάει...Και άλλες σκέψεις καινούριες... και ξεχνάς να ψάξεις πάλι...Και θολώνεις κι άλλο... και αρχίζεις και λες ψέματα. Στον εαυτό


σου και στους άλλους. Για να βρεις μέσ απ' το ψέμα την αλήθεια.


μάλλον αυτή, είναι η λύση όλων των εξισώσεων.

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

"ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΟΜΕΘΑ"

της Διδώς Σωτηρίου

"Ανθρωποι βιαστικοί ξεμπουκάρουν απ' τα δρομακια φορτσαρισμένοι με έγνοιες, πονηριές, σχέδια
Βίρα και θα τα καταφέρουμε!
Βίρα κι όποιος φάει τον άλλονα.
Στις τσέπες λογαριασμοί, γραμμάτια, αποδείξεις, αιτήσεις, κλήσεις
Πού να βρει θέση η ανθρωπια;
Πού να τρυπώσει;
Κακό σκυλί το συμφέρον
Όλα γι' αυτό
Δυο πειναλέοι γάτοι τρώγονται για μια σάπια σουπια!"