Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

Απ' το ημερολόγιο του "παππού" 1927

Τον παππού το Γιάννη δεν τον θυμάμαι γιατί όταν αποφάσισε η καρδιά του να σταματήσει βρισκόμουν στο πρώτο έτος της ζωής μου.
Από μικρή άκουγα πολλά για τον παππού το Γιάννη.
Γεννήθηκε στην Κάτω Παναγιά, ένα Ελληνικό χωριό της Μικράς Ασίας.
Πιάστηκε αιχμάλωτος στα 14 αλλά δεν κατάφεραν να τον αλλαξοπιστήσουν.
Πήγε μέχρι την Τρίτη δημοτικού και σε όλη την υπόλοιπη ζωή του διάβαζε μόνο εγκυκλοπαίδεια κι εφημερίδες.
Μίλαγε όμορφα κι έγραφε όμορφα.
Μπορούσε να σου μιλήσει για τα πάντα.
Για την ιστορία, για το σύμπαν, για την πολιτική …
(Από τότε έλεγε πως θα γίνουμε «δούλοι των ξένων»…)
Έχει γράψει κι ένα βιβλίο για τον «ξεριζωμό» και άλλο ένα για τη «δίψα».
(Φτάνοντας αιχμάλωτοι πλάι σε ένα ποτάμι τους διέταξαν να μην πιούνε νερό.
Τα στοματά τους ξεφλουδισμένα απ’ τη δίψα.
Όποιος δεν υπάκουγε θα τον σκότωναν.
Κάποιος δεν άντεξε και ήπιε. Τον σκότωσαν. Έπειτα κι άλλος, κι αυτόν τον σκότωσαν. Τρίτος… τέταρτος….πέμπτος…
Κι έπειτα, όλοι…
Όλοι μα όλοι τρελαμένοι άρχισαν να πίνουν νερό. Οι ριπές σταμάτησαν…
Δεν μπορούσαν να τους σκοτώσουν όλους…)

«Ξεβγαλμένος» νέος κι ερωτιάρης. Μα αυστηρός. Πολύ αυστηρός.
Σε κάθε πρώτο ραντεβού, όταν συνόδευε την κοπέλα στο σπίτι, αν δεν άκουγε να της κάνουν φασαρία γιατί άργησε την παράταγε!

Με προξενιό γνώρισε τη γιαγιά μου τη Λωξάντρα από το Ικόνιο. Άλλη ιστορία εκείνη…

Όμως αγαπήθηκαν. Η γιαγιά είχε τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου!

Μια μέρα η Λωξάντρα βρήκε το τετράδιο που έγραφε ο Γιάννης στα νιάτα του.
Εικοσάχρονος νέος με ερωτικές ανησυχίες.
Ζήλεψε και το’ σκισε στη μέση. Καβγάς μεγάλος!

Μια άλλη μέρα, σχεδόν 27 χρόνια μετά, το βρήκα εγώ.

Δεν θέλω να πω πολλά γι’ αυτό…
Μόνο πως εκείνη την στιγμή που το άνοιξα, για μένα η καρδιά του άρχισε να χτυπάει ξανά.
Κι ένα χαμόγελο αρμυρό χαράχτηκε στο πρόσωπο μου.
Γιατί ο παππούς εκεί μέσα δεν ήταν παππούς.
Ήταν ο Γιάννης είκοσι χρονών.

Κι έγραφε, για την πρώτη του αγάπη…





«Η πρώτη μου αγάπη»

Θα’ μουν δε θα’ μουνα δεκαπέντε χρονών και θα’ ταν δε θα’ ταν δώδεκα. Αλήθεια, πόσα χρόνια πέρασαν από τότε.
Εγώ εφοδιασμένος με μια απέραντη ανιδεότητα για τη ζωή
τόσο πλατιά, π’ όλα τα έπαιρνε και τα χρωμάτιζε μ’ ένα δικό της χρώμα.
Και κείνη, μια χαριτωμένη κουκλίτσα- σαν κι αυτές που ανοιγοκλείνουνε τα ματάκια τους μηχανικά-που το μόνο που βάραινε το κεφαλάκι της ήταν οι ξανθιές της μπούκλες.
Όπως είπα έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε κι έχουν μεσολαβήσει άλλα τόσα γεγονότα που θα’ πρεπε να’ χει πια σβήσει αυτή η ιστορία απ΄τη θύμησή μου.
Κι όμως πολλές φορές την αισθάνομαι τόσο κοντά που νιώθω να μου χαϊδεύουν το πρόσωπο οι ξανθιές της οι μπούκλες και να μ’ αγκαλιάζουν τη ψυχή τα μάτια της με το τρελό ανοιγόκλεισμά τους.
Μα τι σας μέλλουν εσάς όλα αυτά;
Εκείνο που γω θέλω να σας πω είναι πως πέθανε η πρώτη μου αγάπη.
Και να, αρχίζω πάλι απ’την αρχή.
Θα΄μουν, είπα, δε θα’ μουν δεκαπέντε χρονών και θα’ ταν δε θα’ ταν δώδεκα, κι όμως αγαπηθήκαμε σαν να’ χαμε από μια δεκάδα χρόνια παραπάνω.
Γνωριστήκαμε σ’ένα εξοχικό πανηγύρι.
Η επιθυμία της ν’ αποκτήσει μια καρδερινοφωλιά κι ένα πρόθυμο σκαρφάλωμα δικό μου ήταν οι προξενιτάδες μας.
Κι ύστερα, μιαν απέραντη αγάπη γεμάτη όνειρα, που όσο κι αν ήταν παιδιάστικα ήταν όμως φτιαγμένα πάνω στην αρχιτεκτονική μιας αληθινής αγάπης που δεν κάνει διάκριση στα χρόνια.
Οι μέρες κυλούσαν γοργές κι απέριττες. Μια μια που πέρναγε την αποθανατίζαμε σ’ένα ημερολόγιο που κρατούσαμε-ξεχωριστή της αδυναμία-και κάθε μια που θα’ ρχότανε την φανταζόμαστε πιο χαρούμενη, πιο ηλιοφώτιστη.
Μα όπως κάθε τι, έτσι κι η αγάπη όσο μεγάλη κι αληθινή και να’ ναι, ακολουθεί κι αυτή βήμα προς βήμα το μοιραίο που την οδηγεί και της δίνει το τέλος που αυτό θέλει.
Τα λουλούδια ένα ένα άρχισαν να στρώνουν τη γη με τα πολύχρωμα πέταλά τους. Κι η ψυχρή ανάσα του φθινοπώρου είχε ζυγώσει όταν μια μαύρη αρρώστια άρχιζε να θερίζει το χωριό.
Μια πλατιά θλίψη απλώθηκε εκεί που πριν βασίλευε η χαρά.
Κι η αγάπη μου, η πρώτη μου αγάπη, έκλεισε τ’ ανθισμένα πέταλά της μπρος στο μοιραίο.
Στερνή μας συνάντηση ήταν στην εκκλησία του χωριού.
Στολισμένη με τα τελευταία λουλούδια που είχαν κι αυτά την ίδια ειμαρμένη.
Όλα σταμάτησαν και τίποτα δε μιλούσε πια για τη μεγάλη αγάπη.
Ως και το ημερολόγιό μας τελείωσε τόσο αναπάντεχα με τις λίγες λέξεις:
…«Πέθανε η πρώτη μου αγάπη»…

2 σχόλια:

Roadartist είπε...

πολύ όμορφο κείμενο, γεμάτο συναισθήματα. Οι αναμνήσεις απο ένα πρόσωπο αγαπημένο, που όμως δεν πρόλαβες να το ζήσεις, και προσπαθείς να τον γνωρίσεις μέσα απο τα κείμενα του. Θα πρέπει να ήταν πολύ βαθιά εσωτερική εμπειρία αυτή.
Μου άρεσε αυτό η περιγραφή της πρώτης αγάπης του: "μιαν απέραντη αγάπη γεμάτη όνειρα, που όσο κι αν ήταν παιδιάστικα ήταν όμως φτιαγμένα πάνω στην αρχιτεκτονική μιας αληθινής αγάπης που δεν κάνει διάκριση στα χρόνια"
Τέτοιες αγάπες υπάρχουν αλήθεια σήμερα? Τότε μάλλον ήταν πιο αγνές και αληθινές .. :) καλό σου βράδυ!

ceralex είπε...

Δεν θέλω να πιστέψω πως δεν υπάρχουν τέτοιες αγάπες σήμερα!
Αν και γύρω μου καθημερινά διακρίνω έντονη συναισθηματική αναπηρία...
Πάντως ο παππούς ήταν... αθεράπευτα ρομαντικός!
Καλό βράδυ και σε σένα!