Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Έι! Ακούει κανείς;

















Χάθηκα
Χάθηκες
Χάθηκε
Χαθήκαμε
Χαθήκατε
Χάθηκαν

Άλλαξα
Άλλαξες
Άλλαξε
Αλλάξαμε
Αλλάξατε
Άλλαξαν

Χάραξα
Χάραξες
Χάραξε
Χαράξαμε
Χαράξατε
Χάραξαν

Έλειψα
Έλειψες
Έλειψε
Λείψαμε
Λείψατε
Έλειψαν

Oφθαλμαπάτη.
Δεν είμαι εκεί!
Και μου το' χε γράψει με εκατό διαφoρετικές πένες.
"Προπάντων να μη γελασθείς. Μην πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου".

Και γω, τόσο γελάσθηκα, τόσο είπα πως ήταν ένα όνειρο, τόσο απατήθηκεν η ακοή μου, που δυο χρόνια τώρα κούναγα το κεφάλι μου.

Εντάξει! Το κατάλαβα λέμε! Το 'χω!
ΔΕΣ! μου είπε.
Και τώρα ΒΛΕΠΩ!

Περαστική απ' τα κατάστιχα.
Δεν νομίζω να κάτσω για πολύ.
Μπορεί σε δυο χρόνια πάλι.
Μπορεί και αύριο πάλι.
Άγνωστον!

Τώρα είμαι αλλού!
Περνάω καλά!
Δεν γράφω λέμε!
Τι λύτρωση!
Οι λέξεις, μου κρατάνε μούτρα.
Μου είναι πιο εύκολο να κλίνω ρήματα.

Ει!
Ακούει κανείς;


Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Μνήμες

























Ούτε που θυμάμαι αυτό που δεν ήθελα να ξεχάσω.
....................................................................

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Από τη ρίζα ως την άκρη





Ήθελε να δικαιολογηθεί ακόμα κι αν του υπενθύμισαν πως είναι αθώος.
Μπορεί να ήταν και γυναίκα, δεν ξέρω.
Το μόνο που κατάλαβα ήταν πως τα μαλλιά έπαιξαν σημασία σε όλη αυτή την ιστορία που ξεκίνησε από κάπου πιο χαμηλά απ’ όσο είναι τώρα.
ΟΙ περισσότεροι (ως συνήθως είναι περισσότεροι αυτοί) πίστευαν πως πρόκειται για απλές τρίχες, μα εκείνος, -μπορεί να ήταν και εκείνη, δεν ξέρω- πίστευε πως τα μαλλιά ήταν ένα άλλο σώμα, ξέχωρο απ’ το σώμα.

Φύσηξε, μου είπανε.
Σχήματα πολλά.
Τα σύννεφα και τα μαλλιά, το χώμα,
τα δρομοσκουπίδια που πάντα καταλήγουν στην ίδια γωνιά.

Όλα άλλαξαν μορφή.
Αν η ύπαρξη δεν είναι εύπλαστη, τότε τι είναι;

Πολλές φορές οι λέξεις ζυγίζουνε τόνους παρεξηγήσεων.
Μιλάς ας πούμε για την ύπαρξη, και αμέσως εμφανίζεται ένα ταμπελάκι
από πάνω της, με μια κοστολογημένη απόφαση.

Όλα άλλαξαν μορφή.
Κι αυτή, πανάλαφρη αποφάσιζε το μέλλον.

Καθένας πανάλαφρος ψηλά πετά.
Μα πώς γίνεται το μέλλον προσγειωμένο να τον περιμένει για πάντα.

Αθώος ήτανε.
Το σώμα ξέχωρο από κάτι μακριά μαλλιά.
Η ρίζα πάνω, παιχνιδιάρικες φουντίτσες κάτω.
Γύρισε ανάποδα να φυτευτείς στο χώμα.
Τι πιο καλόγουστη προσγείωση.
Αθώα ήτανε.
Κάποια μακριά μαλλιά, ξέχωρα απ’ το σώμα.
Το πρόσωπο βουβό στο μαξιλάρι κι οι άκρες τους να ψάχνουνε το πάτωμα.
Αναρριχητική η ανάγκη τους.

Τι όνειρο να είδε άραγε εκείνο το βράδυ;


Κάποιος, κάπου, ψάχνει ακέφαλος να βρει μια συνδετική επαφή.


Φύσηξε, μου είπανε.
Ένα ύφασμα τυλιγμένο σαν κασκόλ διαχώριζε μια ηλιόλουστη χαίτη απ’ τις τρίχες.
Και κει που ο αέρας ξεφούσκωνε το σχεδόν σκασμένο του πείσμα,
ήρθε ένα χέρι και χάιδεψε το μάγουλό της.
Μπορεί να ήταν και το μάγουλό του, δεν ξέρω.
Οι αρσενικές ανάγκες διαχωρίζονται από τις θηλυκές μ’ ένα αέρινο ύφασμα.

Πνίγηκε, μου είπαν.
Εκείνη;
Εκείνος;


Δεν ξέρω…

Το μόνο που έμαθα και γω τελικά, είναι πως ήταν αθώοι.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Τείχη

























Κωνσταντίνος Καβάφης

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Διαλογάκια




Όμορφα όλα κι ωραία με σιρόπι αλήθειας κι αναμμένο ζεστό καλοκαίρι.
Το φυλάω για να σβήσει, ένας χρόνος καινούριος ν’ αρχίσει
και ΝΑ μια σοφή!

Φοουού!


«-Εσύ; Πώς τα πας με την κρίση;
-Μια φέτα καρπούζι στο χέρι μου αρκεί.»



«-Παλιοτζίτζικα πάλι τεμπελιάζεις;
-Tζι τζι τζι τζιτζιτζί τζιτζιτζί!»


«-Γέμισα με άμμο το κουβαδάκι σου πειράζει να φτιάξω εγώ το καστράκι μου, να περιμένεις εσύ;
-Τσου!, μέχρι να το χτίσεις πάω να κάνω μια βουτιά ok?»


«-Πάρε με αγκαλιά mi amor.
-Do you love me ε; ε; εεε;
Do you ρε; Do you;
-Νo entiendo mi amor άμπλα μου en εσπανιόλ!»


Σιγά μη δεν καταλαβαίνεις τι σε ρωτάει ρε μάγκα!

«-Θέλεις να μεταμορφωθείς σε κάτι;
-Όχι γιατί να θέλω μια χαρά είμαι. Δεν νομίζεις;
-Χμμ…»



«-Είδα στο όνειρό μου ότι έκανα έκτρωση, είναι καλό τώρα αυτό;
-Μάλλον θα σημαίνει ότι ξελαφρώνεις από κάτι που όμως ταυτόχρονα σε φορτίζει συναισθηματικά.»



«-Ξέρεις πως μεταμορφώνεται η αγάπη; Κι αν μεταμορφώνεται πώς επιβιώνει και πού;
-Δεν ξέρω. Λες ο έρωτας άραγε να ήταν κάμπια κι αυτός πριν βγάλει φτερά;»



«-Σταματήστε τις προσευχές σας για μένα! Ίσως μόνο τότε μπορέσω να σωθώ!
-Καλά ντε! Πώς κάνεις έτσι, εμείς για καλό τα λέμε!
»


«Πιστεύεις σε μένα;
-Υes, I Do ρεε!

I do!!!»

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Ρίχτο, λοιπόν!


Λέξεις αόρατες πλησιάζουν κι απομακρύνονται.
Ηχούν, σιωπούν, πνίγονται ή επιπλέουν.
Λέξεις θέλουν να μπουν στη σειρά. Θάνατος.
Λέξεις επιμένουν να με ξυπνάνε από παιδί. Μεγάλωσα.
Μεγάλωσα. Σφαλιάρα. Απότομα. Δεν ήθελα. Δεν ήθελα…

Μεγάλωσα απότομα, τότε που θα’ θελα απλώς να καλοπερνάω με τους φίλους μου.
Θάνατος. Μεγάλωσα απότομα. Δεν ήθελα.
Στα γόνατά του μ’ έπαιξε μια νύχτα.
Κι αντί να γονατίσω στυλώθηκα βράχος γερός. Δεν ήθελα.

Τώρα, τώρα αναπληρώνω την παιδικότητα.
Τώρα, παιδί ξανάγινα. Μαλάκωσε η ψυχή, το χώνεψε.
Λαξεύω την πέτρα μου τρυφερά. Μεταμορφώνομαι. Παιδί.
Για πάντα παιδί θα μείνω, το ξέρω πια.

Μα πες μου, πώς να αντέξω με τα μάτια ενός μικρού παιδιού τον θάνατο που πλησιάζει ακόμα μια φόρα;
Πώς;
Δεν θέλω να πετρώσω για να αντέξω.
Δεν θα αντέξω αν δεν πετρώσω.

Και συ που φεύγεις σιγά σιγά, τίποτα δεν θυμάσαι πια.
Και γω που μένω, καθώς μεγαλώνω επιστρέφω εκεί που μου μ’ είχες καθισμένη στα δυο σου γόνατα κι ο θάνατος ήταν πέεερα μακριά.
Δεν τον ήξερα.
Δεν τον ήξερα τον γαμημένο!
Και δεν ήθελα.
Δεν ήθελα να τον γνωρίσω ποτέ.

Ό,τι με κατέστρεψε, αυτό το ίδιο με όρισε αρχηγό.
Ό,τι ξεριζώθηκε από μέσα μου, αυτό το ίδιο ρίζωσε τα δυο μου πόδια στη γη.
Ό,τι με ξέκανε, αυτό το ίδιο επιστρέφει εδώ μπροστά μου και χαμογελάει ειρωνικά.
«Τώρα ; τι θα με κάνεις τώρα ; » μου λέει.

Δεν ξέρω. Δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο γιατρουδάκος ο χρόνος πάλι θα κάνει τη δουλεία του έτσι όπως ξέρει.
Το μόνο που ξέρω, είναι πως μεγάλωσα και τώρα ίσως να μπορώ καλύτερα να προστατέψω το παιδάκι που μέσα μου ονειρεύεται τη ζωή.

Ίσως…
Ίσως και να μπορώ καλύτερα.

Και το ξέρω ρε ύπουλε, πως μόνο μια δοκιμή θα σε πείσει.
Ρίχτο λοιπόν…!
Ρίχτο να παίξουμε.

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Διαιρεμένη καρδιά


ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ…
Άραγε εγώ πού να ‘μαι;

Αλήθεια, η καρδιά φτιάχτηκε για τους άλλους;


Μέσα στο σώμα μου κατοικεί το κρησφύγετο των ερώτων μου.
Κι όταν καρδιοχτυπά δυνατά, είναι που ΕΣΥ πολεμάς με τα άλλα μου ΕΣΥ.

Είναι που προσπαθείς να τα εκμηδενίσεις, να τα αποδυναμώσεις, να τα εξαφανίσεις.

Μα πόσο μ’ άρεσε που απόψε, κρυμμένη μες την αγκαλιά σου άκουγα την καρδιά σου δυνατά.
Πόσο μ’ άρεσε που ήμουν εγώ εκεί μέσα της, παλεύοντας να αφανίσω τα δικά σου διαιρεμένα κομμάτια της.

Τώρα, ξέρω που κατοικώ.


Δεν μένει παρά να κλείσω τα μάτια και να με πάρει ύπνος βαθύς, φορώντας μου στο πρόσωπο ένα χαμόγελο που θα ξενυχτίσει αυτό αντί για μένα.

Κι όταν ξυπνήσω το πρωί, θα είναι ακόμα εκεί να προσθέτει λίγο ακόμα βάθος στις ρυτίδες των χρόνων μου.
Κι όταν ξυπνήσω, θα είσαι ακόμα εκεί να προσθέτεις λίγο ακόμα βάθος στις στιγμές των κατακόκκινων ερώτων μου.



Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Holy Spirit



Λοιπόν όλα ξεκίνησαν από ένα παραισθησιογόνο ελιόψωμο!

Ύστερα από τελευταίες έρευνες διαπιστώθηκε ότι ο φούρνος που το προμηθεύτηκε η συνοδηγός μου στην πραγματικότητα ήταν ένα εργαστήριο ελευθέρων πειραμάτων με επίκεντρο την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία. Το πείραμα θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε κλίμα υγρό και τα πειραματόζωα θα έπρεπε να βρίσκονται τις περισσότερες ώρες σε κατάσταση ΖΕΝ για να διαπιστωθεί αν τελικά το πλαστικό στη ζωή μας είναι συνυφασμένο με τις ατομικές μας ανάγκες ή έχει καθιερωθεί τόσο πολύ στην ανθρώπινη πραγματικότητα, που απλώς δεν μπορούμε να το βγάλουμε απ’ τη ζωή μας.
Βέβαια, η συνοδηγός μου και γω, είχαμε πλήρη μεσάνυχτα του ότι είχαν επιλέξει εμάς ως πειραματόζωα, συν του ότι πρέπει να επισημάνω ότι μας παρακολουθούσαν κρυφές κάμερες και κοριοί οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί εν αγνοία μας πάνω στον αγαπητό συνεπιβάτη σκύλο που είχαμε μαζί μας στην εξόρμηση αυτή.
Το τετραήμερο είχε ως θέμα «Yoga στην άγρια φύση».

Κάπου κοντά στην γέφυρα της Χαλκίδας ξεκίνησε η περιπέτειά μας διότι έκοψε λόρδα και έτσι κατασπαράξαμε με μεγάλη ευχαρίστηση το πεντανόστιμο κατά τ’ άλλα ελιόψωμο μια και ξέραμε πως για τις υπόλοιπες 3 μέρες θα έπρεπε να τρεφόμαστε μονάχα με καμένες μελιτζάνες, λασπωμένα ζυμαρικά πασπαλισμένα με φαγόπυρο, ζυμωτό ψωμί με άψητο λιναρόσπορο, καροτόσουπα με βιολογικό αρακά τυλιγμένο με μια λεπτεπίλεπτη κρούστα πεπονιού και επίσης, άφθονα σαλατικά ανακατεμένα με ανομοιογενή σπερματοζωάρια μαυρομάτικων φασολιών.

Η βροχή είχε ξεκινήσει από τα μέσα της διαδρομής και γνωρίζοντας ότι η διαμονή μας θα ήτο σε σκηνές σταματήσαμε για να προμηθευτούμε το περιβόητο νάυλον που φυσικά ήταν αυτό όπου θα καθόριζε -χωρίς βέβαια επαναλαμβάνω να το γνωρίζουμε- το όλο πείραμα.

Νάυλλο! Το πλαστικό στη ζωή μας και πέρα βρέχει!

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, σαν να μην μπορούσαμε να ελέγξουμε τις πράξεις μας, φτάνοντας στο κτήμα όπου θα μας φιλοξενούσαν για το σεμινάριο «Yoga στην άγρια φύση» αρχίσαμε να στήνουμε τις σκηνές τοποθετώντας νάυλλο παντού. Νάυλλο από κάτου, νάυλλο από πάνου, νάυλλο στου πλάι, πέρα δώθε νάυλλο. Νάυλλο στο παντού μας. Νάυλλο στην ψυχή μας, νάυλλο κάτω από τα μαύρα σύννεφα που έριχναν βροχή με το τουλούμι.
Οι συνεκδρομείς μας είχαν ήδη φτάσει μα οι συνεκδρομείς μας δεν είχαν φάει ελιόψωμο κι έτσι δεν τοποθέτησαν πουθενά κανένα νάυλλο. Βλέποντας όμως με πόση αποφασιστικότητα και μανία θεωρούσαμε απαραίτητη την τοποθέτηση του νάυλλο στον υπάρχοντα χώρο μας, αποφάσισαν να μας μιμηθούν, πήγαν και προμηθεύτηκαν από το κοντινό χωριό κι αυτοί, κι έτσι στο τέλος καταλήξαμε όλοι να έχουμε σκηνές φτιαγμένες από ναύλλο.
Ο σκύλος έτρεχε εκστασιασμένος γύρω απ΄ολους μας και έπειτα από βραχυκύκλωμα που δημιουργήθηκε στους κοριούς που έφερε πάνω του, κάθε φορά που ο δάσκαλος της yoga του μίλαγε, εκείνος έκανε αμέσως τη στάση σκύλου και ταυτόχρονα μια αστραπή έπεφτε απέναντι στην καταπράσινη πλαγιά του βουνού.


Όσο για μας, ούτε λόγος για «yoga στην άγρια φύση» την πρώτη μέρα.
Αποφασίσαμε να επισκεφτούμε το κοντινό χωριό Βλλαχιά και να τσακίσουμε δυο κιλά παϊδάκια με πατάτες τηγανιτές και τέσσερα κιλά κρασί με τον δάσκαλο να μας μιλά για την αγάπη και τον έρωτα, για μια Νατάσσα και μια Χαρά, για όλους τους φόβους μας που πρέπει να γίνουν δύναμη και να υπερνικήσουν όλες τις δυσκολίες και την αρνητική στάση, για την πληρότητα και την ευδαιμονία μιας ανώτερης κατάστασης που θα την προσεγγίσουμε μονάχα αν αφεθούμε ελεύθεροι στην ανιδιοτελή αγάπη. Για μια μακαριότητα που θα κατακτήσουμε έχοντας μια βαθιά επίγνωση…και μπλα μπλα μπλα μέχρι που του κόλλησε το παϊδάκι στο δόντι και αναζήτησε την οδοντογλυφίδα, μέχρι που η νύστα μας επισκέφτηκε στωικά, μέχρι που παρήγγειλα δύο λίτρα κρασί σε πλαστικό μπουκάλι για να τα πάρουμε μαζί μας και να φύγουμε σκασμένοι και γεμισμένοι νιώθοντας την πληρότητα στην στομαχική κοιλότητα του εξαγνισμένου μας σώματος.

Επιστρέφοντας στο κτήμα είπαμε πως, ήπιαμε που ήπιαμε δεν φτιάχνουμε και κανένα μοχίτο μια και υπήρχε άφθονος δυόσμος στο παρτέρι και μια και η ιδιοκτήτρια δεν έστηνε καρτέρι παρά έστριβε κάτι μπάφους σε μια πριβέ σκηνή κάπου παραπέρα.
Η βροχή έπεφτε ακατάπαυστα και ξέχασα να πω πως μέσα στο κτήμα είχε και ένα σπίτι. Η μάλλον είχε κάτι στρώματα μια κουζίνα ένα WC και ένα τζάκι, δυο πολυθρόνες και 352 τσουμπλέκια περιστοιχισμένα από 4 τοίχους.
Σε αυτό το σπίτι ποτέ δεν κατάλαβα εντελή πόσοι μπορούσαν να κοιμηθούνε και με τα δυο βλέφαρα κλειστά. Η διανυκτέρευση στο σπίτι δεν ήταν μέσα στο πακέτο «Yoga στην άγρια φύση». Μπορούσαμε βέβαια να χρησιμοποιήσουμε το WCδάκι. Αλίμονο…
Τέλος πάντων αφού ήπιαμε και τα μοχίτο μας λέμε δεν πάμε να ρίξουμε και κανέναν υπνάκο. Και έτσι κι έγινε. Ρίξαμε τον ομορφότερο ΚΑΝΕΝΑΝ υπνάκο το κόσμου κάτω από αστραπόβροντα και καρεκλοπόδαρα.
Και δω πρέπει να επισημάνω πως ανάμεσα στις σκηνές και τα νάυλλα υπήρχε η πιο υγρή απόσταση που μέχρι τώρα έχει δημιουργηθεί ποτέ, ανάμεσα στον κεραυνοβολημένο έρωτα μεταξύ του νάυλλο και της σκηνής. Αυτά τα 10 εκατοστά νερού χώριζαν τα δυο ερωτευμένα πλαστικά.
Και μεις έπρεπε να συγκρατήσουμε την ευδαιμονία που νιώθαμε μέσα μας και να μην αρχίσουμε τα καντήλια και τα γαμοσταυρίδια. Έπρεπε με πλήρη επίγνωση να βρούμε μια λύση έτσι ώστε να καταφέρουμε να οριζοντιώσουμε το σκεβρωμένο μας σώμα έστω για λίγες ώρες διότι σε 6 ώρες έπρεπε να σηκωθούμε και να κάνουμε «Υoga στην άγρια φύση».
Με σουγιά και με μαχαίρι, έτσι ο κόσμος προχωρεί!
Ξύπνησα τον δάσκαλο και ζήτησαν τον σουγιά του. Έβαζα το χέρι κάτω από τη σκηνή και χάραζα μαχαιριές στο ματωμένο νάυλλο για να απορροφηθεί το νερό από τη γη. Η σκηνή αλώβητη έκλαιγε σιωπηλά. Η δυνατή βροχή κάλυπτε τους λυγμούς της και συνάμα έκανε μουσκίδι τα 5 μπλουζάκια που φορούσα το ένα πάνω απ’ τ’ άλλο για να μην πάθω κρυοπαγήματα. Το τζίν μπλε παντελόνι μου είχε γίνει καφέ απ΄το σούρσιμο στο χώμα. Πρέπει νοητά να ξεκοίλιασα πεντέξι μαλάκες εκείνο το βράδυ.
Η ψάθα και η κουρελού που είχα στρώσει στον υποθάλαμο της σκηνής για να κοιμηθεί ο σκύλος μου, είχαν γίνει μούσκεμα κι έτσι αναγκάστηκα να τον κοιμίσω μέσα στη σκηνή. Η μυρωδιά του βρεγμένου σκύλου και οι κλανιές που αμόλαγε γιατί είχε κρυώσει καθώς εδώ και ώρες ήταν βρεγμένος, με έκαναν για λίγα λεπτά να λιποθυμήσω και να ξεκουράσω έστω για τόσο λίγο το κουρασμένο μου κορμί. Τα ντοκουμέντα υπάρχουν διότι οι κρυμμένες κάμερες ήταν αδιάβροχες. Τα στοιχεία βρίσκονται στο εργαστήριο ελευθέρων πειραμάτων και έχω βάλει δικηγόρο για αποφύγω μια πιθανή αναπαραγωγή τους στο YouTube.

Την άλλη μέρα με ξύπνησαν στις 8 λέγοντάς μου πως είναι 11. Έβρεχε ακόμα.
Η «Yoga στην άγρια φύση» έγινε μέσα στο πολυμορφικό σπίτι του κτήματος. Ο ένας πάνω στον άλλον υποδυόταν πως βρισκόταν σε άσκηση του σώματος και του νου. Κάποιος απ’ όλους βρώμαγε. Θα’ ταν τα στεγνωμένα κα ξαναφορεμένα ρούχα. Άπλωνες το χέρι και έπιανες το βυζί της διπλανής σου. Έκανες στάση στα χέρια και μετά τα τίναζες κι έφευγαν κομμάτια από ξεραμένες καμένες μελιτζάνες. Στην ώρα της χαλάρωσης τα κινητά χτυπούσαν και μια κοπελιά χτύπαγε το φραπόγαλο στο φλιτζανάκι.

Οκ. Ως εδώ τα άσχημα. Διότι απ’ το απόγευμα ο ήλιος βγήκε και άλλαξαν όλα. Τώρα μπορούμε να πούμε πως το πρόγραμμα ξεκινάει από την αρχή. Παντού ρούχα και πετσέτες απλωμένα για να στεγνώσουν.

Το ίδιο βράδυ είχα την πρώτη μου επαφή με τον μεγάλο δάσκαλο Κρισναμούρτι. Δεν ήξερα ότι καθόμουν πάνω του για πάνω από μια ώρα, πίνοντας ένα τσαγάκι και μιλώντας με τους συνεκδρομείς. Ήταν μια καρεκλίτσα απ’ αυτές της παραλίας και είχε ένα μαξιλαράκι. Και κάτω από το μαξιλαράκι είχε το βιβλιαράκι του σοφού δασκάλου. Ξαφνικά ένιωσα μια απίστευτη λαχτάρα να επισκεφτώ το WCδάκι. Είχα το γνωστό πρόβλημα της προσαρμογής στο νέο περιβάλλον και η κοιλιά μου είχε γίνει τούμπανο.
Καθώς επέστρεψα ανακουφισμένη και χαμογελαστή διέκρινα την άκρη του βιβλίου που εξείχε από το μαξιλάρι. Στην αρχή ένιωσα ντροπή. Έπειτα μοιράστηκα τη σκέψη μου και σκάσαμε στα γέλια. Ήταν μια καλή πηγή έμπνευσης για να μούρτει χέσιμο. Μπορείτε να το δοκιμάσετε σε έντονη δυσκοιλιότητα. Λίγο Κρισναμούρτι κάτω από το μαξιλαράκι μπορεί να κάνει τη διαφορά!
Και μη με βρίζετε μερικοί μερικοί, μη χέσω. Μια δοκιμή θα σας πείσει. Η ιδιοκτήτρια έλεγε το πρωί πως παλεύει 9 χρόνια να τελειώσει αυτό το βιβλίο. Δεν δοκίμασε να το τοποθετήσει στην σωστή θέση. Ίσως η φώτιση καμιά φορά να έρχεται από κει που δεν την περιμένεις.

Δεν μπορώ να αναφερθώ με λεπτομέρειες για τα υπόλοιπα περιστατικά που βιώσαμε. Βαρέθηκα πια.
Έφτασε η μέρα του Αγίου Πνεύματος. Αμήν!
Έφτασε και η ώρα της επιστροφής.
Το μόνο που καταλάβαμε στην διαδρομή της επιστροφής μας, μαζί με την συνοδηγό μου, ήταν πως η επίδραση του ελιόψωμου δεν είχε περάσει. Στο δρόμο μας συναντούσαμε συνέχεια οδοιπόρους. Διαφόρων ηλικιών. Αναρωτηθήκαμε από πού έρχονται και όσο περνούσαν τα χιλιόμετρα η μόνη σίγουρη διαπίστωση που κάναμε ήταν πως όσο προχωράγαμε τόσο πιο χοντροί ήταν οι άνθρωποι. Ίσως και να είχαν ξεκινήσει από τη Χαλκίδα με τα πόδια με προορισμό την Βλλαχιά και σε κάθε χιλιόμετρο έχαναν κι από ένα κιλό.
Εμείς βέβαια φτάνοντας στην γέφυρα της Χαλκίδας είχαμε και οι δύο την εντύπωση πως περνάμε τον ισθμό της Κορίνθου. Αλλά εδώ άλλα κι άλλα συνέβησαν αυτό ήταν μια μηδαμινή λεπτομέρεια.
Επίσης δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τον γέρο με την γκλλίτσα του στη άκρη του δρόμου καθισμένο κάτω από μια καστανιά να ατεννίζει το κενό.
Μάστορα! Ένα θα σου πω. Κάνεις τον καλύτερο διαλογισμό απ΄ολους μας!


Συμπέρασμα : τα νάυλλα βλάπτουν σοβαρά την υγεία.
Απόφαση: Δεν πρόκειται να ξαναφάω ποτέ ελιόψωμο στη ζωή μου!
Υστερόγραφο: Συνοδηγέ! Απλά δεν παίζεσαι!


Σμουτς!
Υγεία Χαρά Νταν!

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Στο κενό του καταρράκτη


Στέκομαι στο κενό του καταρράκτη.
Ανάμεσα στο βράχο και το ζεστό νερό που πέφτει με δύναμη από ψηλά.
Αυτή η δύναμη είναι που γεμίζει και το δικό μου κενό.
Κρατώντας ένα σκοινί γέρνω το κεφάλι και το αφήνω να χτυπηθεί απ’ το νερό.
Ενίοτε και το νερό πονάει.
Μα αν έτσι προκύπτει η κάθαρση του νου, ο πόνος γίνεται απόλαυση.
Τα μαλλιά καλύπτουν το πρόσωπο. Τα μάτια δεν μπορούν να κρατηθούν ανοιχτά.
Όταν νιώθεις κάτι τόσο έντονα η όραση ίσως και να περισσεύει. Ή απλώς…δεν μπορείς να τα’ χεις όλα…
Το νερό δεν έχει ρυθμό. Μα αν είχε, αυτός θα’ ταν δεκαπεντασύλλαβος.
Η έλλειψη ρυθμού με κάνει να μην ξέρω τι να περιμένω.

Επιστρέφω το κεφάλι στο κενό του καταρράκτη.
Είναι κάτι τέτοια κενά που χωράνε μονάχα ένα μουσκεμένο κορμί και τίποτα άλλο. Δεν υπάρχουν σκέψεις. Παρά μονάχα οι προβληματισμοί του παρόντος.
Να προσέξω μην γλιστρήσω και πέσω. Να κρατάω καλά το σκοινί. Να ξαναβάλω το κεφάλι κάτω απ’ το νερό; Τι όμορφός που υψώνεται ο βράχος! Πόσο να καθίσω εδώ, που δεν θέλω να φύγω ποτέ;

Ανάμεσα από αυτές τις σκέψεις, υπάρχουνε σιωπές.

Το κενό του μυαλού μοιάζει με το κενό του καταρράκτη.
Οι κραυγές της ψυχής γίνονται ο μανιασμένος ήχος του νερού που πέφτει από ψηλά.
Σιωπή.
Τώρα γίνεται θηρίο ένα απ’ τα θαύματα της φύσης.
Νομίζω πως αυτό το κενό που υπάρχω εκεί για λίγο, είναι το μόνο μέρος που δεν θα μπορούσα να βάλω τα κλάματα ποτέ!
Παρά μονάχα θα ήμουν ολόκληρη ένα δάκρυ, που κυλάει απ’ το κρανίο μου μέχρι τα πέλματά μου.
Λυτρωτικός αγωγός ανθρώπινου σχήματος.

Δεν ξέρω αν με χρειάζεται η φύση για να διαχέει τα συναισθήματα που μου προκαλεί. Το μόνο που ξέρω είναι πως εγώ την χρειάζομαι για να με βάζει στη θέση μου.

Τόσο μικρή, τόσο τιποτένια, τόσο μηδαμινή μέσα στο μεγαλείο του πλανήτη Γη.

Τι ξεκούραση του νου, Θε μου! Να νιώθω ασήμαντη!
Άλλο «ένα κορμί άθικτο, ένα κορμί καθαρό», εκεί, μέσα στο κενό, ξαναγεννιέται!

Δεν υπάρχουν θέλω, δεν υπάρχουν πρέπει, δεν υπάρχουν όνειρα, δεν υπάρχουν τύψεις, δε υπάρχουν άγχη.
Τα έχει πάρει όλα η ορμή του αποφασισμένου νερού που ο μονόδρομός του είναι να πέφτει με ορμή στο κενό από ψηλά.
‘Ενα άλλο κενό, που αν δεν κρατηθώ καλά απ’ το σκοινί, θα πέσω και γω εκεί.
Μα δεν μου περνάει απ’ το μυαλό. Τι παράξενο!
Κρατιέμαι γερά.

Να ζήσω θέλω!

Επιστρέφω στις γούρνες ανάμεσα στα βράχια.
Εκεί το νερό δεν πέφτει με τόση ορμή.
Ασφάλεια.
Εκεί, το νερό χαϊδεύει και πιτσιλάει παιχνιδιάρικα.
Εκεί, το χαμόγελο και τα μάτια τα κλειστά, ευχαριστούν την ευτυχία που ήρθε και με βρήκε.
Ρέει η χαρά κάτω από έναν ανοιξιάτικο ήλιο, μέσα σε μια γούρνα με ζεστό νερό, πλάι σ’ έναν καταρράκτη μαγικό.
Η αναπνοή δυσκολεύει. Το θειάφι ζαλίζει. Το σώμα ζητάει να βγει έξω. Ν’ αρχίσει να περπατάει στις γλιστερές πέτρες.
Η στιγμή του αποχωρισμού πλησιάζει.

Το μυαλό θέλει να μείνει ακόμα εκεί.
Γιατί εκεί το μυαλό αναπαύθηκε.
Η καρδιά θέλει να μείνε εκεί, γιατί εκεί η καρδιά ευτύχισε.

Σωματικό δοχείο. Ξεκίνησε να γεμίζει με χαμόγελα και ευτυχία. Ας μην το βρωμίσω σύντομα.
Όλα τα πρέπει και τα θέλω, τώρα τα βλέπω αλλιώς.


6 ώρες μετά…


Στο σπίτι πάλι. Στη σπηλιά μου.
Μ’ένα κάρο μπιχλιμπίδια τριγύρω μου.
Χρώματα κι αρώματα. Ζωές και φαντασίες βαλμένες σε δεκάδες βιβλία. Τραπέζια και καρέκλες και ο υπολογιστής και μουσικά όργανα κι ένας σκύλος και λουλούδια στη βεράντα και νερό να τρέχει απ’τη βρύση, να ποτίσει τους βολβούς που φύτεψα πριν λίγες μέρες μέσα στο χώμα, μέσα στη γλάστρα. Κάτι ν’ ανθίσει, να το προσέχω!
Κι αυτό είναι η ζωή μου.

Κι αυτό είναι ένα χέρι που κρατάει το μολύβι και γράφει, ενώ το σώμα είναι σαν άυλο έπειτα από τόσο νερό πάνω του.
Το σώμα είναι ακόμα εκεί ξαπλωμένο στα βράχια. Και το μυαλό ήδη επέστρεψε στις συνήθειές του.
Καταρράκτης από θέλω, πρέπει, νιώθω, είμαι…

Είμαι και πάλι ο αρχηγός που θα ορίσω.
Δεν κρατάω πια το σκοινί.
Δεν φοβάμαι.

Και μάλλον πέφτω τελικά.

Στο κενό. Στο κενό…

Στο χώρο…



Άχ πόσο θα’ θελα να ένιωθα και πάλι κουκκίδα μηδαμινή και τιποτένια!
Να μείνω εκεί για πάντα, στο κενό του καταρράκτη.

Μέρος τοπίου να γίνω. Άγαλμα γλιστερό να γίνω. Βράχος.
Να γεμίσω βρύα και λειχήνες.
Με στόμα ανοιχτό να ξερνάω νερό εις τους αιώνες των αιώνων.
Και η καρδιά μου να χτυπάει εκεί για πάντα, σε ρυθμό δεκαπεντασύλλαβο.
Μα να μην το ξέρει κανείς.


Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Έτσι είναι η αγάπη


Μια ουρά που κουνιέται ασταμάτητα.
Πέρα δώθε η χαρά. Κι είναι αρκετό για να σκάσεις ένα χαμόγελο στο παρόν σου, που περιμένει εναγωνίως να ευτυχίσεις.

Έτσι είναι η αγάπη.
Δυο μάτια καθαρά. Απέναντι απ’ τα μάτια σου.
Απλώνεις το χέρι και θέλεις ν’ αγγίξεις, ό,τι σε καθησυχάζει.

Ομορφιά μου…
Με όσες λέξεις κι αν σε στολίσω, όσα χάδια κι αν σου προσφέρω, ποτέ δεν θα καταφέρω ν’ ανταποδώσω αυτή σου την πίστη.

Όσο φαΐ κι αν σου δώσω, όσες βόλτες κι αν σε πάω, όσα γλυκόλογα κι αν σου πω, ποτέ δεν θα καταφέρω να σ' αγαπήσω τόσο, όσο εσύ μ' αγαπάς.

Γιατί ο άνθρωπος, σκύλε μου μονάκριβε είναι σκληρός, είναι γενναίος, είναι πεισματάρης, είναι αδύναμος, είναι δειλός, είναι υπεράνω.
Γιατί ο άνθρωπος, σκύλε μου αγαπημένε, είναι καταδικασμένος .
Η νοημοσύνη του τον μετατρέπει σ’ έναν νάρκισσο χωρίς ουρά.
Και για να καταφέρει να εκφράσει αυτό που εκφράζεις εσύ μ’ ένα πέρα δώθε της ουράς σου, χρειάζεται να περάσουν χρόνια και χρόνια μοναξιάς.


Η ανάγκη της επιβίωσης.
Με χρειάζεσαι για να σου γεμίσω ένα πιάτο φαΐ κι άλλο ένα με φρέσκο νερό.
Νερό Τροφή Χάδι Βόλτες Αφόδευση Ύπνος
Οι ανάγκες της επιβίωσης.

Τα ίδια χρειάζομαι και γω για να επιβιώσω, ζώο μου καλό!
Τόσο απλά, τελικά.

Είσαι τυχερό ζώο γιατί σ’ αγαπώ μ’ έναν δικό μου τρόπο.
Είμαι τυχερό ζώο, γιατί μ’ αγαπάς.

Αρκεί.
Στ’ αλήθεια, αρκεί.

Μα πόσο σε ζηλεύω.
Σε ζηλεύω για την ευθύτητά σου στην αντανάκλαση των ενστίκτων σου.
Στην σωματοποίηση των αισθημάτων σου.
Μα παρόλα αυτά, υπακούς στους νόμους του είδους μας.
Κι εμείς σ’ αυτούς υπακούμε.
Και μην φανταστείς πως φταίμε.
Το είδος μας φέρει μια ακατανόητη μανία αυτοκαταστροφής.
Είναι τα πάθη του, βλέπεις.

Πως εσύ κοιτάς με λαχτάρα το κόκαλο και σου τρέχουν τα σάλια;

Κι αναρωτιέμαι, πώς είμαι ακόμα ζωντανή, ζώντας μαζί σου στο ίδιο σπίτι.
Αναρωτιέμαι αν ένιωσες ποτέ την ανάγκη μέσα στην πείνα σου, τα βράδια όταν κοιμάμαι, να με κατασπαράξεις με τα τεράστια δόντια σου.


Πως αντέχεις την τόση αδικία.
Που όταν μου γλείφεις τις πληγές, σωπαίνω και δακρύζω.

Κι εγώ, είμαι πολύ άνθρωπος για να σου γλείψω τις πληγές σου.