Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Hμερομηνία Λήξης ή αλλιώς, Για Πέταμα




Στο ντουλάπι της κουζίνας έχει φακές, μακαρόνια, ρύζι και καμιά κονσέρβα.
Πού και πού τσεκάρω την ημερομηνία λήξης και βάζω στην άκρη αυτά που, δεν τους μένει και πολύς καιρός, μήπως και καταφέρω να μαγειρέψω κάτι σύντομα.
Με κάποια τελικά, δεν κάνω τίποτα.
Και λήγουν.
Μένουν αρκετό καιρό ληγμένα στο ντουλάπι της κουζίνας. Μερικά, μπορεί και χρόνια.
Κι έρχεται η μέρα, μια μέρα που έτσι ξαφνικά, λέω να πετάξω τα ληγμένα.

Πιάνω πρώτα την κονσέρβα. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν μ’ άρεσαν οι κονσέρβες.
Ντολμαδάκια γιαλαντζί συγκεκριμένα.
Την κρατώ, την πετάω στον αέρα, την ξαναπιάνω και τη ρίχνω στα σκουπίδια.
Με λίγες τύψεις και λίγες ενοχές που δεν πραγματοποίησε το σκοπό της, ή, που κάποιοι άνθρωποι πεινάνε και δεν έχουνε να φάνε.

Το ντουλάπι της κουζίνας αδειάζει απ’ τα ληγμένα.
Καθαριζει.
Μένει χώρος.

Φροντίζω για τα επόμενα.
Να μαγειρέψω κάτι καλό μαζί τους.
Να μην πάει τίποτα χαμένο.
Να μην θέλω να έχω παραπάνω απ’ όσα μπορώ να αναλώνω.


Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους γύρω μου.
Στο ντουλάπι το δικό μου.
Κυρίως με τους γιαλαντζί.

Αν δεν τους αναγνωρίζεις, είναι εκείνοι οι τόσο καλά αεροστεγώς εγκλωβισμένοι, αυτοί που προσπαθούν να σε καταναλώσουν πρώτοι.
ΠΡΟΣΟΧΗ!





Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

17 Νοέμβρη του 2009





















Αυτή τη μέρα πάντα πονάω.
Τα τελευταία χρόνια αυτή τη μέρα νιώθω ένοχη.
Είναι που σταμάτησα να κατεβαίνω στο δρόμο. Είναι που πάντα είμαι και εδώ και εκεί, και τότε και τώρα.
Με βλέπω στην πορεία, τρομαγμένη μα ασφαλής.
Δίπλα σου πάντα.
Τώρα, δεν με βλέπω. Δεν είμαι εκεί. Είμαι στο σπίτι. Δουλεύω. Ακούω στο ραδιόφωνο τα ωραιότερα τραγούδια που εμπνεύστηκε ανθρώπου πάθος, ανθρώπου ανάγκη, ανθρώπου ζωντανού.
Τώρα, από δω, με βλέπω τότε. Πριν χρόνια. Με βλέπω εκεί. Στους ίδιους δρόμους. Η ίδια πορεία.
Δίπλα σου πάντα.
Οι κεραίες τεντωμένες μα ασφαλής.
Αυτή τη μέρα πάντα κάτι λείπει.
Μα συνεχίζω. Θα περάσει, λέω που θα πάει; Θα γυρίσουν όλοι στα σπίτια τους. Θα τελειώσει. Αύριο στις εφημερίδες και αν. Όλοι θα συνεχίσουν.
Θα περάσει. Θα περάσει η μέρα. Ήδη περνάει, σχεδόν τέλειωσε κιόλας.
Θα περάσει. Δίπλα σου πάντα, με ένα σφίξιμο στην καρδιά, μα ασφαλής.
Χτυπάει το κουδούνι. Η μαμά. Κάτι πέρασε να μου αφήσει. Χαίρομαι που τη βλέπω. Δεν χαίρομαι που τη βλέπω έτσι. Άγχος, νεύρα, πνίγεται, πνίγεται πνίγεται…!
Αρχίζει και μιλάει για τις αναποδιές της ημέρας. Κι αυτό και κείνο και τ΄ άλλο…
Κι ύστερα, με κοιτάει. Βουρκώνει. Και μου λέει:
Κι είναι κι αυτή η μέρα…αχ αυτή η μέρα. Είμαι εκεί. Στο καροτσάκι, μωρό ο αδερφός σου και γω με τον πατέρα σου να θέλουμε να πάμε εκεί, οπωσδήποτε.
Στο δρόμο μας σταμάταγαν. «Πού πάτε με το μωρό; Τρελαθήκατε; Γυρίστε σπίτι σας». Δεν προλαβαίναμε. Ήμασταν ήδη πολύ κοντά. Το μακελειό είχε ξεκινήσει. Μπήκαμε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ακούγαμε έξω, που φωνάζανε βοήθεια!»
Τα παιδιά! Τα παιδιά δυο τετράγωνα πιο πέρα να ζητάνε βοήθεια, και να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα…!

Η απόγνωση για λίγα δευτερόλεπτα εκφράστηκε στο πρόσωπό της σαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή να βρισκόταν εκεί, τότε…
Δυο τρεις λυγμούς έβγαλε κι ησύχασε. «Άσε με», μου πε. «Θα μου περάσει. Καλύτερα να κλάψω να ξεσπάσω. ».

Τώρα, δεν με βλέπω εκεί. Με βλέπω εδώ, απέναντί της, τρομαγμένη, να βλέπω τη δική της δέκατη έβδομη ημέρα του Νοέμβρη του δύο χιλιάδες εννέα.
Οι κεραίες τεντωμένες. Σαστισμένη, μα ασφαλής.


Δίπλα μας πάντα, εσύ.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο αδερφός μου. -Πήγες; -Όχι. -Τι κάνεις; -Καλά είμαι… εσύ; -Καλά..-Είναι η μαμά εδώ. –Τι κάνει; - Σκατά. -Και γω σκατά είμαι. –Και γω. –Α! ωραία! Γελάμε.. Άντε, καλά, κατάλαβα...τα λέμε, δως της φιλιά... γεια. –Γεια.

Κλείνε το τηλέφωνο. Σε λίγο κλείνει κι η πόρτα.

Όταν ο άλλος είναι πιο σκατά από σένα, αυτόματα γίνεσαι λιγότερο σκατά, θες δεν θες. Όπότε σταματάς να ανησυχείς για σένα και ανησυχείς πάλι για τους άλλους κι έτσι μάλλον κάπως παίρνεις κουράγιο για να δώσεις κουράγιο.

Και να μην ξεχάσω…
Μόνοι μας, μα δίπλα σου πάντα.


Πέρασε η μέρα. Τώρα όλοι είναι στα σπίτια τους. Τη γιόρτασαν και φέτος!
Ασφαλείς. Μέσα στο όνειρο.
Καλή τους νύχτα.


Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

παιδάκι

Δεν μπορεί! Κάπου θα είναι. Δοκιμάζω!
Δοκιμάζω! Θα το βρω!

Πίσω από κει;;
¨Όχι, όχι!
Κι όλο νομίζω πως το βρήκα…!
Πού, πού εκεί μέσα;;;
Δοκιμάζω. Θα μου κάνει;;
-Τίποτα δεν έχεις καταλάβει!
Ψάχνω! Ψάχνω! Πού; Εδώ μέσα;;;;

-Ναι, εδωμέσα μας.


Πολλά πράγματα τα ψάχνουμε σε λάθος μέρος ή με λάθος τρόπο.
Ακόμα και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Δοκιμάζουμε, δοκιμάζουμε, και καλά κάνουμε…
Αλλά…



Προσπαθούμε να φτάσουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Μα ξεχνάμε να ψάξουμε αυτό που πραγματικά είμαστε.
Υποθέτω, πως, μόνο χρησιμοποιώντας για βάση αυτό που πραγματικά είμαστε, θα μπορέσουμε να κτίσουμε πάνω του αυτό που θέλουμε να γίνουμε.
Χωρίς να’ χουμε ανακαλύψει πρώτα αυτό, θα δοκιμάζουμε, θα δοκιμάζουμε, μα πάντα κάτι δεν θα μας κάνει. Πάντα κάτι θα μας λείπει.


Αυτό που είμαστε, πιθανόν να είναι το μικρό παιδί που μεγάλωσε. Έχουμε φορέσει τη μάσκα του χρόνου που περνάει στο πρόσωπό μας και το μικρό παιδί το’ χουμε κλείσει τιμωρία. Φυλακισμένο, να καταγράφει τη ζωή, χωρίς να την βιώνει στο έπακρο.
Ίσως μόνο το βράδυ, πριν κλείσει τα μάτια να φοβάται πάλι μην βγει το λιοντάρι κάτω απ’ το κρεβάτι. Ίσως μια ηλιόλουστη μέρα κλείνοντας τα μάτια στον ήλιο, να είναι ο ίδιος ήλιος σε κείνες τις καλοκαιρινές διακοπές που είχε πάλι ξαπλώσει χαρούμενος κοιτάζοντάς τον, κλείνοντας τα μάτια, ικανοποιημένος που κατάφερε να κάνει την πρώτη βουτιά με κεφάλι στη θάλασσα.
Ίσως μόνο περπατώντας στην γειτονιά πηγαίνοντας προς το σπίτι, μυρίζοντας τη μυρωδιά από φρεσκοτηγανισμένες πατάτες, που βγαίνει από κάποιον απορροφητήρα,
να μεταφέρεται στο πατρικό το σπίτι που έμπαινε μέσα με την τσάντα στον ώμο, μετά το σχολείο, και τον περίμενε μια γαβάθα με πατάτες τηγανιτές, στο τραπέζι της κουζίνας. «Πήγαινε να πλύνεις πρώτα τα χέρια σου»!
Κι έτσι χαμογελάει το μικρό παιδί στην μέση του δρόμου, και πιάνεις τον εαυτό σου να χαμογελάει.


Είναι εδώ. Είναι εδωμέσα πάντοτε. Τρομάζει ακόμα κι ας έγινες ατρόμητος. Αναζητάει μια αγκαλιά κι ας παραδέχεσαι πως μπορείς να ζεις και μόνος σου. Ψάχνει για λύσεις κι ας ξεμπέρδεψες με τα μαθηματικά. Έχει ακόμα τις πληγές στα γόνατα, κι ας μετατοπίστηκε ο πόνος στην ψυχή σου.

Πολλές φορές είναι αυτό το μικρό παιδί που δεν μας αφήνει να καταφέρουμε να κατακτήσουμε αυτό που επιθυμούμε. Σε πισωγυρίζει, προσπαθώντας να σου πει: Eι! Πάρε με και μένα μαζί σου! Αλλιώς δεν θα’ σαι εσύ.
Ποτέ κανείς δεν μας ενθάρρυνε να μην το λησμονήσουμε. Βιαστήκαμε να μεγαλώσουμε βιάζοντας το μικρό παιδάκι.

Βιαστήκαμε να θέλουμε να γίνουμε αρεστοί σε όλους. Σε όλους τους άλλους. Ή απλώς στον καθρέφτη μας.



Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

καρδιογράφημα



Σήμερα, άκουσα την καρδιά μου και ποτέ δεν είχα νιώσει τόσο ζωντανή.
Ήταν που ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου εντόπισα αυτό το φοβιστικό, από παιδικής μνήμης, εργαλείο που σου εξετάζει ο γιατρός την καρδιά. Το βρήκα στον πάγκο της κουζίνας, μιας φίλης μου γιατρίνας, πλάι στα μαχαιροπίρουνα.

Και έτσι είπα να με εξετάσω λίγο να δω πως ακούγεται η ζωή.
Αν μικροφωνίζει. Αν έχει πάρει λίγο φύσημα. Αν έχει κάτι να μου πει ανησυχητικό, να το ξέρω, μια και γκρινιάζω τελευταία για το πόσο ταλαιπωρημένη είναι.

Κι έβαλα τα ακουστικά στα αυτιά μου και το μικρόφωνο, παγωμένο βεντουζάκι, μέσα απ’ την μπλούζα, στο μέρος της καρδιάς.
Τι ipod και μαλακίες… Έπαθα πατατράκ ακούγοντας το ωραιότερο track της ημέρας.


Το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Έτσι μου ‘ρχεται, αύριο κιόλας να πάω να αγοράσω ένα αποτέτοιο, μήπως και βρω την υγειά μου.

Κάθε που απελπίζομαι να το βεντουζάρω και ν’ ακούω live my life.

Περιγραφή:

Απόκοσμος ρυθμός ταξιδεμένος.
Ακόμα και με τα μάτια ανοιχτά βλέπεις ξεκάθαρα το σκοτάδι του σύμπαντος.
Κι έναν αγώνα δρόμου χωρίς προορισμό. Χωρίς αφετηρία και τέρμα.

Το πιο συγκλονιστικό είναι ότι τον ρυθμό τον παίζεις εσύ. Θέλοντας και μη.
Έχεις ήχο. Εκπέμπεις. Έτσι κι αλλιώς. Χωρίς να βγαίνει απ’ το στόμα, απ’ τα χέρια απ’ τα πόδια…

Σίγουρα για κάποιο λόγο κατασκευαστικά φτιαχτήκαμε έτσι ώστε να μην ακούγεται πιο δυνατά ο χτύπος της καρδιάς μας. Πόσο συγκαταβατική η φύση μας, να μας δώσει το περιθώριο να μεγαλουργήσουμε, κρατώντας γι’ αυτήν, μια μικρή γωνιά, εκεί αριστερά, να κάνει τη δουλειά της.
Ζήσε εσύ και γω θα βαράω εδώ στα σιωπηλά.
Όσο βαράω θα ζεις κι όσο ζεις θα βαράω.


Φαντάσου ν’ ακούγονταν οι καρδιές μας.
Τι ενοχλητικό που θα’ τανε…
Στους δρόμους, στα τρένα, στις συσκέψεις, στο σινεμά, στα ραντεβού…

Όχι, όχι…
Έτσι, όλα λειτουργούνε ρολόι.
Ωρολογιακή βόμβα.
Σχεδόν δευτερόλεπτα.
Σχεδόν ψίθυροι.
Σχεδόν κραυγές.
Βαράει.
Βαράει έναν ρόλο.

Ζωντανή.
Ζωντανοί.

Για πόσο;
Για όσο.

Πάρε σου λέω ένα μαραφέτι κι άκου τη.
Άκουσέ τη!
Έχει τόσα να σου πει.
Δεν σκέφτεται, όχι.

Όχι…

«Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε» (Φ.Πεσσόα)

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Πες μου! Ποιό να φορέσω;



Πες μου. Πες μου! Ποιό να φορέσω;!
Πού θα με πάει;!

Καμιά φορά ξεχνιέμαι κι όλα δείχνουν τόσο αέρινα!

Καμιά φορά ακροβατώ και το τεντωμένο σκοινί μου, μοιάζει σαν τεράστιος δρόμος χωρίς νησίδες.

Σ’ ένα νησί ξεγλίστρησε η απόγνωση το καλοκαίρι.
Έπεσε ξάφνου από ψηλά, βουτιά στην ασημένια θάλασσα και χάθηκε στο απέραντο.

Κάτι ψαρέματα θυμάμαι εκεί στο απέναντι νησάκι. Εκδρομή με τη βάρκα του Κωστή.
Κι η Γεωργία να παλεύει με τις πετονιές.

Εκεί, πάνω στη βάρκα, με τα πεντέξι μποφόρ ανακατευόταν η χαρά με τη λύπη.

Τη μια το μυαλό έσπρωχνε να ρίξει στη θάλασσα τις κακοδιάθετες εμμονές του, την άλλη μια πορτοκαλένια δύση στο βάθος το έκανε να ξεχνάει σε ποιό σώμα ανήκει.

Μεγάλη υπόθεση το παρόν. Καμιά φορά σου ρίχνει σφαλιάρες να συνέλθεις.
Ει! Σου λέει. Κοίτα δω τι συμβαίνει κι άσε την παραζάλη του νου.
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από τούτη τη στιγμή!

Και συ, κοιτάς. Κι απορείς. Πόση δύναμη κρύβει μέσα της η συνήθεια. Πόση κόντρα με τον καιρό βαστάει η πραγματικότητα του μυαλού.

Πίνακας. Μαυροπίνακας. Σβήνεις, σβήνεις και μένεις με λερωμένα τα χέρια απ’ την κιμωλία την άχαρη, που σου υπενθυμίζει ότι σηκώθηκες στον πίνακα κι ότι ζητήθηκες να λύσεις ενώπιων κάποιων, κάτι. Να λύσεις κάτι.

Ακόμα κι αν ήξερες τη λύση, τα χέρια λερώθηκαν.
Κι ακόμη κι αν το’ λυσες σωστά, ανάθεμα κι αν κατάλαβες τι νόημα έχουν όλα τούτα στην ζωή σου.

Καμιά φορά νιώθω σαν κι αυτά τα απλωμένα αέρινα φορεματάκια προς πώληση.
Ζητείται σώμα να με αντέξει, να με χωρέσει, να του ταιριάξω.



Έτσι από μακριά φαντάζει εύκολο και χαριτωμένο. Λιτό κι απλούστατο.
Μπορώ να με φανταστώ μέσα σε όλα. Να προσαρμόζομαι μ’ ένα πλατύ χαμόγελο σε κάθε γούστο.

Να φυσάει το αεράκι και να ανατέλλει το γόνατο. Να πέφτει η τιράντα στον ώμο ξέγνοιαστη.
Να μην κρυώνω, να μην προσμένω, να μην αισθάνομαι τίποτα, πέρα απ’ το ανάλαφρο αισθαντικό τυχαίο, ενός αναντικατάστατου παρόντος.

Και τι ωραία! Και τι καλά! Τι καλά που επισφραγίζονται οι στιγμές!

Σαν ανέξοδη αγορά του πιο πανάκριβου συναισθήματος!
Πες μου! Πες μου, ποιο να φορέσω;
Ποιο μου πάει καλύτερα;
Έτσι που να χρωματίσει τη γύμνια μου στην τόση ανάγκη που δεν ντρέπεται να ομολογήσει:

Πως κατά βάθος, κρυώνω!

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Φυσιολόγιο με πολλά ερωτηματικά


???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
???????????????????????????????
?????????????
??????????????????????????????????????????????????????????????
??????????????????????????????????????????????????????????????
Τι θεωρείται «φυσιολογικό»;
Αφού το σωστό και το λάθος είναι υποκειμενικό.
Τα λάθη της φύσης είναι φυσιολογικά;
Κι αν σταθούμε στο γεγονός ότι «φυσιολογικό» είναι αυτό που υπάρχει ή γίνεται σύμφωνα με τη φύση, ποιά θεωρείται πλέον η «φύση του ανθρώπου», όταν τα ένστικτα τα έχουμε σχεδόν αποχαιρετίσει, όταν η επαφή μας με τη φύση, όλο και λιγοστεύει.

Η «λογική της φύσης» υφίσταται;


Η λογική δημιουργεί πάντα μια απόσταση. Η λέξη «απόσταση» θα μπορούσε να αντικατασταθεί από τη λέξη «εξήγηση».

Η λογική από μόνη της υφίσταται; Ή συμπορεύεται πάντοτε με τα «συμπεράσματα»;


Η λογική μας απομακρύνει;
Η λογική μας γλιτώνει;
Η λογική μας λυτρώνει;


Το συναίσθημα ανήκει στη φύση.
Αισθήσεις.


Αν δεν υπάρχει η λογική, ένα συναίσθημα μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτο.
Άρα,
η λογική μας ελέγχει.

Κι έτσι,
Χτίζονται σιγά σιγά τα τείχη γύρω απ’ το ΕΓΩωωω…

Ο λογικός ορίζεται ή είναι κι αυτός υποκειμενικός;
Ο λογικός μπορεί να είναι φυσιολογικός;

Ίσως γι’ αυτό πολλές φορές να γινόμαστε τόσο παράλογοι.
Γιατί, ποιός σε μαθαίνει να χειρίζεσαι σωστά τη λογική;

Ενώ, ποιος σε μαθαίνει να χειρίζεσαι το συναίσθημα, παρά μονάχα οι 5 αισθήσεις.

Εμπειρία.
Βιώματα.
Ακοή (ήχοι της φύσης, μουσική, λόγια……..)
Όραση (ομορφιές ή ασχήμιες μέσα στην υποκειμενικότητά τους κι αυτές, ταινίες, διάβασμα……)
Αφή (σε αγκαλιάζανε συχνά όταν ήσουν μικρός; Είχες από μικρός επαφή με ζώα; Tο χάδι; Έχεις παίξει αρκετά με την άμμο; Έχεις φτιάξει ποτέ κολάζ; Έχεις μαστορέψει; Μάζευες λουλούδια;)
Όσφρηση ( το χώμα μετά τη βροχή, τα φρεσκοπλυμένα απλωμένα ρούχα που μυρίζουν ήλιο, μυρωδιές λουλουδιών, αγαπημένων φαγητών ή μυρωδιές που σε κάνουν να κλείνεις τη μύτη, μυρωδιές αγαπημένων προσώπων……)
Γεύση (μια ντομάτα κομμένη απ’ το μποστάνι, το φιλί, η αρμυρή θάλασσα, κάτι χαλασμένο…….)

Όλα αυτά κι άλλα πολλά, γεννούν τα συναισθήματα.
Έπειτα… μπαίνει η λογική.
Κι ύστερα… χάνεται η «μαγεία».


Τ’ αστέρια γίνονται πλανήτες…
Η μουσική, νότες…

Οι έννοιες γίνονται λέξεις χρησιμοποιώντας τα σύμβολα του αλφάβητου ως θεμελιώδη στοιχεία ενός…γνωστικού χώρου.
Οι «έννοιες» είναι συναίσθημα.
Και οι «λέξεις», η λογική τους.
Μια λέξη μπορεί να κρύψει πολλές έννοιες και πρέπει να μπει η λογική για να καταλήξεις σε ποια έννοια αντιστοιχεί.




Η λέξη ΛΟΥΛΟΥΔΙ από μόνη της κρύβει μέσα της όλα τα λουλούδια του κόσμου.
Μα, μόνο αν το δεις, αν το πιάσεις, αν το μυρίσεις….είναι ΤΟ λουλούδι που σου ξύπνησε όλες τις αισθήσεις.

Ένα λουλούδι σαν κι αυτό, κάποιος, κάπου, κάποτε, το κράτησε στα χέρια και το ονόμασε έτσι. ΛΟΥΛΟΥΔΙ


Ποιος να ’ταν, άραγε, κείνος ο άνθρωπος που έβγαλε πρώτος αυτή τη λέξη;




Στην ψυχή μέσα, γνωστές λέξεις ψάχνουν να βρουν ένα νόημα. Κι αντί γι’ αυτό, βρίσκουν μπροστά τους ένα λουλούδι.
Κι ίσως αυτό, έτσι για λίγο, χαρίζει ένα ευχάριστο διάλειμμα στην λογική, να πάει μια βόλτα, να δει αν έρχομαι.





Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Σαν νικητής





















Σαν το σκυλί που έρχεται στα πόδια σου να παίξει και συ το διώχνεις κι αυτό δεν χαμπαριάζει και ξανάρχεται να παίξει.
Σαν τα μικρά ψαράκια που κάποιες φορές σου τσιμπάνε τα πόδια στα ρηχά και συ τινάζεις τα πόδια μα εκείνα δεν τα νοιάζει και ξανάρχονται και σου τσιμπάν τα πόδια.
Σαν τη μύγα που τη διώχνεις δίνοντας σφαλιάρες στον αέρα πάνω απ΄ το πιάτο σου κι αυτή επιμένει.
Σαν το κουνούπι που ζουζουνίζει τη νύχτα πάνω απ’ το κεφάλι σου και συ ανάβεις το φως, χτυπάς τα χέρια σου παλαμάκια να το λιώσεις με δύναμη κι αυτό σου ξεφεύγει. Το ψάχνεις παντού κι όταν αποφασίσεις να σβήσεις το φως και να κοιμηθείς, αυτό ξανάρχεται και σου ζουζουνίζει δίπλα στ’ αφτί.

Σαν μια πόρτα που βρίσκεσαι πίσω της και κάποιος προσπαθεί να μπει και συ την σπρώχνεις για μην τα καταφέρει, κι ενώ προσπαθείς με όλη σου τη δύναμη, ο άλλος φεύγει και σκας απότομα τα μούτρα σου πάνω στην πόρτα.
Σαν ένα bradefer ατελείωτο χωρίς νικητή μα και χωρίς νικημένο.

Πιθανότατα δεν θα χάλαγε ο κόσμος αν άφηνε ο ένας τον άλλον να νικήσει εναλλάξ. Να μείνουν και οι δύο ευχαριστημένοι.

Ευχαριστημένοι;

Έχουμε μια τάση οι άνθρωποι να αντιδράμε σπασμωδικά, με τη μία, σε ό,τι μας… ενοχλεί.
Μακάρι και να’ ξερα αν είναι καλό ή κακό αυτό.
Μάλλον μας ενοχλούν περισσότερο τα μικρά πράγματα.
Αυτά που μπορούμε να ορίσουμε. Που νομίζουμε ότι μπορούμε να ορίσουμε.
Έτσι γινόμαστε νικητές σε άνισες (;) μικρές μάχες.

Μα…

Πόσες φορές κατάφερες να σκοτώσεις αυτό το γαμημένο κουνούπι;
Πόσες φορές κατάφερε η μύγα να μην προσγειωθεί έστω και μια φορά πάνω στις πατάτες σου;
Όσο κι αν χτυπιόσουν μες στη θάλασσα για ν’ αποφύγεις τα μικρά μικρά τσιμπηματάκια, πόσα μικρά μικρά σουπερ nemo σου γαργάλησαν τελικά τα πόδια;
Και το σκυλί παρόλο που το έδιωξες τόσες φορές, είναι ακόμα δίπλα σου και σε κοιτάει στα μάτια.

Στην πόρτα αλλάζει το παιχνίδι.
Έχεις να κάνεις με άνθρωπο.
Και στο bradefer κρίνεται το παιχνίδι:
Με τι άνθρωπο έχεις να κάνεις.





Βγήκα στο δρόμο μετά τη βροχή.
Μια Κυριακή ξημερώνει.
Καλημέρα λέω.
Την λέω κι ας πέσει κάτω.
Δεν θα προλάβει.
Ο σκύλος θα την κάνει μια χαψιά!





...

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Παροράματα




κείμενο του Eduardo Galeano από "Το βιβλίο των Εναγκαλισμών"

«Εκεί όπου η Παλαιά Διαθήκη λέει ό,τι λέει, ίσως θα έπρεπε να λέει ό,τι μου εξομολογήθηκε ο βασικός πρωταγωνιστής της:
Κρίμα που ο Αδάμ ήταν τόσο κούτσουρο. Κρίμα που η Εύα ήτανε τόσο κουφή. Και κρίμα που εγώ δεν κατάφερα να γίνω κατανοητός.
Ο Αδάμ και η Εύα ήταν τα πρώτα ανθρώπινα όντα που γεννιούνταν από το χέρι μου και παραδέχομαι ότι είχαν ορισμένα ελαττώματα δομής, συναρμογής και φινιρισμάτων. Εκείνοι δεν ήταν έτοιμοι ν’ ακούσουν ή να σκεφτούν.
Κι εγώ…, ε, πιθανώς εγώ δεν ήμουν έτοιμος να μιλήσω.
Πριν από τον Αδάμ και την Εύα δεν είχα μιλήσει ποτέ με κανέναν. Είχα προφέρει ωραίες φράσεις όπως το «Γεννηθήτω φως», αλλά πάντοτε κατά μόνας.
Έτσι όταν εκείνο το απόγευμα συναντήθηκα με τον Αδάμ και την Εύα, την ώρα που πνέει η αύρα, δεν υπήρξα πολύ ευφραδής. Μου έλειπε η εξάσκηση.

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν έκπληξη. Εκείνοι μόλις είχαν κλέψει τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου από το κέντρο του Παραδείσου. Ο Αδάμ είχε πάρει ύφος στρατηγού που λίγο πριν είχε καταθέσει το ξίφος του κι η Εύα κοίταζε το χώμα λες και μετρούσε μυρμήγκια. Ήταν όμως και οι δυο απίστευτα νέοι, όμορφοι κι ακτινοβόλοι. Με αιφνιδίασαν. Εγώ τους είχα πλάσει, αλλά δεν ήξερα ότι ο πηλός μπορούσε να φεγγοβολάει.
Κατόπιν το ομολογώ, ζήλεψα. Καθώς κανένας δεν μπορεί να μου δώσει διαταγές, αγνοώ την αξιοπρέπεια της ανυπακοής. Ούτε γίνεται να γνωρίζω την τόλμη του έρωτα που απαιτεί δύο. Πιστός στην αρχή της εξουσίας, συγκράτησα την επιθυμία μου να τους συγχαρώ, επειδή είχαν γίνει αιφνίδια σοφοί στα ανθρώπινα πάθη.
Τότε άρχισαν οι παρανοήσεις. Εκείνοι κατάλαβαν για πτώση όπου εγώ μίλησα για πτήση. Πίστεψαν ότι αν ένα αμάρτημα είναι προπατορικό, του αξίζει τιμωρία. Είπα ότι αμαρτάνει όποιος δεν αγαπάει, κατάλαβαν ότι αμαρτάνει όποιος αγαπάει. Όπου ανήγγειλα λειμώνα γιορτής, κατάλαβαν κοιλάδα δακρύων. Είπα ότι ο πόνος ήταν το άλας που νοστίμιζε την ανθρώπινη περιπέτεια: κατάλαβαν ότι, απονέμοντάς τους τη δόξα του να είναι θνητοί και τρελούτσικοι, τους καταδίκαζα. Όλα τα κατάλαβαν ανάποδα. Και τα πίστεψαν.

Εσχάτως έχω προβλήματα αϋπνίας. Εδώ και μερικές χιλιετίες ταλαιπωρούμαι ώσπου να με πάρει ο ύπνος. Και μ’ αρέσει να κοιμάμαι, μ’ αρέσει πολύ επειδή, όταν κοιμάμαι ονειρεύομαι. Γίνομαι τότε ερωμένος ή ερωμένη, καίγομαι στη φευγαλέα φωτιά των διαττόντων ερώτων, είμαι πλανόδιος κωμικός, ψαράς στο ανοιχτό πέλαγος ή τσιγγάνα που λέει τη μοίρα, καταβροχθίζω ως και τα φύλλα του απαγορευμένου δέντρου και πίνω και χορεύω, ώσπου να κυλιστώ στο έδαφος…
Άμα ξυπνάω, είμαι μόνος. Δεν έχω με ποιόν να παίξω, επειδή οι άγγελοι με παίρνουν πολύ στα σοβαρά, ούτε ποιόν να ποθήσω. Είμαι καταδικασμένος να ποθώ τον εαυτό μου. Πλανιέμαι από άστρο σε άστρο, βαριεστώντας στο κενό σύμπαν. Αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. Γεννήθηκα μόνος, είμαι μόνος, μόνος εις τους αιώνες των αιώνων.»

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

DUX
























Κι εκεί που χάζευα κι αναπολούσα στους αιθέρες, ήρθε ένα σύννεφο και πήρε όλες τις λέξεις μου μαζί του.
Δεν είχα τίποτα να πω.
Σσσσς…..σιωπή… απόλυτη ησυχία.
Κι ύστερα έφερε ο ουρανός από μακριά, τρία μαύρα αέρινα στολίδια.
Και καθώς είδα καθαρότερα, τρία γράμματα ήταν.
Ένα Έψιλον, ένα Σίγμα κι ένα Ύψιλον.
Κρύφτηκαν πίσω από έναν ανεμόμυλο, κι ύστερα, εμφανίστηκες…!

Πάνω σ’ ένα άλογο κουρασμένο μα επίμονο που σ’ αγαπούσε τόσο.
Με μια ασπίδα κι ένα δόρυ, προχώρησες αποφασιστικά προς το μέρος μου.
Τα βήματα αργά και σταθερά.
Δεν ήξερα αν απειλούμαι ή ανασταίνομαι.
Σημάδι πρωτόγνωρο κι αιώνιο στο κορμί, ένιωσα το περίγραμμά του στην αρχή να ταράζει όλο μου το παρελθόν.
Κι όλες οι ακατοίκητες λέξεις μου να σβήνονται για πάντα. Στ’ αληθινά αυτή τη φορά.
Κι ύστερα το περίγραμμα γέμισε με τη μορφή σου. Γεμάτος πια και συ μπροστά στα μάτια μου. Να με κοιτάζεις.

-"Χαιρετώ την αγαπητή μου Δουλτσινέα. Αφέντρα της καρδιάς μου. Διατάζω να με αφήσει να την πάρω μαζί μου"….θα έγραφε η λεζάντα πάνω απ’ τα κεφάλια μας…


Σε κοίταξα κι εγώ. Σε καλωσόρισα στον κόσμο μου. Και είπα ένα ΝΑΙ. Απλώς, είπα ένα ΝΑΙ! Κι ήταν το πιο αποφασιστικό ΝΑΙ που’ χα πει ποτέ.
Κι έτσι κι έγινε…
Είσαι εσύ. Θα ήθελα να είσαι εσύ. Θα σε κάνω να είσαι εσύ. Αυτός ο ταλαιπωρημένος από των παθών τα λάθη και των λαθών τα πάθη, ιππότης, που θα συνυπάρξουμε, δια βίου.





Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Un Mondo Difficile!

Agapiti mou Maroulia Hola! Que tal?

Etsi, se skeftomoun poly simera kai eipa na sou grapsw. Ante na kataferw kai fetos na ethw pros ta kei!
Evlepa kai to videaki apo Barcelona "UN MONDO DIFFICILE" sto palio sou to spitaki, tote pou xeligothikame sto xoro kai xamogelousa me ta niata mas kai tin omorfia mas. OXI oXI den niwthw akrivws oti megalwsa alla niwthw oti exasa tin elpida kai mou ti spaei auto.
(ithela na sto steilw alla einai megalo to atimo kai den to xwraei sto mail)
Varethika na perimenw. Den thelw na perimenw tipota. Thelw na euxaristiemai me auta pou exw. Na ta ektimisw akoma pio poly kai na pane na gamithoume oloi!

genika niwthw oti "exw tou kwlou mou to xava"
Kai o,ti prospatheia epikoinwnias kanw me antrwpous pou den me xeroun toulaxiston panw apo 10 xronia... paei strafi...

Einai meres autokritikis. Einai meres pou paleuw na kratisw ton eauto mou se ena axioprepes epipedo gia na min kleisw pali patzouria kai fwta...
Oxi mi fovasai, den tha to kanw to gamimeno!
Alla niwthw na to paleuw, den vgainei apo mono tou.

H sezon xekinaei, i ekthesi pige eutixws kala, lefta den exw katholou prepei na strwsw ton kwlo mou kai na to rixw sti douleia kai na min me apasxolei tipota allo.
Aurio xekinaw xoro kai ispanika. Etsi, na gemisw tis meres mou gia na mporesw na min skeftomai kai na fortizw apo ola auta pou thelw na kanw.

Oi anthrwpoi leme polla logia. Logia logia logia logia... kamia praxi. Tipota. Ola mesa sto mualo. Ki epeidi einai sto mialo nomizoume ki olas pws ola auta pou leme tha ta kanoume.Varethika na uposxomai kai na mou uposxontai kai telika na epistrefoume sto kavoukaki mas animporoi na kanoume mikres prospatheies na tirisoume ola auta ta logia.

Ti skata exoume pathei re pousti mou?? Wraio diavazetai auto sta greeklish ti les? Xaxa!!!

San to zombie kai gw anamenw sta eiserxomena tou mail kapoia epikoinwnia. Mi me rwtas me poion i poious, den exei simasia. To thema einai oti auto exei ginei sxedon arrwsteia kai enw to xerw, to xava mou.
to paleuw ki auto mi nomizeis . Alla einai auto pou sou elega parapanw. To paleuw ki epeidi to paleuw nomizw oti kati ginetai ki olas. Malakies. Opws oi prezakides...olo lene lene lene oti nai tha ta kataferoun, nai... to niwthoun, to vlepoun na ginetai tin alli mera ton allo mina, na katharisoun kai na sinexisoun ti zoi tous. Kai etsi... pernaei i mera kala! Gematoi apo thelisi gia kati pou den tha kataferoun pote!

Telika oi alloi mas trelainoun. Den pisteuw oti mporei kaneis na trelathei apo monos tou. Ektos an milame gia xontri pathisi...
Kai auto mou ti spaei.
Tha mou peis, trava pigaine s ena vouno kali mou kai vres kai mia spilia kai xwsou mesa kai vres to noima tis zois. (ti? den einai to potami? Thimasai ekeino to anekdoto? xaxa!!)

Re file de goustarw spilia. Giati kai otan tha paw...tha staniarw ki epeita tha thelw na epistrepsw edw na kanw ola auta pou mou aresoun, tha xw vrei ti dunami kai tha goustarw.
Ela omws pou kovw kai to kefali mou pws sta idia tha katalixw epeita apo tin foveri sumvoli twn agapitwn sunanthrwpwn mou. Kai...xana mana spilia! kai ante ftou ki ap tin arxi.

Tha me varethei kai mena to noima tis zois kai tha ginei kanenas seismos kai tha pesei i spilia na me plakwsei apo tin axaristia mou.

Enas filos mou o Fwtis ( oxi autos pou xereis) mou pe kapote.
"Stamata na skeftesai re poulaki mou epitelous. Stamata! Tha sou pw mia istoria. Htan kapote enas monaxos, zouse se ena psilo vouno mesa se mia spilia kai eixe trigurw tou ta zoa tou, ta ktimata tou klp.
Mia mera emfanizetai mprosta tou mia morfi, pes kati san tzini. Kai tou leei... me to etsi thelw, den zitaw tipota allo apo sena para mono na mou dineis douleia na kanw oli mera ki egw tha se prostateuw. An den mou dineis douleia tote tha se faw!
Ti na kanei o monaxos, tromagmenos me to tipaki pou tou skase ap to pouthe tou leei ENTAXEI.
E, tin prwti mera xipnaei to prwi tou leei, tha xehortariaseis edw trigurw gi arxi. Entaxei leei to gamwtzini. Xekinaei , se 3 wres exei teleiwsei. Dwse mou douleia! Dwse mou douleia!
ti na kanei o monaxos, tou leei, trava pigaine kai mazepse ksila kai meta pigaine sto potami kai fere nero. Tsoup, mesa se 2 wres eixe teleiwsei. Dwse mou douleia dwse mou douleia tha se faw!
Ti na kanei o monaxos, vlastimage apo mesa tou, ante pigaine kai taise ta zoa. Tsoup! Se misi writsa, ta xe taisei kai ta zoa! Dwse mou douleia, dwse mou douleia! Tha se faw!
O gerontas den eixe ti allo na tou dwsei. Skeptotan skeptotan, kratouse mia magoura , tin karfwnei me dunami sto xwma exw ap ti spilia kai tou leeι: Tha pigaineis panw katw panw katw panw katw panw katw stin magoura, ki otan egw tha sou pw tha stamatiseis. mpike sti spilia kai sinexise ti zoi tou irema kai...xwris kamia skepsi na tou trivelizei to kefali..."

Auto...

Etsi loipon agapiti mou fili. Makari na mporousame na valoume tis skepseis mas n anevokatevainoun panw katw panw katw stin magoura kai OTAN mono OTAN emeis pragmatika tha theloume tote mono na to leitourgoume to rimadi. Na min mas orizoun oi skepseis mas.

Alla...eipame, noimon on o anthrwpos vazei ta xerakia tou kai vgazei ta matakia tou.

Loipon se kourasa vradiatika. Se afinw. Dwse filia ston agapimeno sou kai sto plasmataki pou xeis stin agkalia sou, kai mathe tou ola auta ta omorfa pou xereis.
Auto to plasmataki, sta sigoura glukeia mou einai apo mono tou mia elpida sta xeria sou.

Kalinixta!



Y.G. Panta s' agapw